Στην αρχή το αντικείμενο ήταν «φεμινιστικό». Το πρώτο ακαδημαϊκό πρόγραμμα για «γυναικείες σπουδές» ιδρύθηκε στο Σαν Ντιέγκο της Καλιφόρνιας το 1970. Επρεπε να περάσουν περίπου τρεις δεκαετίες –και να αναπτυχθεί η θεωρία του φύλου– για να αρχίσουν να εξαπλώνονται στα πανεπιστήμια των Ηνωμένων Πολιτειών τα τμήματα σπουδών φύλου. Τώρα, που το αντικείμενο έχει γίνει επίκεντρο σφοδρής πόλωσης στην Αμερική, το πρώτο σχετικό πανεπιστημιακό τμήμα ιδρύεται και στην Ελλάδα. Πρόκειται για το πρόγραμμα «Σπουδές φύλου», που σχεδιάστηκε και θα υλοποιηθεί από το Τμήμα Κοινωνικής Ανθρωπολογίας και Ιστορίας του Πανεπιστημίου Αιγαίου.
Σήμερα, 22 εισακτέοι
«Υπάρχει τεράστιο ενδιαφέρον για τις ανισότητες που παράγονται από έμφυλες σχέσεις και βρίσκονται στο επίκεντρο του δημόσιου διαλόγου, όπως φαίνεται και από τις πολιτικές της Ευρωπαϊκής Επιτροπής», παρατηρεί, μιλώντας στην «Κ» για το θέμα, η Ελένη Γκαρά, πρόεδρος του τμήματος με έδρα τη Μυτιλήνη.
Τα στοιχεία, πάντως, δείχνουν ότι μέχρι σήμερα η ζήτηση για το Τμήμα Κοινωνικής Ανθρωπολογίας, που μπορεί να δεχθεί 160 φοιτητές ανά έτος, μόνο υψηλή δεν είναι: φέτος είχε μόλις 22 εισακτέους, με 10.500 μονάδες εισαγωγής ο πρώτος και 9.075 ο τελευταίος.
Καλό νέο
Η είδηση της ίδρυσης πτυχίου με αυτό το αντικείμενο σε ελληνικό ΑΕΙ είναι καλό νέο. Η ακαδημαϊκή κοινότητα οφείλει να υποδέχεται όλες τις ισχυρές τάσεις της επιστήμης όπως αυτές αναπτύσσονται παγκοσμίως.
Παναγής Παναγιωτόπουλος
Kαθηγητής ΕΚΠΑ
«Οι σπουδές φύλου ως διεπιστημονικό ακαδημαϊκό αντικείμενο ανεδείχθησαν σε Ευρώπη και ΗΠΑ στα τέλη της δεκαετίας του ’80 και σχετίζονται με την είσοδο στο πανεπιστήμιο των γυναικείων σπουδών τις δεκαετίες του ’60 και του ’70, στο πλαίσιο του φεμινιστικού κινήματος. Το φύλο χρησιμοποιείται ως μία οπτική για την κατανόηση των σχέσεων», δηλώνει από την πλευρά της στην «Κ» η Βενετία Καντσά, καθηγήτρια στο ίδιο τμήμα και πρόεδρός του όταν σχεδιάστηκε το πρόγραμμα σπουδών.
«Οι σπουδές φύλου μας επιτρέπουν να κατανοήσουμε πώς διαμορφώνονται οι σχέσεις όταν αναπτύσσονται μέσα σε διαφορετικά ιστορικά, κοινωνικά και πολιτισμικά περιβάλλοντα. Για παράδειγμα, οι ρόλοι της πατρότητας και της μητρότητας. Ή πώς η οικιακή εργασία συνδέεται με το φύλο και τη μητρότητα. Μπορούμε να μελετήσουμε την ένταση της σύνδεσης αυτής σε διαφορετικά κοινωνικά και πολιτισμικά περιβάλλοντα. Επίσης, μπορούμε να εστιάσουμε στην Ελλάδα μετά το ’90, με την ανάπτυξη μεταναστευτικού κύματος προς τη χώρα μας από χώρες της ΕΣΣΔ και των Βαλκανίων, στο πώς διαμορφώθηκαν οι ρόλοι των δύο φύλων», προσθέτει η κ. Καντσά.
