Η πιο ύπουλη μορφή brain drain

«Μια δεκαετία στο εξωτερικό, και είσαι εντελώς διαφορετικός άνθρωπος», λέει στην «Κ» ο Κωνσταντίνος Δασκαλάκης, καθηγητής στο MIT, ενώ 4 ερευνητές σε πανεπιστήμια των ΗΠΑ καταθέτουν τις εμπειρίες τους

11' 48" χρόνος ανάγνωσης

Κάθε χρόνο, η Ελλάδα χάνει πολλούς από τους κορυφαίους αποφοίτους της σε διδακτορικά προγράμματα στις ΗΠΑ. Οι περισσότεροι δεν γυρίζουν ποτέ πίσω. Τι θα συνέβαινε αν μέρος της λύσης δεν ήταν να σταματήσει η φυγή, αλλά να δημιουργηθούν «Brain Bridges», δηλαδή γέφυρες συνεργασίας Ελλάδας και εξωτερικού;

Στα 20 κάτι, η απόφαση μοιάζει απλή. Μόλις τελείωσες το πτυχίο σου στην πληροφορική, τη μηχανική, τα μαθηματικά ή κάποιο άλλο επιστημονικό πεδίο σε ελληνικό πανεπιστήμιο, και διδακτορικά προγράμματα από τις ΗΠΑ ανοίγουν τις πόρτες τους για να σε υποδεχθούν. Η επόμενη κίνηση φαντάζει αυτονόητη: αρπάζεις την ευκαιρία και φεύγεις.

Αυτό που κανείς δεν σου λέει είναι ότι αυτή η στιγμή – αυτή η φαινομενικά προσωρινή επιλογή – γίνεται το μη αναστρέψιμο σταυροδρόμι στα τριάντα σου. Ως τότε, έχεις υιοθετήσει μια εργασιακή κουλτούρα που σφυρηλατήθηκε στο εξωτερικό, πιθανώς έχεις χτίσει οικογένεια στις ΗΠΑ, και έχεις γίνει ένας ριζικά διαφορετικός άνθρωπος. Ο ερευνητής που έφυγε από την πατρίδα του δεν υπάρχει πια, και η Ελλάδα που γνώριζε έχει αλλάξει και αυτή.

«Μια δεκαετία στο εξωτερικό, και είσαι εντελώς διαφορετικός άνθρωπος», εξήγησε ο Κωνσταντίνος Δασκαλάκης, καθηγητής στο Τεχνολογικό Ινστιτούτο Μασαχουσέτης (MIT) στο τμήμα Ηλεκτρολόγων Μηχανικών και Πληροφορικής, που έχει παρακολουθήσει αυτό το μοτίβο να επαναλαμβάνεται σε γενιές Ελλήνων διδακτορικών φοιτητών. «Δεν θα επιστρέψεις σε ένα περιβάλλον που δεν σου είναι πια οικείο».

Αυτή είναι η πιο ύπουλη μορφή brain drain στην Ελλάδα – όχι μια δραματική φυγή καταξιωμένων ακαδημαϊκών, αλλά μια σιωπηλή εκροή νέων ανθρώπων που δεν παίρνουν ποτέ την ευκαιρία να χτίσουν ερευνητική καριέρα στην πατρίδα τους.

Οι αριθμοί μιλούν από μόνοι τους: από τους πολλούς Ελληνες ερευνητές που πέρασαν από την καθοδήγηση του Δασκαλάκη στο MIT, μόνο ένας έχει επιστρέψει στην Ελλάδα.

Το πρόβλημα της κρίσιμης μάζας

Ο Δασκαλάκης εντόπισε αυτό που κάνει τα αμερικανικά ερευνητικά ιδρύματα τόσο ελκυστικά για τα ελληνικά ταλέντα. «Η Βοστώνη είναι ένα από τα μεγαλύτερα ακαδημαϊκά κέντρα του κόσμου», εξήγησε. Η επιστημονική κοινότητα λειτουργεί σε εξαιρετικά υψηλό επίπεδο· όχι μόνο οι καθηγητές, αλλά ολόκληρο το οικοσύστημα ερευνητών, μεταδιδακτορικών και διδακτορικών φοιτητών.

