Ηταν πένθος βγαλμένο από ομηρική ραψωδία. Με άνδρα, γιο και εγγονό καπεταναίους, η 97χρονη κυρα-Σοφία, μαθημένη μια ζωή στις λαχτάρες, στάθηκε βράχος στη μεγαλύτερη πίκρα. Oταν την περασμένη Κυριακή το δειλινό έπιασε το «Blue Star Νάξος» από τον Πειραιά στα Κατάπολα, παρακολούθησε το τελευταίο ταξίδι του παιδιού της στα νερά που αγάπησε και δάμασε.
Ο καπετάν Γιάννης Σκοπελίτης πέθανε το προηγούμενο Σάββατο στην Αθήνα. Hταν αταίριαστος θάνατος με την προσωπικότητά του. Εκείνος, που είχε φάει τη φουρτούνα με το κουτάλι, νικήθηκε στη στεριά από τον καρκίνο σε ηλικία 68 ετών. Φίλοι, συγγενείς, συντοπίτες, κάτοικοι από όλα τα κοντινά νησιά ήταν εκεί στην προβλήτα για να συνοδεύσουν τη σορό στην εκκλησία του Αγίου Γεωργίου.
Στο τελευταίο κατευόδιο, όταν ολοκληρώθηκε πια η νεκρώσιμη ακολουθία, η πομπή ακολούθησε μέχρι το νεκροταφείο από την παράλια διαδρομή. Ο «Σκοπελίτης», το θρυλικό του καράβι που συνδέει εδώ και δεκαετίες τις Μικρές Κυκλάδες, ακολούθησε από τη θάλασσα. Και η πένθιμη κόρνα του ενώθηκε με τα λαούτα και τα βιολιά που τον αποχαιρέτισαν έως το μνήμα. Οπως έπρεπε στον εκλιπόντα, για χάρη του οποίου άλλωστε είχαν γραφτεί τόσα τραγούδια. Τούτον τον άνθρωπο δεν τον θρήνησε μονάχα η οικογένειά του. Τον θρήνησε το ίδιο το Αιγαίο.


«Εμένα γύρισε πίσω στο λιμάνι να με πάρει ενώ είχε ήδη απομακρυνθεί στο πέλαγος», έλεγε ο ένας, «εμένα έσωσε τον πατέρα μου που χρειάστηκε γιατρό», συμπλήρωνε ο άλλος. Από κανένα έκτακτο συμβάν δεν έλειπε το πλοίο, από κανέναν άνθρωπο που κινδύνευε δεν ζητήθηκε ποτέ οικονομικό αντίτιμο. Και όταν η θάλασσα μάνιαζε και μπλόκαρε τα μεγάλα πλοία με απαγορευτικό στα λιμάνια, τόσο ο Μήτσος παλιότερα όσο και ο Γιάννης αργότερα έλεγαν μια προσευχή στην Παναγία και έβγαιναν στα κύματα με απόλυτη επίγνωση και φιλότιμο: αν δεν το έκαναν εκείνοι, τότε ποιος; Ηταν η ενσάρκωση του «έχει ο Θεός».
«Μάνα των μικρών νησιών»
Διόλου τυχαία, σε ένα παλιό ντοκιμαντέρ του Μανώλη Καζαμία για το βαποράκι, ένας κάτοικος των Μικρών Κυκλάδων το είπε με μια φράση: «Αυτός ο καπετάνιος είναι η μάνα των μικρών νησιών. Χωρίς το καραβάκι του και αυτήν την οικογένειά του οι τόποι μας θα ‘ταν ξεροί και έρημοι». «Δεν μας είχαν για επιβάτες, μας είχαν σαν αδέλφια. Μας ήξεραν έναν έναν προσωπικά, μας περίμεναν να τελειώσουμε τις δουλειές μας σε κάθε νησί για να μην αναγκαστούμε και πληρώνουμε διαμονή», συμπλήρωσε κάποιος τρίτος. Εκεί στην άγονη γραμμή, όπου συχνά τον χειμώνα δεν φτάνει η φροντίδα της πολιτείας, έρχονταν το πείσμα και η γενναιότητα του Σκοπελίτη να δώσουν ασφάλεια και σιγουριά. Ν’ αγκιστρώσουν τον λιγοστό κόσμο στα μικρά νησιά. Πάνω από όλα η κοινότητα και τα μέλη της. Το «εγώ» υπηρετούσε το «εμείς».
