Η γλυκιά ζωγραφική του βιώματος

Τα έργα του Ντέιβιντ Χόκνεϊ ήταν ένας εικαστικός εορτασμός της φύσης και του σώματος. Ελληνες ομότεχνοί του τον αναλύουν και τον αποχαιρετούν

6' 30" χρόνος ανάγνωσης
Φόρτωση Text-to-Speech...

«Είχα δει μια διαφήμιση στην τηλεόραση που έλεγε ότι οι ξανθιές περνούν καλύτερα και σκέφτηκα ότι θα ζήσω τη ζωή μου ξανθός». Δύο πράγματα μπορούσες να συμπεράνεις από αυτήν τη δήλωση: πρώτον, για τον Ντέιβιντ Χόκνεϊ η χαρά ήταν στόχος ζωής και, δεύτερον, του ήταν εντελώς αδιάφορο πώς θα ακούγονταν αυτά που έλεγε. Ο Βρετανός εικαστικός, που άφησε την τελευταία του πνοή στις 11 Ιουνίου, μόλις ένα μήνα πριν κλείσει τα 89 του χρόνια, δεν υπήρξε ποτέ σοβαροφανής. Δεν μιλούσε αφηρημένα ή δυσνόητα, πασπάλιζε με χιούμορ κάθε μικρή ή μεγάλη ιστορία της ζωής του και άφηνε το έργο του να κάνει τα υπόλοιπα. «Πρέπει να ζωγραφίζω, πάντα ζωγράφιζα, από πολύ μικρός. Αυτή είναι η δουλειά μου, να δημιουργώ εικόνες και το κάνω πλέον πάνω από 60 χρόνια. Το φοβερό είναι ότι το βρίσκω ακόμη ενδιαφέρον», έλεγε.

Αγαπήθηκε για τα ζωηρά χρώματα στις συνθέσεις του, τις πισίνες και τους φοίνικες της Καλιφόρνιας, αλλά και την αστείρευτη περιέργειά του απέναντι σε κάθε μορφή καλλιτεχνικής έκφρασης, κυρίως όμως για την επιμονή που επέδειξε στη ζωγραφική. «Ηταν σαν βράχος, σαν δέντρο, ήταν πάντα εκεί», σχολιάζει ο ζωγράφος Παναγιώτης Λουκάς, που εξηγεί ότι η ζωγραφική του έχει να κάνει με την κατανόηση του βιωμένου χρόνου, όταν βλέπεις δηλαδή ένα έργο, δεν βλέπεις απλώς μια εικόνα, αλλά ένα μέρος της ζωής του. «Δεν είναι ότι έφερε κάτι νέο, αλλά επέμενε σε έναν τρόπο».

Από το Μπράντφορντ

Αποφοιτώντας από το σχολείο στο Μπράντφορντ το 1953, ο Ντέιβιντ Χόκνεϊ λέει στη μητέρα του ότι θα ήθελε να κάνει αίτηση στη Σχολή Καλών Τεχνών. Μεγαλωμένος σε οικογένεια της εργατικής τάξης, το τέταρτο από πέντε παιδιά, έρχεται αντιμέτωπος με την πραγματικότητα: η μητέρα του τον παροτρύνει να βρει σταθερή δουλειά και να αρχίσει να βγάζει τα προς το ζην. Πιάνει δουλειά σε τυπογραφείο, όμως, έπειτα από λίγο οι εργοδότες του τον συμβουλεύουν να σπουδάσει σχέδιο. «Επέστρεψα σπίτι και τους το είπα, έτσι βρέθηκα στην τέχνη», θυμόταν σε μία από τις πρώτες του συνεντεύξεις. Μετά το Bradford School of Art, σειρά είχε το RCA (Royal College of Art) στο Λονδίνο. Οι συμφοιτητές του τον κορόιδευαν για την προφορά του. «Αν εγώ ζωγράφιζα σαν εκείνους, θα κρατούσα το στόμα μου κλειστό», έλεγε για τα χρόνια των σπουδών.

Η γλυκιά ζωγραφική του βιώματος-1
Ο Ντέιβιντ Χόκνεϊ δεν σταμάτησε ποτέ να κοιτάζει τον κόσμο με την περιέργεια ενός νέου καλλιτέχνη. Συνέχισε να φωτογραφίζει, να σχεδιάζει και να αναζητάει νέους τρόπους να παρατηρεί την πραγματικότητα μέχρι το τέλος.