Η Ελλάδα έχει εξαιρετικούς ερευνητές, τόνισε ο Κ. Δασκαλάκης. Δεν μας λείπει το ταλέντο, αλλά η συγκέντρωση ταλέντου που δημιουργεί δυναμική

Αυτό το οικοσύστημα, που ο Δασκαλάκης αποκαλεί «κρίσιμη μάζα», είναι αυτό που λείπει βαθύτατα από την Ελλάδα. «Υπάρχουν τμήματα στην Ελλάδα όπου μπορείς να κάνεις υψηλού επιπέδου έρευνα αλλά δεν υπάρχει κρίσιμη μάζα, δηλαδή μια μεγάλη, συγκεντρωμένη ομάδα ανθρώπων που κάνουν έρευνα παγκόσμιας κλάσης. Χωρίς αυτή την πυκνότητα όλα εξανεμίζονται. Η έμπνευση, οι συνεργασίες, οι συζητήσεις στους διαδρόμους που γεννούν ανακαλύψεις».

Η Ελλάδα έχει εξαιρετικούς ερευνητές, τόνισε ο Δασκαλάκης. Δεν μας λείπει το ταλέντο, αλλά η συγκέντρωση ταλέντου που δημιουργεί δυναμική. Στη Βοστώνη, ένας τυχαίος καφές μπορεί να γεννήσει μια συνεργασία. Η ομάδα σου σε ωθεί μπροστά μέσα από ανταγωνισμό και συνεργασία.

Οι ερευνητές, εξήγησε, αποκτούν πρόσβαση σε τεχνολογικές εξελίξεις πριν αυτές γίνουν ευρέως γνωστές. Η παρακολούθηση ενός σεμιναρίου ή μια συζήτηση με συναδέλφους σε εκθέτει σε εξελίξεις του τομέα σου μήνες, μερικές φορές χρόνια, πριν αυτές περάσουν από τον κύκλο δημοσίευσης. 

Η έρευνα γίνεται πολύ πιο δυναμική και συλλογική· αποκτάς πρόσβαση σε περισσότερες ιδέες και τρόπους σκέψης 

Η πιο ύπουλη μορφή brain drain-1

Ο Θοδωρής Τσιλιβής (φωτό), υποψήφιος διδάκτορας στην πληροφορική στο Πανεπιστήμιο της Βοστώνης (BU), το έζησε αυτό από πρώτο χέρι όταν μετέβη από τις προπτυχιακές του σπουδές στο Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο (ΕΜΠ).

Στο ΕΜΠ είχε εξαιρετικούς καθηγητές και απέκτησε γερές βάσεις για μια ερευνητική καριέρα· ωστόσο, οι ευκαιρίες συνεργασίας παρέμεναν περιορισμένες λόγω του σχετικά μικρού αριθμού ανθρώπων που εργάζονταν σε παρόμοιους ερευνητικούς τομείς.

Στη Βοστώνη, αντίθετα, βρήκε σημαντικά περισσότερους ερευνητές, τόσο καθηγητές όσο και φοιτητές, με τους οποίους μπορούσε να συνεργαστεί, όχι μόνο στο ίδιο του το ίδρυμα, αλλά σε ολόκληρο το διασυνδεδεμένο ακαδημαϊκό δίκτυο της πόλης. «Υπάρχει άμεση επικοινωνία μεταξύ των πανεπιστημίων», παρατήρησε ο Τσιλιβής, «και αυτό ενθαρρύνει τη συνεργασία με ερευνητές από άλλα ιδρύματα με παρόμοια ενδιαφέροντα. Η έρευνα γίνεται πολύ πιο δυναμική και συλλογική· αποκτάς πρόσβαση σε περισσότερες ιδέες και τρόπους σκέψης, και νιώθεις μέρος μιας ευρύτερης ακαδημαϊκής κοινότητας».