«Σκοπελίτη, τρέχα!» έλεγαν. Και το θαύμα γινόταν. Μετά την αφυπηρέτηση του καπετάν Μήτσου ανέλαβαν οι δύο Γιάννηδες, ο Γιάννης Σκοπελίτης και ο έτερος καπετάνιος Γιάννης Φωστιέρης. Ακόμα και την ημέρα της κηδείας του πρώτου, το δρομολόγιο πραγματοποιήθηκε. «Ετσι έπρεπε, πώς θα εξυπηρετηθούν όσοι έχουν δουλειές;» μου είπε συντετριμμένος ο τελευταίος όταν τον πήρα τηλέφωνο μερικές ημέρες μετά. Η οικογένεια αξιώθηκε συνέχεια με την τρίτη γενιά, τον 39χρονο Δημήτρη, που ‘χει πάρει θέση στο πηδάλιο. Με την ίδια καλοσύνη και την ίδια ναυτοσύνη.

Τον καπετάν Γιάννη τον θρηνήσαμε και εμείς που αγαπήσαμε το πλοίο στις διακοπές. Πριν από τα boutique hotels, τα σεβίτσε, τα βίντεο στο ΤikΤok και την αυτοαναφορικότητα του Instagram, ο γαλάζιος καταπέλτης του ακουμπούσε το τσιμέντο και σε έβγαζε κατευθείαν στον παράδεισο. Σε εποχές αθώες, όταν το κατάστρωμα γέμιζε με υπνόσακους, πετσέτες και κορμιά στοιβαγμένα σε πλόες για «πρωτόπλαστους». Καυτή λαμαρίνα από τον ήλιο σκεπασμένη με πέντε χέρια μπογιά και στρώσεις αλμύρας.
Το «Σκοπελίτης Express» μύριζε Αιγαίο: νέφτι, αλάτι και σίδερο. Το 2019, σε ένα νοεμβριάτικο ταξίδι για δουλειά στην Κέρο, αποφάσισα να πάρω συνέντευξη από τον Γιάννη Σκοπελίτη μεταξύ Κουφονησίων και Αμοργού. Μπήκα στη γέφυρα, τα κύματα ήταν τόσο ψηλά που οι υαλοκαθαριστήρες δεν προλάβαιναν να διώξουν το νερό. Είχε πάντα ένα τσιγάρο κάτω από το λεπτό του μαύρο μουστάκι και το βλέμμα στυλωμένο μπροστά παρότι τα τζάμια ήταν συνεχώς θολά. Ορατότης μηδέν. Ηξερε πόντο πόντο κάθε διαδρομή, κάθε ακτή, κάθε κάβο, κάθε κακοτοπιά. Ηξερε να χειρίζεται όλους τους αέρηδες, τα μπουγάζια και τις θύελλες. Θαλασσοδερνόμασταν άγρια, έτριζαν τα πάντα γύρω μας και εκείνος μιλούσε με όλη την ηρεμία του κόσμου.
Η οικογενειακή οδύσσεια
Οι ρίζες της οικογένειας ήταν από τη Σκόπελο. Μετά κάποιος πρόγονος πήγε στη Σύμη και από εκεί στην Αμοργό. Ο πατέρας του πήρε τη δεκαετία του ’50 το πρώτο καΐκι με μονοκύλινδρη μηχανή, τον «Πανορμίτη». Ηταν εκείνος που έφερνε το ταχυδρομείο και τα χρειώδη στα νησιά. Από κλουβιά με κότες και ζώα μέχρι οικοδομικά υλικά, όλα είχαν περάσει από το αμπάρι. Υστερα πήρε τον «Νικόλαο», το «Χοζοβιώτισσα 1» και «2», το «Μαριάννα», τον «Σκοπελίτη» και το σημερινό «Σκοπελίτης Express» που σκαρώθηκε στα μέσα της δεκαετίας του ’80. Τότε επωμίστηκε ο Γιάννης περισσότερο τη δουλειά μαζί με τον Φωστιέρη.