Κάνει την πρώτη του ατομική έκθεση το 1963, δημιουργεί αίσθηση με το έργο του και το όνομά του αρχίζει να εμφανίζεται συχνά στον Τύπο. Το 1964 και μόνο για ένα εξάμηνο στρέφεται στην αφηρημένη ζωγραφική. Μετά από λίγο βαριέται και αρχίζει να προσθέτει λέξεις ή και φράσεις, για να κάνει τις εικόνες πιο συγκεκριμένες. «Δεν τολμούσα να βάλω μορφές, θεωρούσα ότι δεν ήταν μοντέρνο, όμως και οι λέξεις είχαν το ίδιο αποτέλεσμα, γίνονταν άμεσα κατανοητές», τονίζει για αυτήν του τη βραχύβια πρακτική σε μια εκπομπή του BBC. Δεν πρέπει να αυτολογοκρίθηκε ξανά, ζωγράφισε με τον τρόπο που ήθελε χωρίς να τον ενδιαφέρει πώς θα προσληφθεί ή θα χαρακτηριστεί το έργο του. «Hταν ακομπλεξάριστα γλυκός», αναφέρει ο Poka Yio, εικαστικός, επιμελητής και καλλιτεχνικός διευθυντής της Μπιενάλε της Αθήνας. «Χωρίς να νιώθει ότι έχει ανάγκη να κάνει κάποια δήλωση μεγάλη, να φέρει ένα βάρος συγκεκριμένο, να επιτελέσει κάποιο σκοπό πέρα από τα όρια της ζωγραφικής του, έκανε τελικά πολύ περισσότερα πράγματα», προσθέτει, εξηγώντας πώς οι Βρετανοί γενικά –ο Φράνσις Μπέικον, ο Λούσιαν Φρόιντ, ο Χόκνεϊ– γύρισαν την πλάτη σε τάσεις και έφτιαξαν τον δικό τους δρόμο. «Ζωγράφιζε με χαρά», παρατηρεί και η εικαστικός Ιωάννα Λημνιού, τονίζοντας ότι έδωσε σημασία σε πράγματα που προσπερνάμε, όπως ο εορτασμός της φύσης, ενώ ταυτόχρονα έσπασε και ταμπού σε σχέση με το πώς απεικονίζουμε το ανθρώπινο σώμα.

Χωρίς να νιώθει ότι έχει ανάγκη να κάνει κάποια δήλωση μεγάλη, να φέρει ένα βάρος συγκεκριμένο, να επιτελέσει κάποιο σκοπό πέρα από τα όρια της ζωγραφικής του, έκανε τελικά πολύ περισσότερα πράγματα. -Poka Yio Εικαστικός, επιμελητής και καλλιτεχνικός διευθυντής της Μπιενάλε της Αθήνας

Για τον Ακη Κόκκινο, ανεξάρτητο επιμελητή και ιδρυτή της DEO στη Χίο, ο θάνατος του Χόκνεϊ μοιάζει με τον «θάνατο του τελευταίου Κενταύρου», αφού ανήκε σε μια γενιά δημιουργών που κινούνταν ταυτόχρονα ανάμεσα στην πραγματικότητα και στη φαντασία, στη ζωή και στην τέχνη, χωρίς ποτέ να διαχωρίζουν το ένα από το άλλο. «Μέχρι το τέλος παρέμεινε ένας άνθρωπος που κοιτούσε τον κόσμο με θαυμασμό. Μαζί του χάνεται και μια εποχή», υποστηρίζει. «Ακόμη και όταν καταπιανόταν με δύσκολες εμπειρίες ή προσωπικές απώλειες, αναζητούσε το φως, το χρώμα και την ομορφιά». Η διάθεσή του να πειραματίζεται διαρκώς με νέα μέσα έκφρασης και η αφοσίωσή του στη δημιουργία μέχρι τα βαθιά του γεράματα τον κατέστησαν σημείο αναφοράς για πολλές γενιές καλλιτεχνών.

Η γλυκιά ζωγραφική του βιώματος-2
Το «A Bigger Splash» (1967, ακρυλικό σε καμβά), ένα από τα πιο αναγνωρίσιμα έργα του Ντέιβιντ Χόκνεϊ. «Αυτό που τελικά παγίδευσε στον καμβά είναι το φορτισμένο ίχνος ενός απόντος ανδρικού σώματος», σημειώνει ο Κώστας Στασινόπουλος.

Στα τηλεοπτικά αφιερώματα που γίνονταν στον Χόκνεϊ ήδη από τη δεκαετία του ’70 –πριν ακόμη κυκλοφορήσει η ταινία «Α Bigger Splash»– ανάμεσα στις πηγές έμπνευσής του αναφέρονται τα παραμύθια των αδελφών Γκριμ και ο Καβάφης, ενώ ο ίδιος παραδεχόταν σε συνεντεύξεις ότι οι περισσότερες ιδέες του προέρχονταν από τη λογοτεχνία.

