Στις 16 Ιουνίου 1961, στο αεροδρόμιο Λε Μπουρζέ του Παρισιού, εκτυλίχθηκε μία από τις πιο διάσημες αυτομολήσεις του Ψυχρού Πολέμου. Ο 23χρονος τότε Ρώσος (ταταρικής καταγωγής) χορευτής Ρούντολφ Νουρέγιεφ, ήδη ανερχόμενο αστέρι των μπαλέτων Κίροφ του Λένινγκραντ, αρνήθηκε να επιβιβαστεί στο αεροπλάνο με το οποίο θα επέστρεφε στη Σοβιετική Eνωση και ζήτησε πολιτικό άσυλο από τις γαλλικές Αρχές.
Η είδηση που ήθελε τον νεαρό χορευτή να απομακρύνεται από τους Σοβιετικούς συνοδούς του και να καταφεύγει στους Γάλλους αστυνομικούς στο αεροδρόμιο, έκανε τον γύρο του κόσμου, μετατρέποντάς τον σχεδόν εν μια νυκτί σε διεθνές σύμβολο της καλλιτεχνικής ελευθερίας.
Ο Νουρέγιεφ είχε γεννηθεί το 1938 κοντά στο Ιρκούτσκ της Σιβηρίας, σε ένα τρένο που διέσχιζε τη σοβιετική ενδοχώρα. Μεγάλωσε σε συνθήκες φτώχειας και ανακάλυψε από μικρός το πάθος του για τον χορό, παρά τις αντιρρήσεις του πατέρα του.
Το εξαιρετικό του ταλέντο τον οδήγησε στη φημισμένη Ακαδημία Ρωσικού Μπαλέτου Βαγκάνοβα και σύντομα στα Μπαλέτα Κίροφ, ένα από τα σημαντικότερα καλλιτεχνικά ιδρύματα της Σοβιετικής Ενωσης. Μέσα σε λίγα μόλις χρόνια είχε ξεχωρίσει όχι μόνο για την τεχνική του αρτιότητα αλλά και για την έντονη προσωπικότητά του, στοιχεία που τον έκαναν αγαπητό στο κοινό αλλά συχνά ενοχλητικό για τους κομματικούς επιτηρητές.
Η Σοβιετική Ενωση αντιμετώπιζε τους διεθνώς αναγνωρισμένους καλλιτέχνες ως πολύτιμα εργαλεία πολιτιστικής διπλωματίας. Οι περιοδείες στο εξωτερικό αξιοποιούνταν από το καθεστώς για να προβάλλει την ανωτερότητα της σοβιετικής εκπαίδευσης και του πολιτισμού, συνοδεύονταν όμως και από αυστηρή επιτήρηση. Οι καλλιτέχνες ταξίδευαν υπό τη διαρκή παρακολούθηση αξιωματούχων της κρατικής ασφάλειας, ενώ κάθε επαφή με ξένους πολίτες μπορούσε να θεωρηθεί ύποπτη.
Κατά τη διάρκεια της πρώτης μεγάλης περιοδείας των Μπαλέτων Κίροφ (σημερινό Μαριίνσκι) στη Δύση το 1961, ο Νουρέγιεφ προκάλεσε επανειλημμένα την ανησυχία των Σοβιετικών συνοδών του. Κυκλοφορούσε ελεύθερα στο Παρίσι, συναναστρεφόταν Γάλλους καλλιτέχνες, επισκεπτόταν εστιατόρια και συμμετείχε σε κοινωνικές εκδηλώσεις χωρίς άδεια, και έδειχνε ελάχιστη διάθεση να συμμορφωθεί με τους κανόνες που επέβαλλε η αποστολή. Παράλληλα, οι αρχές τον θεωρούσαν πολιτικά απρόβλεπτο και κοινωνικά «ανάρμοστο». Σε μια περίοδο κατά την οποία η ομοφυλοφιλία αντιμετωπιζόταν ως ποινικό αδίκημα στη Σοβιετική Ενωση, η ιδιωτική ζωή του αποτελούσε επιπλέον λόγο καχυποψίας.
Οταν οι Σοβιετικοί αξιωματούχοι αποφάσισαν ξαφνικά να τον απομακρύνουν από την περιοδεία και να τον στείλουν πίσω στη Μόσχα, ο Νουρέγιεφ αντιλήφθηκε ότι η καριέρα και η ελευθερία του κινδύνευαν. Στο αεροδρόμιο, καθώς του ανακοινώθηκε ότι δεν θα συνέχιζε με την υπόλοιπη ομάδα χορευτών στο Λονδίνο, πήρε μια απόφαση που θα καθόριζε ολόκληρη τη ζωή του. Ξεφεύγοντας από τους συνοδούς του, έτρεξε προς τους Γάλλους αστυνομικούς λέγοντας: «Θέλω να μείνω εδώ και να είμαι ελεύθερος». Ζήτησε προστασία από το γαλλικό κράτος, την οποία και έλαβε. Αργότερα, το 1982, θα αποκτούσε την αυστριακή υπηκοότητα.
Η αυτομόληση σημειώθηκε σε μια ιδιαίτερα τεταμένη περίοδο του Ψυχρού Πολέμου. Μόλις δύο μήνες νωρίτερα είχε αποτύχει η αμερικανική εισβολή στον Κόλπο των Χοίρων στην Κούβα, ενώ λίγες εβδομάδες αργότερα θα ξεκινούσε η κρίση που οδήγησε στην ανέγερση του Τείχους του Βερολίνου. Μέσα σε αυτό το κλίμα, η φυγή ενός τόσο προβεβλημένου Σοβιετικού καλλιτέχνη χρησιμοποιήθηκε από τη Δύση ως απόδειξη ότι ακόμη και τα πλέον προνομιούχα πρόσωπα της ΕΣΣΔ επιθυμούσαν να εγκαταλείψουν το σύστημα. Για τη Μόσχα, αντίθετα, επρόκειτο για σοβαρό πλήγμα του κύρους της.
Οι σοβιετικές αρχές αντέδρασαν οργισμένα. Ο Νουρέγιεφ καταδικάστηκε ερήμην για προδοσία και για πολλά χρόνια δεν μπορούσε να επιστρέψει στην πατρίδα του. Ωστόσο, η καριέρα του στη Δύση απογειώθηκε. Συνεργάστηκε με το Βασιλικό Μπαλέτο του Λονδίνου και δημιούργησε ένα από τα πιο διάσημα καλλιτεχνικά δίδυμα του 20ού αιώνα με τη χορεύτρια Μαργκότ Φοντέιν. Μαζί ανανέωσαν το κλασικό μπαλέτο και προσέλκυσαν νέο κοινό σε μια τέχνη που συχνά θεωρούνταν ελιτίστικη.
Με το πέρασμα των δεκαετιών, ο Νουρέγιεφ εξελίχθηκε σε παγκόσμιο πολιτιστικό φαινόμενο. Θεωρείται ένας από τους κορυφαίους χορευτές μπαλέτου στην Ιστορία, ενώ ταυτόχρονα κόσμησε τη μεγάλη οθόνη και καταπιάστηκε ακόμη και με τη διεύθυνση ορχήστρας. Πέθανε σε ηλικία 54 ετών στο Παρίσι, στις 6 Ιανουαρίου 1993 έπειτα από επιπλοκές της νόσου AIDS.
Επιμέλεια στήλης: Μυρτώ Κατσίγερα, Βασίλης Μηνακάκης, Αντιγόνη-Δέσποινα Ποιμενίδου, Αθανάσιος Συροπλάκης
