Στις 23 Ιουνίου 1945, στο εύθραυστο μεταπολεμικό τοπίο της βόρειας Ιταλίας, χάνονται τα ίχνη της Τζουζεπίνα Τουίσι, η οποία έμεινε γνωστή με το όνομα «Τζιάννα» και υπήρξε μία από τις πιο αμφιλεγόμενες και δραματικές μορφές της ιταλικής Αντίστασης. Ηταν μόλις 22 ετών και η ζωή της είχε ήδη συμπυκνώσει, μέσα σε δύο χρόνια, την ένταση, τη βία και τις εσωτερικές ρωγμές του αντιφασιστικού αγώνα στην τελική του φάση.
Η Τουίσι γεννήθηκε στις 23 Ιουνίου 1923 στο Αμπιατεγκράσο, κοντά στο Μιλάνο, σε εργατική οικογένεια με έντονη αντιφασιστική παράδοση. Από νεαρή ηλικία εργάστηκε ως εργάτρια σε βιομηχανίες της περιοχής και, μετά τη συνθηκολόγηση της Ιταλίας τον Σεπτέμβριο του 1943, εντάχθηκε στο παράνομο αντιστασιακό κίνημα. Υπήρξε σύνδεσμος (staffetta) στις Ταξιαρχίες Γκαριμπάλντι (Brigate Garibaldi), μεταφέροντας μηνύματα, πληροφορίες και υλικό ανάμεσα σε ομάδες ανταρτών που δρούσαν στη Λομβαρδία και γύρω από τη λίμνη Κόμο.
Από το 1944 συνδέθηκε στενά με τον Λουίτζι Κανάλι, γνωστό με το ψευδώνυμο «καπιτάνο Νέρι», έναν από τους πιο προβεβλημένους διοικητές των ανταρτών στην περιοχή. Μαζί του συμμετείχε σε κρίσιμες επιχειρήσεις στο τέλος του πολέμου, στην περιοχή του Ντόνγκο, όπου τον Απρίλιο του 1945 συνελήφθη ο Μπενίτο Μουσολίνι μαζί με την Κλάρα Πετάτσι και άλλα στελέχη της Δημοκρατίας του Σαλό. Η Τουίσι βρέθηκε στο κέντρο αυτών των γεγονότων, τα οποία αργότερα θα αποκτούσαν τεράστιο πολιτικό και συμβολικό βάρος για την Ιταλία. Ωστόσο, αμέσως μετά την κατάρρευση του φασισμού, η πραγματικότητα για πολλούς αντάρτες αποδείχθηκε εξαιρετικά περίπλοκη. Στο εσωτερικό των οργανώσεων της Αντίστασης, και ιδιαίτερα στις Ταξιαρχίες Γκαριμπάλντι, ξέσπασαν συγκρούσεις, καχυποψία και εσωτερικές εκκαθαρίσεις. Ο «καπιτάνο Νέρι» εξαφανίστηκε στις αρχές Μαΐου 1945 υπό αδιευκρίνιστες συνθήκες, γεγονός που προκάλεσε αναταραχή και ερωτήματα στους κύκλους των συντρόφων του.
Η ίδια η Τουίσι τέθηκε υπό κράτηση για ένα διάστημα και ανακρίθηκε από στελέχη της Αντίστασης, καθώς υπήρχαν υποψίες ότι, κατά την προηγούμενη αιχμαλωσία της από τις φασιστικές δυνάμεις της Δημοκρατίας του Σαλό (Guardia Nazionale Repubblicana) κατά την οποία υπέστη βασανιστήρια, είχε αποκαλύψει πληροφορίες για άλλους αντάρτες. Μετά την αποφυλάκισή της, βρέθηκε ουσιαστικά απομονωμένη, ενώ συνέχισε να ζητά εξηγήσεις για την τύχη του Κανάλι και για γεγονότα που αφορούσαν και τη διαχείριση λαφύρων και χρημάτων της περιόδου του πολέμου.
Γράφει σε μια επιστολή προς μια φίλη της στα τέλη Μαΐου: «[…] Οι άνθρωποι που καθοδηγούν το κόμμα μου μου έχουν αφαιρέσει την τιμή, με έχουν φέρει σχεδόν στην αδυναμία να ζήσω, μου έχουν στερήσει ακόμη και το αγαπημένο πρόσωπο για το οποίο θα έδινα πρόθυμα τη ζωή μου. Δεν πιστεύω ότι θα αντέξω για πολύ το μαρτύριό μου. Ακόμη κι όταν είναι κανείς δυνατός όπως ήμουν εγώ στο παρελθόν, τέτοια πλήγματα που επιβάλλονται ενάντια στη θέλησή σου, ενάντια στα ιδανικά σου, όταν σε κατηγορούν για προδοσία, όταν βλέπεις να πεθαίνει ο σύντροφός σου σαν δειλός, ενώ ξέρεις ότι έζησε για ένα αγνό ιδανικό, αισθάνεσαι καταπιεσμένος και επιθυμείς τον θάνατο. Ζώντας, υποφέρει κανείς βλέποντας τις ασχήμιες της ψυχής ορισμένων ανθρώπων που εκπροσωπούν το κόμμα μας, το οποίο θα έπρεπε να είναι σύμβολο δικαιοσύνης. Οι άνθρωποι που το καθοδηγούν θα έπρεπε να είναι καθαροί στην ψυχή, ενώ αντίθετα ενεργούν σαν φασίστες, και ακόμη χειρότερα».
Στις 23 Ιουνίου 1945, ημέρα των γενεθλίων της, η «Τζιάννα» εξαφανίζεται στο Τσερνόμπιο, στις όχθες της λίμνης Κόμο. Οι μαρτυρίες και οι μεταγενέστερες έρευνες συγκλίνουν στην εκδοχή ότι δολοφονήθηκε και το σώμα της ρίχτηκε στη λίμνη από αγνώστους, πιθανότατα στο πλαίσιο εσωτερικών εκκαθαρίσεων μέσα στο αντιστασιακό κίνημα. Η υπόθεση ουδέποτε διαλευκάνθηκε δικαστικά, ενώ οι σχετικές έρευνες κατέληξαν σε αδιέξοδο.
Ο θάνατός της εντάσσεται σε μια ευρύτερη και λιγότερο γνωστή σκοτεινή πτυχή της ιταλικής Αντίστασης: την περίοδο αμέσως μετά τη νίκη, όταν η μετάβαση από τον ένοπλο αγώνα στην πολιτική εξουσία συνοδεύτηκε από συγκρούσεις, σιωπές και εσωτερικές εξοντώσεις.
Η περίπτωση της Τουίσι, όπως και του Κανάλι, έχει παραμείνει μέχρι σήμερα αντικείμενο ιστορικής διαμάχης, ανάμεσα σε διαφορετικές ερμηνείες για τα όρια, τις αντιφάσεις και τις σκιές της Αντίστασης.
Η «Τζιάννα» έμεινε στην ιστορία ως μια φιγούρα που κινήθηκε ανάμεσα στον ηρωισμό και την τραγωδία: από ενεργό μέλος ενός κινήματος που συνέβαλε στην πτώση του φασισμού, σε θύμα των αντιπαραθέσεων που τροφοδότησε η νίκη του.
Επιμέλεια στήλης: Μυρτώ Κατσίγερα, Βασίλης Μηνακάκης,Αντιγόνη-Δέσποινα Ποιμενίδου, Αθανάσιος Συροπλάκης