Η μετάβαση τον έφερε αντιμέτωπο με κάτι που δεν είχε αντιληφθεί: πόσο ανοιχτό είναι το ακαδημαϊκό δίκτυο. Στην Ελλάδα, τα πανεπιστήμια μπορούν να νιώθουν απομονωμένα το ένα από το άλλο. Στη Βοστώνη, είναι συνηθισμένο οι ερευνητές να κινούνται ελεύθερα μεταξύ ιδρυμάτων, να παρακολουθούν σεμινάρια σε όλη την πόλη, να συν-υπογράφουν εργασίες με συναδέλφους από πολλά πανεπιστήμια. Τα όρια που υπάρχουν στα χαρτιά, στην πράξη δεν υπάρχουν.

Ωστόσο, παρ’ όλα αυτά τα πλεονεκτήματα, ο Τσιλιβής ανακάλυψε ότι η ποιότητα της ελληνικής εκπαίδευσης τον είχε προετοιμάσει εξαιρετικά καλά. Το αυστηρό πρόγραμμα του ΕΜΠ του έδωσε τις θεωρητικές βάσεις για να ανταγωνιστεί στο BU. Αυτό που η Ελλάδα δεν μπορούσε να προσφέρει ήταν το οικοσύστημα: η πυκνότητα ερευνητών, η κουλτούρα συνεργασίας, η υποδομή που μετατρέπει την ατομική αριστεία σε συλλογική πρόοδο.

Οι προπτυχιακές σπουδές μού έδωσαν πολύ γερές βάσεις στην πληροφορική

Η πιο ύπουλη μορφή brain drain-2

Ο Χρήστος Ζάρκος (φωτό), υποψήφιος διδάκτορας στο MIT, που ολοκλήρωσε τετραετές πτυχίο πληροφορικής στο Πανεπιστήμιο Κρήτης, είχε ανάλογη εμπειρία. «Οι προπτυχιακές σπουδές μού έδωσαν πολύ γερές βάσεις στην πληροφορική», σχολίασε. Το ελληνικό πανεπιστήμιο τον εξόπλισε με την τεχνική αυστηρότητα για να τα καταφέρει στο εξωτερικό.

Αλλά και κάτι άλλο που φέρνουν οι Ελληνες στα διεθνή ερευνητικά περιβάλλοντα: την πολιτισμική προσαρμοστικότητα. «Εχουμε διάφορες κοινωνικές δεξιότητες, όπως η κοινωνικότητα και η αντίληψη, που βοηθούν πολύ όταν χρειάζεται να ζήσεις σε μια ξένη χώρα και να προσαρμοστείς σε ένα νέο περιβάλλον». Αυτό λειτουργεί ως υπενθύμιση ότι το brain drain δεν αφορά μόνο την απώλεια τεχνικής εμπειρογνωμοσύνης· αλλά και την απώλεια των ανθρώπινων ιδιοτήτων που κάνουν τη συνεργασία αποτελεσματική.

Ενα ακόμα στοιχείο που σπάνια συζητείται είναι η εργασιακή κουλτούρα. Μόλις κάποιος μάθει να σπουδάζει και να εργάζεται εκτός Ελλάδας, η επιστροφή γίνεται πιο δύσκολη. Ο λόγος δεν είναι ότι οι Ελληνες ερευνητές στερούνται αφοσίωσης, αλλά ότι το σύστημα δεν την ενισχύει με τον ίδιο τρόπο. Προσαρμόζεσαι σε ένα περιβάλλον όπου η έρευνα δεν ενθαρρύνεται απλώς αλλά αναμένεται, και όπου η υποδομή και οι διαθέσιμοι πόροι μπορούν να υποστηρίξουν την έντασή της.
«Είναι πιο εύκολο να ευδοκιμήσεις σε μια όαση παρά σε μια έρημο», εξήγησε ο Δασκαλάκης. Η επιστήμη είναι δύσκολη παντού, αλλά η διεξαγωγή έρευνας χωρίς την κρίσιμη μάζα συναδέλφων και πόρων κάνει μια ήδη απαιτητική προσπάθεια εκθετικά πιο δύσκολη.