Συγγενής του Καβάφη

Ο Ανέστης Ιωάννου στέκεται στη συγγένεια που υπάρχει ανάμεσα στη ζωγραφική του Χόκνι και στην ποίηση του Κωνσταντίνου Καβάφη. «Βλέποντας έργα από τη σειρά Domestic Scenes” και διαβάζοντας τις “Μέρες του 1903”, διαπιστώνεις έναν κοινό τόπο στον τρόπο που στήνουν τους χώρους και προκαλούν συναισθήματα μέσα από την αρχιτεκτονική ή ένα κινηματογραφικό κάδρο. Και οι δύο δημιουργοί χρησιμοποιούν τον χώρο ως φορέα επιθυμίας: δωμάτια, παράθυρα, πισίνες, σοκάκια ή καθημερινές σκηνές αποκτούν μια ιδιαίτερη ένταση», σημειώνει, υπογραμμίζοντας ότι τόσο στον Χόκνεϊ όσο και στον Καβάφη το συναίσθημα μεταφράζεται σε χώρο. «Ο ερωτισμός δεν είναι η εκπλήρωση της επιθυμίας αλλά η διαρκής σκηνική παρουσία της», παρατηρεί. Οπως εξηγεί, η επιθυμία δεν εκφράζεται μόνο μέσα από τις μορφές, αλλά και μέσα από το χρώμα, τη φόρμα και τον τρόπο που οργανώνεται το βλέμμα του θεατή. Οι μορφές του Χόκνεϊ μοιάζουν συχνά να έχουν επίγνωση ότι παρακολουθούνται, ενώ παράθυρα, τζάμια και άλλες οπτικές «μεσολαβήσεις» τοποθετούν τον θεατή σε μια θέση σχεδόν ηδονοβλεπτική.

Η γλυκιά ζωγραφική του βιώματος-3

«Με τον θάνατο του Ντέιβιντ Χόκνεϊ αποχαιρετούμε ένα δημιουργό που μετέτρεψε την ίδια τη διαδικασία του βλέμματος σε μια πράξη βαθιάς αγάπης για την καθημερινή, αισθητηριακή εμπειρία», επισημαίνει και ο Κώστας Στασινόπουλος, διευθυντής εκθέσεων στην Kyklos Κέντρο Τεχνών και Πολιτισμών και επί μία δεκαετία υπεύθυνος ζωντανών προγραμμάτων στη Serpentine στο Λονδίνο. (H Serperntine φιλοξενεί τώρα την τελευταία έκθεση του Βρετανού ζωγράφου, με τίτλο «David Hockney. A Υear in Normandie and Some Other Thoughts about Painting».) «Στο έργο του, η οικειότητα χαρτογραφείται με όρους απόλυτης φυσικότητας: το νωχελικό βάρος ενός σώματος που ξεκουράζεται ή που αναδύεται από μια πισίνα, καθώς και οι ηλιόλουστες γωνιές ενός δωματίου, γίνονται αθόρυβες, παντοτινές μαρτυρίες συντροφικότητας. Ο ερωτισμός του ήταν, στον πυρήνα του, ένας ερωτισμός της προσοχής: ένα τρυφερό, επίμονο βλέμμα που προσέδωσε μνημειακή αξιοπρέπεια στις απλές χαρές και στην άμεση, απτή μας ύπαρξη».

Με τον θάνατο του Ντέιβιντ Χόκνεϊ αποχαιρετούμε ένα δημιουργό που μετέτρεψε την ίδια τη διαδικασία του βλέμματος σε μια πράξη βαθιάς αγάπης για την καθημερινή, αισθητηριακή εμπειρία. -Κώστας Στασινόπουλος, διευθυντής εκθέσεων στην Kyklos Κέντρο Τεχνών και Πολιτισμών

Για τον Στασινόπουλο, αυτή η λεπτή ενορχήστρωση του πόθου βρίσκει την απόλυτη έκφρασή της στο «Α Bigger Splash». «Ο Χόκνεϊ λειτούργησε εδώ ως ένας ιδιότυπος σκηνοθέτης του αυθορμητισμού: αφιερώνοντας εβδομάδες για να αποτυπώσει σχολαστικά μια υδάτινη έκρηξη κλασμάτων του δευτερολέπτου, υπονόμευσε με λεπτή ειρωνεία την κυρίαρχη, γεμάτη τεστοστερόνη “χειρονομία” του αφηρημένου εξπρεσιονισμού. Αυτό που τελικά παγίδευσε στον καμβά είναι το φορτισμένο ίχνος ενός απόντος ανδρικού σώματος. Οι πίνακές του λειτούργησαν ως ένα απελευθερωτικό, εκλεπτυσμένα camp θεατρικό σκηνικό για τη ζωή του ίδιου και των φίλων του· ένας χώρος που παρείχε την “άδεια” στην κουίρ επιθυμία να εκδηλωθεί ανοιχτά και να εορταστεί».

comment-below Λάβετε μέρος στη συζήτηση 0 Εγγραφείτε για να διαβάσετε τα σχόλια ή
βρείτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει για να σχολιάσετε.
Για να σχολιάσετε, επιλέξτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει. Παρακαλούμε σχολιάστε με σεβασμό προς την δημοσιογραφική ομάδα και την κοινότητα της «Κ».
Σχολιάζοντας συμφωνείτε με τους όρους χρήσης.
Εγγραφή Συνδρομή

Editor’s Pick

ΤΙ ΔΙΑΒΑΖΟΥΝ ΟΙ ΣΥΝΔΡΟΜΗΤΕΣ

MHT