Ο καπετάν Μήτσος, που ήταν αυτοδίδακτος στο βιολί, αφιερώθηκε στη μουσική και έπαιζε σε όλα τα πανηγύρια. Στην κηδεία του Γιάννη ήταν και ο αδελφικός του φίλος, γιατρός, Βασίλης Ραπτάκης. Κρητικός από τη Βιάννο, ο οποίος έκανε πριν από τέσσερις δεκαετίες το αγροτικό του στη Δονούσα. Μετά έναν κύκλο ζωής εγκαταστάθηκε ως ορθοπεδικός με την οικογένειά του στη Νάξο.
«Οταν πρωτογνώρισα τον Γιάννη, είχε τον πρώτο “Σκοπελίτη”». Ο,τι συμβαίνει, όποιος ασθενής έχει ανάγκη, όπου και να ‘ναι, ό,τι ώρα της ημέρας ή της νύχτας, εμένανε θα παίρνεις, δεν θέλω ούτε λεφτά ούτε τίποτα, του είπε. «Και όντως έβγαινε και με εννέα μποφόρ να φέρει ένα φάρμακο για να μην πεθάνει μια ηλικιωμένη, σε μια εποχή που με το VHF είχες μονάχα επικοινωνία. Καμιά φορά δεν άκουγε ούτε τις απαγορεύσεις του λιμεναρχείου αν ήταν να σωθεί ζωή. Γίναμε σαν οικογένεια με τα χρόνια: η γυναίκα μου με τη δική του, τη Φωτεινή, τα παιδιά του, τον Δημήτρη που συνέχισε την οικογενειακή παράδοση και την Κική που έγινε δικηγόρος».

Ούτε τα καύσιμα
Ποιο περιστατικό τού ‘χει μείνει στο μυαλό από τον Σκοπελίτη; «Θα πω το πιο πρόσφατο. Πριν από μερικά χρόνια, όταν άνοιξε μονάδα τεχνητού νεφρού στη Νάξο, δημιουργήθηκε ξαφνικά πρόβλημα, δεν υπήρχε τρόπος να έρχονται αυθημερόν οι Παριανοί ασθενείς. Εκεί που το κράτος δεν ασχολήθηκε, ούτε οι ακτοπλοϊκές, τη λύση την έφτιαξε ο Γιάννης σε συνεργασία με μένα, καθώς είχα ανώτατη θέση στο νοσοκομείο. Θα πήγαινε ο ίδιος με τον “Σκοπελίτη Express” να τους παίρνει από το Πίσω Λιβάδι και θα τους ξαναγύριζε εκεί μετά τη θεραπεία. Δεν δεχόταν να του πληρώσουν ούτε τα καύσιμα», θυμάται ο φίλος του που πήγε στο σπίτι του μετά την κηδεία.
«Ημασταν όλοι συγκλονισμένοι από τον χαμό του. Και βέβαια πρώτα από όλα η κυρα-Σοφία, η γυναίκα του, τα παιδιά του. Επειτα από λίγο η μάνα του ανασκουμπώθηκε και κοιτούσε να μας σερβίρει. Να φύγει το παιδί σου πριν από σένα και η έγνοια σου να ‘ναι να φροντίσεις τους άλλους. “Πρέπει να φάτε. Αυτό θα ήθελε και ο Γιάννης”, μας έλεγε».
Η απώλεια του καπετάνιου βρίσκει τις Κυκλάδες στην πιο μεγάλη «φουρτούνα». Να γεμίζουν από νεότευκτες πολυτελείς βίλες με πισίνες και ξενοδοχεία εκατοντάδων κλινών, τα ξύλινα καΐκια τους να σπάζουν με ευρωπαϊκές επιδοτήσεις, οι βοριάδες να γίνονται νοτιάδες από την κλιματική αλλαγή, το κέρδος να αλλοιώνει τοπίο και κατοίκους. Και δεν θα υπάρχει πια εκείνος να μαθαίνει στις επόμενες γενιές την ανθρωπιά, την ανιδιοτέλεια, το καθήκον και την αγάπη για τον τόπο τους. Τώρα το «χρέος στους νησιώτες», όπως έλεγε και ο ίδιος, περνάει στον γιο του, Δημήτρη, που θα τιμονεύει το καράβι. Δεν είναι καθόλου τυχαίο που με την αναγγελία του θανάτου του πατέρα του, του έστειλαν στίχους παρακαταθήκη: «Αξια φέρεις το όνομα, βαρύ το ξέρω πράμα, μα το σηκώνεις σταθερά, για των νησιών το τάμα».