Φοιτητές, καθηγητές και ερευνητές από πολλές διαφορετικές επιστήμες βρίσκονται σε συνεχή επικοινωνία

Ο Βαρδής Κανδήρος, που ολοκλήρωσε το διδακτορικό του στην πληροφορική στο MIT και εργάζεται τώρα ως μεταδιδακτορικός ερευνητής στο Πανεπιστήμιο του Κολούμπια, το γνωρίζει από πρώτο χέρι.

Στο MIT και στο Κολούμπια «η καινοτομία βρίσκεται στο επίκεντρο της ακαδημαϊκής ζωής». «Προπτυχιακοί, μεταπτυχιακοί φοιτητές, καθηγητές και ερευνητές από πολλές διαφορετικές επιστήμες βρίσκονται σε συνεχή επικοινωνία, συνεργαζόμενοι στην αναζήτηση καινοτόμων επιστημονικών ιδεών και ερευνητικών κατευθύνσεων». Είναι κουλτούρα, όχι απλώς δομή.

Η γραφειοκρατία που έπρεπε να ξεπεράσουμε για να πάρουμε τα χρήματα ήταν τρομακτική

Η πιο ύπουλη μορφή brain drain-3

Ο Ιάσονας Νικολάου (φωτό), υποψήφιος διδάκτορας στην πληροφορική στο Πανεπιστήμιο της Βοστώνης (BU), έζησε από πρώτο χέρι πώς το σύστημα μπορεί να σε εξαντλεί. Στα προπτυχιακά του χρόνια στο ΕΜΠ, ίδρυσε μαζί με συμφοιτητές του μια ομάδα αεροδιαστημικής. Χρειάζονταν χρηματοδότηση για να συμμετάσχουν σε διεθνείς διαγωνισμούς. Να βρουν χορηγούς ήταν εύκολο· να λάβουν τελικά τα χρήματα, πολύ λιγότερο. «Η γραφειοκρατία που έπρεπε να ξεπεράσουμε για να πάρουμε τα χρήματα ήταν τρομακτική», θυμάται. Δεν πιστεύει ότι έλαβαν ποτέ το σύνολο της χρηματοδότησης.
Είναι μια ιστορία που όμως αποτυπώνει μια βαθύτερη δυσλειτουργία: ένα σύστημα που δημιουργεί εμπόδια αντί να τα απομακρύνει, που εξαντλεί τους ερευνητές με γραφειοκρατία πριν ακόμα ξεκινήσουν τη δουλειά τους.

Το ερευνητικό τοπίο της Ελλάδας αποτελείται από απομονωμένες νησίδες αριστείας αντί από διασυνδεδεμένα οικοσυστήματα. Η χρηματοδότηση είναι σπάνια. Οταν υπάρχει, προέρχεται κυρίως από ευρωπαϊκά προγράμματα, που απαιτούν ατελείωτες αιτήσεις και γραφειοκρατική πλοήγηση. Σε πολλές περιπτώσεις, μεγάλο μέρος της διαθέσιμης χρηματοδότησης στοχεύει σε εφαρμοσμένα, βιομηχανικά προγράμματα, καθιστώντας σχεδόν αδύνατη τη διεξαγωγή θεμελιώδους έρευνας χωρίς εξωτερική υποστήριξη.

Ο Νικολάου εντόπισε επίσης τα βασικά εμπόδια για ερευνητές που σκέφτονται να επιστρέψουν στην Ελλάδα. «Δυστυχώς, οι ερευνητικές ευκαιρίες στη βιομηχανία είναι πολύ περιορισμένες, ενώ οι ακαδημαϊκές θέσεις παραμένουν σπάνιες και συχνά δυσπρόσιτες». Η έλλειψη διαθέσιμων θέσεων – είτε σε εργαστήρια του ιδιωτικού τομέα είτε σε πανεπιστήμια – έρχεται σε έντονη αντίθεση με χώρες που διαθέτουν πιο ανεπτυγμένη υποδομή, καθιστώντας δύσκολη τη διατήρηση μιας σταθερής επαγγελματικής πορείας. Χωρίς επαρκή χρηματοδότηση, χωρίς θέσεις, χωρίς ένα σύστημα που σε στηρίζει αντί να σε εξαντλεί, η επιστροφή γίνεται θεωρητική. 

