Το προηγούμενο Σάββατο, ένα βρέφος 7 μηνών διακομίστηκε στο Καραμανδάνειο Νοσοκομείο Πάτρας με κάταγμα στον μηρό και εκδορές στο κεφάλι. Την επόμενη ημέρα συνελήφθη η μητέρα του ως ύποπτη κακοποίησης και χθες αφέθηκε ελεύθερη καθώς, σύμφωνα με την ιατροδικαστική έκθεση, τα τραύματά του δεν προέκυψαν από κακοποίηση· στη μητέρα ασκήθηκε δίωξη για έκθεση ανηλίκου σε κίνδυνο, πλημμεληματικού χαρακτήρα. Το παραπάνω περιστατικό, ωστόσο, δείχνει ότι το σύστημα παιδικής προστασίας της χώρας μας έχει προχωρήσει, αλλά χρειάζεται να γίνουν πολλά βήματα ακόμη, όπως λέει στην «Κ» ο Γιώργος Νικολαΐδης, ψυχίατρος και διευθυντής Ψυχικής Υγείας του Ινστιτούτου Υγείας του Παιδιού.
Τον Οκτώβριο του 2021 ψηφίστηκε το «ακαταδίωκτο» για επαγγελματίες υγείας που αναφέρουν περιστατικά κακοποίησης ανηλίκων. Προβλέπει νομική προστασία για όσους στο πλαίσιο των καθηκόντων τους προχωρούν σε γνωστοποίηση περιστατικών προς τις Αρχές. Το συγκεκριμένο μέτρο ασφαλώς βοήθησε στο να γίνονται περισσότερες αναφορές, ειδικά μάλιστα από τους ανθρώπους που λόγω επαγγέλματος βρίσκονται κοντά σε παιδιά και οικογένειες. Ομως, ακόμη η παιδική προστασία σε περιπτώσεις κακοποίησης έχει πολλά κενά.
«Σε όλες τις χώρες της Ευρώπης, και εννοώ της Ευρώπης γεωγραφικά, όχι μόνo της Ε.Ε., υπάρχουν προγράμματα κατ’ οίκον επισκέψεων από κάποιον κατάλληλα εκπαιδευμένο επαγγελματία όταν το νεογέννητο και η μητέρα επιστρέψουν σπίτι. Αυτό συμβαίνει ακριβώς για να προληφθούν περιστατικά με την προσφορά στήριξης και βοήθειας. Ξέρετε, οι περισσότεροι άνθρωποι δεν θέλουν συνειδητά να βλάψουν το παιδί τους ή να το σκοτώσουν. Οταν όμως οι οικογένειες είναι “ευάλωτες” και δεν υπάρχει στήριξη, τότε τα πράγματα μπορούν να ξεφύγουν και να φτάσουμε σε περιστατικά που μας προκαλούν σοκ», υπογραμμίζει ο κ. Νικολαΐδης.
Η έλευση ενός νέου μωρού αναδιατάσσει τις σχέσεις στην οικογένεια όσον αφορά τα υλικά αγαθά. Επίσης, αλλάζει τους συσχετισμούς και τη δυναμική σε ψυχικό επίπεδο: Πώς είναι η μητέρα; Εχει τη δυνατότητα να φροντίσει το παιδί; Υπάρχουν άλλα παιδιά που χρειάζονται φροντίδα; Πώς είναι η σχέση με τον πατέρα; «Ενας άνθρωπος που είναι εκπαιδευμένος μπορεί να καταλάβει τα προβλήματα και να χρησιμοποιήσει αποτελεσματικές τεχνικές προκειμένου να προλάβει πολλές καταστάσεις πριν εξελιχθούν», λέει ο κ. Νικολαΐδης. Στην Ελλάδα δεν υπάρχει η πρόνοια για κάτι τέτοιο για όλο τον πληθυσμό.
Τον Ιούλιο του 2023, η ομάδα εργασίας που είχε δημιουργηθεί με υπουργική απόφαση της Προεδρίας της Κυβέρνησης και στην οποία ήταν πρόεδρος ο κ. Νικολαΐδης κατέθεσε το έργο που της είχε ανατεθεί, δηλαδή το εθνικό πρωτόκολλο για την αντιμετώπιση και τη διαχείριση της σεξουαλικής κακοποίησης των παιδιών. Ενα σχέδιο, δηλαδή, που περιγράφει βήμα βήμα τι πρέπει να γίνεται από τη στιγμή που υπάρχει η πρώτη υπόνοια για σεξουαλική κακοποίηση μέχρι την προανάκριση, τη δίκη και βεβαίως την αποκατάσταση όσο είναι δυνατόν του παιδιού που υπέστη την κακοποίηση. Εκτοτε το εθνικό σχέδιο παρέμεινε στα χαρτιά. Επίσης, την ίδια εποχή είχε συζητηθεί η πρόταση να υπάρξει υπηρεσία ειδικών που θα βρίσκονταν σε όλες τις δομές όπου οι οικογένειες, και ιδιαίτερα οι ευάλωτες, θα συναντηθούν με το κράτος, από το σημείο εμβολιασμού έως τις κοινωνικές υπηρεσίες των δήμων. «Είναι πολύ σημαντικό να ανιχνεύσουμε τις οικογένειες που έχουν κάποια ευαλωτότητα έτσι ώστε να μην αφήσουμε την όποια δυσκολία να εξελιχθεί σε κίνδυνο», εξηγεί ο κ. Νικολαΐδης. Ούτε και αυτό το μέτρο προχώρησε.
Ποιος είναι ο λόγος που ενώ κάποια μέτρα αναγνωρίζονται ως σημαντικά, η εφαρμογή τους δεν προχωράει; Γιατί χρειάζονται προσωπικό, πόρους και αλλαγή αντίληψης. Ισως μάλιστα το τελευταίο να είναι και το πιο δύσκολο να συμβεί. «Οι κοινωνικοί λειτουργοί των δήμων θα πρέπει να είναι διαθέσιμοι και το Σαββατοκύριακο. Είναι αυτονόητο αλλά δεν συμβαίνει», σημειώνει ο κ. Νικολαΐδης. Ο παιδοψυχίατρος προσθέτει ότι είναι σημαντική η εκπαίδευση όσων έρχονται σε επαφή με παιδιά, έτσι ώστε να γνωρίζουν τι πρέπει να κάνουν όταν δουν κάποια σημάδια. «Οι δάσκαλοι, οι προπονητές, οι νοσηλευτές, όλοι οι επαγγελματίες που έρχονται σε επαφή με παιδιά, όταν εντοπίσουν κάποια σημάδια, θα πρέπει να απευθυνθούν στις Αρχές και να μην επιχειρήσουν να κάνουν μόνοι τους διερεύνηση του περιστατικού. Το σχολείο δεν μπορεί να κάνει ανάκριση. Χρειάζονται τεκμήρια που είναι πολύ πιθανό να μην μπορεί να τα βρει και έτσι νομοτελειακά θα χαθούν περιστατικά», τονίζει.

