Η ενίσχυση των συστημάτων ψυχικής υγείας μέσω διακρατικών συνεργασιών και ο ρόλος της παγκόσμιας κοινότητας στην αντιμετώπιση των ανισοτήτων στον παιδικό καρκίνο συζητήθηκαν αναλυτικά σήμερα στο πλαίσιο του SNF Nostos Conference 2026.
«Η ενίσχυση των συστημάτων ψυχικής υγείας δεν είναι ευθύνη μόνο ενός ιδρύματος, μίας χώρας ή ενός τομέα. Σε όλο τον κόσμο, οι χώρες αντιμετωπίζουν παρόμοιες προκλήσεις στην ψυχική υγεία παιδιών και εφήβων, όμως συχνά οι λύσεις διαφέρουν ανάλογα με το πλαίσιο, τη χώρα, τις συνεργασίες και τους πόρους. Αυτό που μάθαμε είναι ότι τα επιστημονικά δεδομένα από μόνα τους δεν αρκούν», ανέφερε στην εισαγωγή της η Kayla Coetzer, μέλος της Επιτροπής Νέων του SNF Global Center στη Νότια Αφρική. Και συνέχισε λέγοντας ότι «η έρευνα μας βοηθά να κατανοήσουμε τις ανάγκες, να καθορίσουμε προτεραιότητες και να δούμε τι λειτουργεί. Αλλά η έρευνα αποκτά νόημα μόνο όταν μετατρέπεται σε πράξη μέσω ισχυρών συνεργασιών μεταξύ κυβερνήσεων, ερευνητών, κοινοτήτων, επαγγελματιών και των ίδιων των νέων».
Στη συζήτηση ειδικοί από την Ελλάδα, τη Βραζιλία, τη Νότια Αφρική και τη Μοζαμβίκη ανέλυσαν πώς οι συνεργασίες μπορούν να δημιουργήσουν βιώσιμες λύσεις. Κοινή διαπίστωση ήταν πως τα επιστημονικά δεδομένα αποκτούν αξία μόνο όταν γίνονται πράξη στην τοπική κοινότητα. «Στην Ελλάδα, η πρόκληση δεν ήταν ποτέ μόνο η διαθεσιμότητα των υπηρεσιών. Αφορά το τι συμβαίνει πριν το παιδί φτάσει σε μια υπηρεσία. Μπορούμε να εντοπίσουμε τις δυσκολίες αρκετά νωρίς; Μπορούμε να ανταποκριθούμε με συντονισμένο τρόπο;», αναρωτήθηκε η Ασπασία Σερντάρη, διευθύντρια Παιδοψυχιατρικής Κλινικής στο Πανεπιστημιακό Νοσοκομείο Αλεξανδρούπολης η οποία συμμετέχει στην Επιστημονική Συντονιστική Επιτροπή της Πρωτοβουλίας για την Ψυχική Υγεία Παιδιών και Εφήβων (SNF-CMI CAMHI). Η πρωτοβουλία αυτή προσπαθεί να ενώσει κατακερματισμένες υπηρεσίες με τελικό στόχο τη βελτίωση της ψυχικής υγείας των παιδιών και των εφήβων σε ολόκληρη τη χώρα. «Ο στόχος δεν είναι να φέρουμε το παιδί στο σύστημα, αλλά να φέρουμε το σύστημα γύρω από το παιδί», σημείωσε.
Αντίστοιχα, χώρες με λιγότερους πόρους αναγκάζονται να βρουν τις δικές τους καινοτόμες λύσεις. Στη Μοζαμβίκη, μέσα από συνεργασίες με ιδρύματα ανεπτυγμένων χωρών (ΗΠΑ, Πορτογαλία, Βραζιλία), το σύστημα στηρίζεται σε μεγάλο βαθμό στην εκπαίδευση «τεχνικών ψυχιατρικής» λόγω της μεγάλης έλλειψης ψυχιάτρων. «Είναι ένα μοντέλο που οι ψυχίατροι εκπαιδεύουν και επιβλέπουν “τεχνικούς ψυχιατρικής”. Αυτοί οι επαγγελματίες εκπαιδεύονται για δυόμισι χρόνια και μπορούν να διαγνώσουν και να θεραπεύσουν κοινές ψυχικές διαταραχές, καθώς και την επιληψία, η οποία αποτελεί μεγάλο πρόβλημα στη χώρα μας. Σήμερα, αυτοί οι τεχνικοί παρέχουν φροντίδα σε όλη τη χώρα, κυρίως σε επίπεδο Πρωτοβάθμιας Φροντίδας Υγείας, επιτρέποντάς μας να διευρύνουμε την πρόσβαση σε υπηρεσίες», ανέφερε η Lídia Gouveia, ψυχίατρος του Ινστιτούτου Υγείας, Εκπαίδευσης και Ερευνας της Μοζαμβίκης.