Η μάχη κατά του brain drain από μέσα

Αυτή η πραγματικότητα πυροδότησε μια αντισυμβατική λύση: να κρατηθούν οι ερευνητές στην Ελλάδα παρέχοντάς τους πρόσβαση σε ευκαιρίες έρευνας παγκόσμιας κλάσης χωρίς να χρειαστεί να φύγουν.

Το μοντέλο είναι απλό: σε ταλαντούχους φοιτητές από ελληνικά πανεπιστήμια προσφέρεται η ευκαιρία – και η χρηματοδότηση – να εκπονήσουν διδακτορική έρευνα υπό την κοινή επίβλεψη καθηγητών από ελληνικά και διεθνή ιδρύματα

Ο «Αρχιμήδης», το Ερευνητικό Κέντρο Τεχνητής Νοημοσύνης, Επιστήμης Δεδομένων και Αλγορίθμων στην Αθήνα, επιχειρεί να λύσει «το brain drain που συμβαίνει στα είκοσί σου», όπως το περιέγραψε ο Δασκαλάκης. Το μοντέλο είναι απλό: σε ταλαντούχους φοιτητές από ελληνικά πανεπιστήμια προσφέρεται η ευκαιρία – και η χρηματοδότηση – να εκπονήσουν διδακτορική έρευνα υπό την κοινή επίβλεψη καθηγητών από ελληνικά και διεθνή ιδρύματα. Παραμένουν στην Αθήνα, εκπονώντας την έρευνά τους στις εγκαταστάσεις του Αρχιμήδη, συνδεόμενοι με διεθνείς συνεργάτες μέσω απομακρυσμένων συνεργασιών και ερευνητικών ανταλλαγών.

«Εχεις πλέον φοιτητές στην Ελλάδα των οποίων η διδακτορική έρευνα επιβλέπεται από κοινού από έναν καθηγητή του ΕΜΠ και έναν καθηγητή του MIT ή άλλα τέτοια ζεύγη κορυφαίων ελληνικών και διεθνών ιδρυμάτων δημιουργώντας τεράστιες ευκαιρίες για μεταφορά γνώσης και συνεργασία μεταξύ διεθνών και Ελλήνων επιστημόνων, μέσω του Αρχιμήδη», εξήγησε ο Δασκαλάκης. 
Το κέντρο αριθμεί περίπου 100 άτομα: 50 διδακτορικούς φοιτητές και 50 συνεργαζόμενους καθηγητές, μοιρασμένους μεταξύ ελληνικών και ξένων ιδρυμάτων, και μεταδιδακτορικούς ερευνητές. Το καλοκαίρι, τόσο Ελληνες όσο και διεθνείς φοιτητές από τις ΗΠΑ περνούν τους μήνες τους στον Αρχιμήδη.

Η πιο ύπουλη μορφή brain drain-4

Ο Βαρδής Κανδήρος (φωτό), έχει επιστρέψει για πολλά καλοκαίρια, βιώνοντας από πρώτο χέρι πώς το κέντρο γεφυρώνει κοινότητες που σπάνια συναντιούνται. «Κατά τη διάρκεια μιας από τις επισκέψεις μου στο κέντρο, ξεκίνησα μια συνεργασία με έναν μεταδιδακτορικό επιστήμονα επισκέπτη από τις ΗΠΑ. Το θέμα ήταν αρκετά καινούργιο για μένα, αλλά το ερευνητικό ερώτημα φαινόταν ενδιαφέρον, οπότε προχωρήσαμε. Τελικά, αυτή η δουλειά έγινε σημαντικό μέρος της διδακτορικής μου διατριβής και διαμόρφωσε την κατεύθυνση της έρευνάς μου ακόμα και μετά την ολοκλήρωση του διδακτορικού μου».
Τα ερευνητικά αποτελέσματα είναι ήδη ορατά και ο Αρχιμήδης στρέφει το βλέμμα του στους μαθητές Λυκείου και τους προπτυχιακούς που θα μπορούσαν να είναι οι επόμενοι υπότροφοί του. Εχουν ήδη διοργανωθεί δύο πανελλήνιοι διαγωνισμοί τεχνητής νοημοσύνης για μαθητές λυκείου, με την ελληνική ομάδα να εκπροσωπεί τη χώρα διεθνώς και να επιστρέφει με μετάλλια.

