Ο Βρετανός καλλιτέχνης Ντέιβιντ Χόκνεϊ, που κατέκτησε μια θέση μοναδική τόσο στη σύγχρονη τέχνη όσο και στη συλλογική φαντασία του κοινού, έφυγε χθες από τη ζωή σε ηλικία 88 ετών, αφήνοντας πίσω του έργο που διαμόρφωσε τον τρόπο με τον οποίο προσλαμβάνουμε την εικόνα, το χρώμα, ακόμη και την ίδια την πράξη της παρατήρησης.
Το πολυδιάστατο έργο που άφησε πίσω του διαμόρφωσε τον τρόπο με τον οποίο προσλαμβάνουμε τη σύγχρονη τέχνη – Υπήρξε ένας ακούραστος πειραματιστής.
Με προσωπικότητα που συνδύαζε σεμνότητα και αυθορμητισμό, ο Χόκνεϊ υπήρξε για δεκαετίες από τις πιο αγαπητές μορφές της βρετανικής κουλτούρας, ένας δημιουργός που έγινε διάσημος όχι μόνο για την τέχνη του αλλά και για τον τρόπο που «κατοικούσε» τον κόσμο: ευγενής, άμεσος, με μια νεότητα πνεύματος που δεν τον εγκατέλειψε ποτέ. Ο θεωρητικός τέχνης Mάρτιν Γκέιφορντ, ένας από τους στενότερους συνομιλητές και βιογράφους του, τον περιέγραφε ως λόγιο, πολυμαθή, βαθιά φιλοσοφημένο, αλλά ταυτόχρονα ικανό να εκφράζει τις πιο σύνθετες παρατηρήσεις με μια καθαρότητα αβίαστη. Στην προσωπική του ζωή παρέμεινε γνωστός για την πεισματική του άρνηση να κόψει το κάπνισμα, αλλά ακόμη και τότε χρησιμοποιούσε ένα τεχνολογικά εξελιγμένο τασάκι που κρατούσε τον καπνό για τον εαυτό του, «μια μικρή, χαρακτηριστική χειρονομία ενός “ευγενικού φιλελεύθερου” που σεβόταν την ελευθερία του άλλου όσο και τη δική του», σχολιάζει η εφημερίδα Guardian.
Η πορεία του
Ο Χόκνεϊ γεννήθηκε το 1937 στο Μπράντφορντ του Γιορκσάιρ, γιος εργατικής οικογένειας. Σπούδασε πρώτα στο Bradford College of Art και κατόπιν στο Royal College of Art του Λονδίνου, όπου αναδείχθηκε σε μία από τις πιο ξεχωριστές φωνές της μεταπολεμικής βρετανικής τέχνης. Παρά την παρουσία του στο επίκεντρο του Swinging London στα ’60s και αργότερα στην πρωτοπορία της Καλιφόρνιας, ο Χόκνεϊ δεν υπήρξε ποτέ απλώς μέλος μιας πολλά υποσχόμενης καλλιτεχνικής παρέας που αναζητούσε το καινούργιο. Ηταν ταυτόχρονα παρατηρητής των εξελίξεων και άγρυπνος καταγραφέας του κόσμου γύρω του. Στην πρώτη του επίσκεψη στις Ηνωμένες Πολιτείες το 1961, δημιούργησε μια σειρά έργων που «κοιτάζουν» την Αμερική με γοητεία και απορία – τόσο νεανική και ορμητική, που ξαφνιάζει τον ζωγράφο, τόσο όμορφη, που τον μαγνητίζει.

Στα τέλη της δεκαετίας του 1960 μια παράξενη ηρεμία αρχίζει να κυριαρχεί στη ζωγραφική του, καθώς ο ίδιος μεταμορφώνεται σταδιακά στον άνθρωπο που παρατηρεί από απόσταση. Η μοναξιά του θεατή αποδόθηκε εξαιρετικά στο έργο που πολλοί θεωρούν ως ένα από τα σημαντικότερα της καριέρας του, το «Portrait of an Artist» (Pool with Two Figures). Στον τεράστιο αυτό καμβά του 1972, ένας νεαρός άνδρας με ροζ σακάκι στέκεται δίπλα σε μια πισίνα και κοιτάζει έναν κολυμβητή που κινείται κάτω από το νερό.
Η σχέση του Χόκνεϊ με την τεχνολογία και την καινοτομία υπήρξε σταθερή. Θαύμαζε τον Πικάσο και επιχείρησε να μεταφέρει τις πολλαπλές προοπτικές του κυβισμού στη φωτογραφία, δημιουργώντας πολυεπίπεδες συνθέσεις που επεδίωκαν να αποτυπώσουν τον τρόπο με τον οποίο πραγματικά βλέπουμε: μέσα από θραύσματα και διαδοχικές αποκαλύψεις. Αυτές οι φωτογραφικές «συναρμολογήσεις» έγιναν από τα πιο αναγνωρίσιμα έργα του.
Η ανθρώπινη διάσταση
Παράλληλα, η ανθρώπινη διάσταση παρέμεινε κεντρική στη δουλειά του. Στις δεκαετίες του 1980 και του 1990, ο Χόκνεϊ διεύρυνε διαρκώς τα εκφραστικά του μέσα, από τα σκηνικά όπερας έως τα μνημειακά τοπία της Καλιφόρνιας και της πατρίδας του, του Γιορκσάιρ. Παρέμεινε ακούραστος πειραματιστής, προετοιμάζοντας τη μετάβασή του στην ψηφιακή δημιουργία, με iPhone και iPad, που χαρακτήρισε τη μεταγενέστερη περίοδό του.
Οι πίνακές του θεωρούνται από τους πιο αγαπητούς στη δευτερογενή αγορά τέχνης και είναι χαρακτηριστικό πως το 2022 ο πίνακας «Early Morning, Sainte-Maxime» (1968), με αρχική εκτίμηση έως 10 εκατ. λίρες, πουλήθηκε από τον οίκο δημοπρασιών Christie’s μέσα σε 6 λεπτά έναντι 21 εκατ. λιρών (23,1 εκατ. δολάρια).

Για τον Οκτώβριο του 2027, η Tate Britain έχει ανακοινώσει μια τεράστια αναδρομική έκθεση του καλλιτέχνη. Με περισσότερα από 200 έργα, η έκθεση καλύπτει όλο το εύρος της εξαιρετικής καριέρας του. Από τις πρωτοποριακές απεικονίσεις της queer επιθυμίας της δεκαετίας του 1960 έως τις τρυφερές εικόνες των γονιών του και τις πρόσφατες σκηνές από το σπίτι και το στούντιό του, ο Χόκνεϊ ζωγράφιζε πάντα αυτό που τον συνέδεε με τους άλλους. Πίστευε ότι «ένα από τα σπουδαία πράγματα στην τέχνη είναι ότι κοιτάζοντας μια εικόνα ο καθένας μας έχει άλλη άποψη για το τι βλέπει», φράση που συνοψίζει την πίστη του στην πολλαπλότητα της θέασης και στη βαθιά ανθρώπινη διάσταση της εικόνας.