Ο επίσημος προσδιορισμός του αντικειμένου του προπτυχιακού προγράμματος από το τμήμα είναι ο εξής: «Αντικείμενό του είναι η μελέτη της ανθρώπινης δράσης με τα επιστημονικά εργαλεία του φύλου, των έμφυλων σχέσεων και των έμφυλων αναπαραστάσεων. Το πρόγραμμα υιοθετεί μια διεπιστημονική και διαθεματική προσέγγιση, εστιάζοντας στην αλληλοδιαπλοκή του φύλου με την κοινωνική τάξη, την εθνικότητα, τη σεξουαλικότητα και την ηλικία, στο πλαίσιο κοινωνικών σχέσεων, θεσμών και ιστορικών μεταβολών με στόχο την αντιμετώπιση έμφυλων ανισοτήτων και διακρίσεων και την ανάπτυξη δικαιωμάτων. Παράλληλα εξετάζει τη σχέση φύλου και τεχνολογίας, φύλου και επιστήμης, με στόχο την αντιμετώπιση των κοινωνικών και ηθικών προκλήσεων της τεχνολογίας».
Τι θα διδάσκονται οι φοιτητές του; Μεταξύ άλλων, μαθήματα όπως «Γλώσσα, κοινωνία και πολιτισμός», «Ανθρωπολογία του φύλου», «Ανθρωπολογία της συγγένειας», «Φύλο και υλικός πολιτισμός», «Φύλο, μετανάστευση και ρατσισμός», «Ανθρωπολογικές μελέτες στη διατομή φύλου και υγείας», «Φύλο και τεχνολογία στις κοινωνικές επιστήμες», «Φύλο, ανάπτυξη και οικονομικές ανισότητες», «Κοινωνικο-πολιτισμικά σενάρια σχετικά με την ηθική, την ιδιωτικότητα και τη βιωσιμότητα της τεχνητής νοημοσύνης», «Φεμινισμός, φύλο και ψηφιακές τεχνολογίες». Και επίσης: «Τροφή, φύλο, τελετουργία», «Διακρίσεις και ανισότητες στο προνεωτερικό Ισλάμ», «Εμφυλες σχέσεις στην παγκόσμια Ανατολή: Σοσιαλιστική κληρονομιά και μετασοσιαλιστικές ιεραρχίες».
Η ίδρυση του τμήματος έχει εγκριθεί από τη Σύγκλητο του ΑΕΙ, ενώ έχει γίνει πιστοποίηση από την Εθνική Αρχή Ανώτατης Εκπαίδευσης. Πώς υποδέχεται το νέο πρόγραμμα η ακαδημαϊκή κοινότητα; «Ακόμη και αν επιστρατεύσει κάποιος ενστάσεις για την επιστημολογική συγκρότηση και τις ιδεολογικές προϋποθέσεις των σπουδών φύλου όπως έχουν διαμορφωθεί κυριαρχικά τα τελευταία χρόνια, η είδηση της ίδρυσης πτυχίου με αυτό το αντικείμενο σε ελληνικό πανεπιστήμιο είναι καλό νέο», αναφέρει στην «Κ» ο Παναγής Παναγιωτόπουλος, καθηγητής Κοινωνιολογίας στο Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Δημόσιας Διοίκησης του ΕΚΠΑ και διευθυντής του Τομέα Κοινωνικής Θεωρίας και Κοινωνιολογίας.
Αξιοποίηση δεξιοτήτων
Οι γνώσεις και οι δεξιότητες που αποκτώνται μέσα από τέτοιες σπουδές μπορούν να αξιοποιηθούν στον σχεδιασμό, στην υλοποίηση και στην αξιολόγηση δημόσιων πολιτικών και θεσμικών παρεμβάσεων.
Δήμητρα Κογκίδου
Ομότιμη καθηγήτρια ΑΠΘ
Ο ίδιος εκτιμά ότι το επιστημονικό προσωπικό που έχει αναλάβει να φέρει εις πέρας το έργο είναι «έγκυρο και σοβαρό». Η ακαδημαϊκή κοινότητα, λέει ο κ. Παναγιωτόπουλος, «οφείλει να υποδέχεται όλες τις ισχυρές τάσεις της επιστήμης όπως αυτές δυναμικά αναπτύσσονται παγκοσμίως. Εξάλλου, δεν είναι καθόλου προβληματικό κάθε σχολή, κάθε πανεπιστήμιο να θεραπεύει, στον χώρο των κοινωνικών επιστημών τουλάχιστον, τα αντικείμενά του με βάση συγκεκριμένα πρίσματα και ευαισθησίες. Η διαφορά προσεγγίσεων μεταξύ ιδρυμάτων και τμημάτων με τα ίδια αντικείμενα είναι ζωογόνος και πρέπει να επιδιώκεται. Η ομοιομορφία μιας γενικής προσέγγισης για τις κοινωνικές σχέσεις ή τα πολιτισμικά περιβάλλοντα που διαμορφώνουν μοτίβα σκέψεων και πρακτικών είναι, αντιθέτως, μηχανισμός που φτωχαίνει τη σκέψη και μειώνει τη δημιουργικότητα που οφείλει να κατοικεί στο κέντρο οποιασδήποτε επιστήμης».