Ο Δασκαλάκης οραματίζεται τον «Αρχιμήδη» ως ένα ολοκληρωμένο κέντρο τεχνητής νοημοσύνης που θα καλύπτει τα πάντα, από τη θεμελιώδη έρευνα έως τις βιομηχανικές εφαρμογές, συμπεριλαμβανομένης και υποστήριξης για νέες επιχειρήσεις. Η φιλοδοξία είναι ξεκάθαρη, η πρόκληση είναι η υλοποίηση.

Ο Τσιλιβής είδε συγκεκριμένη πρόοδο: «Τα τελευταία χρόνια υπάρχει αξιοσημείωτη βελτίωση· οι συνεργασίες με άλλες χώρες έχουν ενισχυθεί και δημιουργούνται νέα ερευνητικά κέντρα με διεθνή προσανατολισμό, με τον Αρχιμήδη ως χαρακτηριστικό παράδειγμα. Αυτό δείχνει ότι το περιβάλλον αλλάζει σταδιακά προς το καλύτερο».
Η συνεργασία μεταξύ ερευνητών στο εξωτερικό και πανεπιστημίων στην Ελλάδα, είπε, «είναι πλούσια και συνεχώς ενισχύεται, όπως φαίνεται από τις πολλές δημοσιεύσεις που συν-υπογράφουν ερευνητές από την Ελλάδα και το εξωτερικό στα καλύτερα διεθνή συνέδρια».
Ο Ιάσονας Νικολάου βλέπει με ενδιαφέρον την ιδέα των Brain Bridges αλλά τόνισε πως «για να είναι ουσιαστικό ένα τέτοιο πρόγραμμα, πρέπει να εξασφαλίζει άφθονες ευκαιρίες για πραγματική φυσική επαφή, να επιτρέπει στους ερευνητές να ταξιδεύουν και να περνούν σημαντικό χρόνο σε άλλα ερευνητικά ιδρύματα, και να συνεργάζονται στενά με άλλους επιστήμονες». Χρειάζεται δηλαδή μια παρατεταμένη επαφή που χτίζει διαρκείς σχέσεις.

Το κλειδί, πρότεινε ο Νικολάου, δεν είναι να κρατηθούν οι άνθρωποι στην Ελλάδα μόνιμα· είναι να δημιουργηθούν διαδρομές κίνησης και προς τις δύο κατευθύνσεις. «Φυσικά, ένα τέτοιο πρόγραμμα θα με ενδιέφερε. Αλλά νομίζω ότι θα ήταν ακόμα πιο χρήσιμο για ερευνητές και φοιτητές που εργάζονται στην Ελλάδα, γιατί θα τους επέτρεπε να χτίσουν συνεργασίες στο εξωτερικό». Τα Brain Bridges λειτουργούν καλύτερα, με άλλα λόγια, όταν διευκολύνουν την ελεύθερη ανταλλαγή ερευνητών παρά όταν προσπαθούν να σταματήσουν την έξοδο εξ ολοκλήρου.

Το μακροπρόθεσμο στοίχημα

Μπορούν πρωτοβουλίες όπως ο Αρχιμήδης να ανταγωνιστούν τα καλύτερα ιδρύματα των ΗΠΑ; «Οχι με ένα ίδρυμα όπως το MIT. Αυτό είναι ανέφικτο», είπε ο Δασκαλάκης. «Αλλά δυνητικά με κέντρα τεχνητής νοημοσύνης σε όλη την Ευρώπη, ειδικά αν η Ελλάδα αξιοποιήσει αποτελεσματικά την επιστημονική της διασπορά». Στόχος, άλλωστε, δεν είναι να αναπαραχθεί το MIT στην Ελλάδα, αλλά «να δημιουργηθεί κάτι αρκετά ελκυστικό ώστε το να μείνεις να γίνει μια βιώσιμη επιλογή».