Στη Βραζιλία, όπως είπε ο Welson Luiz da Costa Santos, γενικός διευθυντής Σχεδιασμού στην Εκτελεστική Γραμματεία για την Εκπαιδευτική Ανάπτυξη της Βραζιλίας, τα σχολεία έχουν μετατραπεί σε κέντρα υποστήριξης των νέων ενσωματώνοντας δείκτες ψυχικής υγείας στο σύστημα της εκπαίδευσης. Ο ίδιος υπενθύμισε τα λόγια του Paulo Freire: «Η εκπαίδευση δεν μπορεί να αλλάξει τον κόσμο. Η εκπαίδευση αλλάζει τους ανθρώπους. Και οι άνθρωποι αλλάζουν τον κόσμο».
Ανισότητα στον παιδικό καρκίνο
Στο δεύτερο πάνελ, η πραγματικότητα του παιδικού καρκίνου τέθηκε στο επίκεντρο. «Σε όλο τον κόσμο, πάνω από 400.000 παιδιά διαγιγνώσκονται με καρκίνο κάθε χρόνο. Για το 10% των παιδιών που ζουν σε χώρες υψηλού εισοδήματος, το ποσοστό ίασης ξεπερνά το 80%. Ομως για το 90% που ζει σε χώρες χαμηλού και μεσαίου εισοδήματος, η επιβίωση συχνά παραμένει κάτω από το 30%. Αυτή η διαφορά δεν είναι αποδεκτή, αλλά δεν είναι και αναπόφευκτη. Για ένα παιδί, η ίαση δεν αφορά μόνο το φάρμακο ή τη χειρουργική επέμβαση. Αφορά ολόκληρο το σύστημα φροντίδας γύρω του», τόνισε ο Andrew Kung, πρόεδρος του Τμήματος Παιδιατρικής στο Memorial Sloan Kettering Cancer Center.
Αναδεικνύοντας αυτή την αδικία, η παιδιατρική ογκολόγος στο Charlotte Maxeke Johannesburg Academic Hospital του University of the Witwatersrand Jennifer Geel από τη Νότια Αφρική είπε: «Αν αυτό το νούμερο (το 80% των παιδιών που γιατρεύεται) έπεφτε στο 40% στις ανεπτυγμένες χώρες, θα γινόταν εξέγερση. Η κυβέρνηση και η κοινωνία θα παρενέβαιναν. Αλλά αυτό δεν συμβαίνει στις χώρες χαμηλού εισοδήματος. Τα παιδιά μας πεθαίνουν και το πρόβλημα είναι τεράστιο».
Οι ομιλητές εξήγησαν ότι η ίαση δεν εξαρτάται μόνο από τα φάρμακα, αλλά είναι μια αλυσίδα που περιλαμβάνει την έγκαιρη διάγνωση, τα δίκτυα παραπομπής και την υποστηρικτική φροντίδα. «Με ισχυρή υποστηρικτική φροντίδα, η οικογένεια αποκτά την αυτοπεποίθηση να παραμείνει στο σύστημα», ανέφερε η κ. Μαρία Κούρτη, επίκουρη καθηγήτρια Παιδιατρικής-Παιδιατρικής Αιματολογίας και Ογκολογίας, Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης.
Από την πλευρά του, ο κ. Guillermo Chantada, επικεφαλής του Προγράμματος Εξωστρέφειας του Παιδιατρικού Κέντρου Καρκίνου στο Νοσοκομείο Παίδων «Sant Joan de Déu» στη Βαρκελώνη, ισχυρίστηκε: «Η έρευνα δεν είναι πολυτέλεια, είναι αναγκαιότητα. Δεν αρκεί να αντιγράφουμε απλώς τις θεραπείες των μεγάλων αμερικανικών νοσοκομείων. Αυτές οι θεραπείες πρέπει να προσαρμοστούν στους κοινωνικοοικονομικούς καθοριστές της υγείας κάθε περιοχής».