Οι πολιτικές αντιστάσεις
«Διεθνώς παρατηρούνται σήμερα δύο αντίρροπες τάσεις: από τη μία, θεσμική ενίσχυση των σπουδών φύλου σε πολλά πανεπιστήμια και από την άλλη, πολιτικές επιθέσεις και περιορισμοί, ιδιαίτερα σε ορισμένες πολιτείες των ΗΠΑ κατόπιν έντονων πολιτικών πιέσεων σχετικά με τη διδασκαλία ζητημάτων φύλου και ΛΟΑΤΚΙ+ θεμάτων. Η σημασία των σπουδών φύλου γίνεται ακόμη μεγαλύτερη σε μια εποχή κατά την οποία ζητήματα όπως η έμφυλη βία, οι διακρίσεις, τα ΛΟΑΤΚΙ+ δικαιώματα, η σεξουαλικότητα, η αναπαραγωγική αυτονομία, η ψηφιακή βία, οι έμφυλες διαστάσεις της τεχνητής νοημοσύνης και οι πολιτικές έμφυλης ισότητας και συμπερίληψης βρίσκονται στο επίκεντρο διεθνώς», τονίζει στην «Κ» η Δήμητρα Κογκίδου, ομότιμη καθηγήτρια ΑΠΘ, συντονίστρια του Δικτύου των Επιτροπών Ισότητας των Φύλων και Καταπολέμησης των Διακρίσεων στα ΑΕΙ.
«Η ίδρυση του προπτυχιακού προγράμματος στο Πανεπιστήμιο Αιγαίου είναι αναμφίβολα σημαντική εξέλιξη για την ελληνική ανώτατη εκπαίδευση. Οι σπουδές φύλου αποτελούν σήμερα διεπιστημονικό πεδίο γνώσης, το οποίο μπορεί να λειτουργήσει ως κρίσιμο εργαλείο κατανόησης και αντιμετώπισης σύγχρονων κοινωνικών προκλήσεων. Η έμφυλη οπτική επιτρέπει να επανεξεταστούν κριτικά θεσμοί, κοινωνικές σχέσεις, πολιτικές και πρακτικές που για δεκαετίες θεωρούνταν ουδέτερες, αναδεικνύοντας τους τρόπους με τους οποίους οι ανισότητες και οι σχέσεις εξουσίας διαπερνούν την κοινωνική, πολιτική και πολιτισμική ζωή», προσθέτει η ίδια.
Με κοινούς πόρους
Η απόφαση του Τμήματος Κοινωνικής Ανθρωπολογίας και Ιστορίας του Πανεπιστημίου Αιγαίου συνιστά και ένα ακαδημαϊκό πείραμα στην ελληνική τριτοβάθμια εκπαίδευση. Το νέο προπτυχιακό πρόγραμμα θα λειτουργεί παράλληλα με το πρόγραμμα Κοινωνικής Ανθρωπολογίας και Ιστορίας, αλλά τα δύο προγράμματα θα μοιραστούν τον σημερινό αριθμό εισακτέων, όπως και το διδακτικό προσωπικό.
Το υπουργείο Παιδείας ορίζει σταθερά για το τμήμα 160 θέσεις. Το πρόγραμμα «Σπουδές φύλου» αναμένεται να ενταχθεί σε όλα τα επιστημονικά πεδία για να αυξηθούν οι εισακτέοι. Δηλαδή, εκτός από τους υποψηφίους των ανθρωπιστικών σπουδών (εξετάζονται σε Αρχαία, Ιστορία, Λατινικά) θα μπορούν να εισαχθούν υποψήφιοι, οι οποίοι στο λύκειο έχουν εστιάσει σε Μαθηματικά, Φυσική, Χημεία, Βιολογία, Πληροφορική, Οικονομία.
Ομως πώς θα πεισθεί ο 18χρονος να ακολουθήσει τις σπουδές φύλου στη Λέσβο; Τι δεξιότητες προσφέρει; Ποιες επαγγελματικές προοπτικές; Η εισήγηση για την ένταξη του τμήματος ορίζει ότι «η ένταξη και στα τέσσερα επιστημονικά πεδία θα επιτρέψει τη δημιουργία μιας νέας γενιάς επιστημόνων που θα μπορούν να εφαρμόσουν την έμφυλη οπτική σε διαφορετικά γνωστικά και επαγγελματικά περιβάλλοντα.