Για πολλούς ερευνητές αυτό που έχει μεγαλύτερη σημασία δεν είναι μόνο ο μισθός, αλλά να είσαι περιτριγυρισμένος από ανθρώπους που αναγνωρίζουν την αξία της δουλειάς σου και επιδιώκουν την καινοτομία

Για τους ερευνητές που βρίσκονται ήδη στο εξωτερικό, η πραγματικότητα παραμένει σκληρή. Ο Νικολάου ήταν ειλικρινής: «Η επιστροφή στην Ελλάδα θα ήταν ρεαλιστική επιλογή μόνο για οικογενειακούς λόγους. Αυτό ισχύει για τη συντριπτική πλειοψηφία των Ελλήνων ερευνητών στο εξωτερικό». Δεν βλέπει πώς αυτό μπορεί να αλλάξει γρήγορα, «εκτός αν υπάρξει πιο συστηματική επένδυση της χώρας στην έρευνα, τόσο από τον δημόσιο όσο και από τον ιδιωτικό τομέα».
Για πολλούς ερευνητές, σημείωσε ο Βαρδής Κανδήρος, αυτό που έχει μεγαλύτερη σημασία δεν είναι μόνο ο μισθός – είναι το να είσαι «περιτριγυρισμένος από ανθρώπους που αναγνωρίζουν την αξία της δουλειάς σου και επιδιώκουν την καινοτομία». Στο MIT και στο Κολούμπια, «η καινοτομία βρίσκεται στο επίκεντρο της ακαδημαϊκής ζωής». Αυτή η κουλτούρα παραμένει συγκεντρωμένη στο εξωτερικό.

Ωστόσο, κάποιοι βλέπουν διεξόδους. Ο Χρήστος Ζάρκος τόνισε ότι «ενεργά και καρποφόρα Brain Bridges είναι σίγουρα εφικτά». Το κλειδί είναι η αμοιβαία προσπάθεια: «Ο πιο σημαντικός παράγοντας είναι η θέληση να δράσουμε, και αυτή η προσπάθεια πρέπει να έρθει και από τις δύο πλευρές». Οι ερευνητές στο εξωτερικό πρέπει να είναι ανοιχτοί στο να παραμείνουν συνδεδεμένοι. Αλλά το πιο σημαντικό, «η ίδια η χώρα πρέπει να καλλιεργεί ενεργά αυτή τη θέληση, για παράδειγμα ενισχύοντας τα πανεπιστήμια και στηρίζοντας την έρευνα».
Τα δίκτυα πάντως δεν σταματούν την έξοδο. Κάθε Σεπτέμβριο, μια νέα ομάδα Ελλήνων φοιτητών επιβιβάζεται σε αεροπλάνα για να κυνηγήσει τα ερευνητικά της όνειρα στο εξωτερικό. Η Ελλάδα συνεχίζει να ελπίζει ότι κάποια μέρα, με κάποιον τρόπο, το brain drain θα αναστραφεί. Ως τότε, πέρα από τον Ατλαντικό, τα πανεπιστήμια συνεχίζουν να επωφελούνται από τα μυαλά που η Ελλάδα πλήρωσε για να εκπαιδεύσει, δωρεάν. 

comment-below Λάβετε μέρος στη συζήτηση 0 Εγγραφείτε για να διαβάσετε τα σχόλια ή
βρείτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει για να σχολιάσετε.
Για να σχολιάσετε, επιλέξτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει. Παρακαλούμε σχολιάστε με σεβασμό προς την δημοσιογραφική ομάδα και την κοινότητα της «Κ».
Σχολιάζοντας συμφωνείτε με τους όρους χρήσης.
Εγγραφή Συνδρομή

Editor’s Pick

ΤΙ ΔΙΑΒΑΖΟΥΝ ΟΙ ΣΥΝΔΡΟΜΗΤΕΣ

MHT