Ενδεικτικά οι σπουδές φύλου: α) βρίσκονται στο επίκεντρο του ενδιαφέροντος των Ανθρωπιστικών, Νομικών και Κοινωνικών Επιστημών (1ο πεδίο), καθώς το φύλο αποτελεί κεντρική αναλυτική κατηγορία γι’ αυτές τις επιστήμες, β) συνδέονται με τις Θετικές και Τεχνολογικές Επιστήμες (2ο πεδίο), καθώς η σύγχρονη έρευνα επικεντρώνεται σε έμφυλες καινοτομίες στην τεχνολογία και στη μηχανική, γ) αφορούν τις Επιστήμες Υγείας και Ζωής (3ο πεδίο), καθώς οι τελευταίες αναγνωρίζουν τις έμφυλες διαστάσεις με αναφορά στη διάγνωση, στη συμπτωματολογία και στη θεραπεία και στις έμφυλες ανισότητες που προκύπτουν και δ) είναι άμεσα συνδεδεμένες με τις Επιστήμες Οικονομίας και Πληροφορικής (4ο πεδίο), καθώς εστιάζουν σε αναλύσεις για την αγορά εργασίας, τη “γυάλινη οροφή”, και τη γυναικεία επιχειρηματικότητα».
«Οι γνώσεις και οι δεξιότητες που αποκτώνται μέσα από τέτοιες σπουδές μπορούν να αξιοποιηθούν στον σχεδιασμό, στην υλοποίηση και στην αξιολόγηση δημόσιων πολιτικών και θεσμικών παρεμβάσεων σε ευρύ φάσμα πεδίων, όπως η εκπαίδευση, η υγεία, η εργασία, η κοινωνική πολιτική, η πρόληψη και αντιμετώπιση της έμφυλης βίας, τα ανθρώπινα δικαιώματα, οι πολιτικές συμπερίληψης και έμφυλης ισότητας στα πανεπιστήμια και στους δημόσιους οργανισμούς», παρατηρεί η κ. Κογκίδου.
Βεβαίως, στοίχημα είναι το προπτυχιακό πρόγραμμα να προσελκύσει ικανό αριθμό φοιτητών και να μην καταλήξει με λίγους, αποκτώντας χαρακτηριστικά ολιγομελούς μεταπτυχιακού. «Η ίδρυση ενός πτυχίου με αντικείμενο τις σπουδές φύλου μπορεί να μας απασχολήσει μόνον ως προς τη στρατηγική επέκτασης της ομοιόμορφης πτυχιοποίησης που εδώ και δεκαετίες βιώνουμε στα ελληνικά πανεπιστήμια. Είναι σκόπιμο να συνεχίζουμε να παρέχουμε σε τέτοια έκταση θεωρητικές σπουδές τη στιγμή που τα πτυχία αυτά, που αποκτώνται με τεράστιο οικονομικό κόστος και σε υπερβολικά μεγάλο χρόνο, έχουν αντικειμενικά απαξιωθεί στην αγορά εργασίας;», αναρωτιέται ο κ. Παναγιωτόπουλος.
Στον προβληματισμό του εντάσσει και την ανασφάλεια για το μέλλον των κοινωνικών επιστημών: «Είναι νοητό να συνεχίζουμε να διδάσκουμε κοινωνικές επιστήμες σε μάζες ανθρώπων που σε λίγο καιρό θα έρθουν σε επαφή και ίσως σε ανταγωνισμό με την τεχνητή νοημοσύνη με βάση μια κατανόηση της ακαδημαϊκής λειτουργίας που έρχεται από την αναλογική εποχή; Εχουμε τρόπους να ενσωματώνουμε τη θεωρητική γνώση στις πρακτικές ανάγκες και στο βίωμα των φοιτητών και φοιτητριών μας χωρίς να τους εγκλωβίζουμε, έστω με νέα και ρηξικέλευθα αντικείμενα, στην παραδοσιακή ακαδημαϊκή λειτουργία; Αυτά είναι ορισμένα από τα δύσκολα ερωτήματα που, ξεπερνώντας παλιές αντιπαραθέσεις, οφείλουμε όσοι θεραπεύουμε τις κοινωνικές επιστήμες να θέσουμε στους εαυτούς μας. Τώρα που οι φοιτητές δεν έρχονται στο μάθημα γιατί εργάζονται, τώρα που προτιμούν συχνά από ένα πτυχίο κοινωνικών επιστημών να εξειδικεύονται σε αυτό που κάποτε ονομάζαμε τέχνη».
Σημείωση: Τα στελέχη του προγράμματος που μίλησαν στην «Κ» ζήτησαν να διευκρινισθεί ότι όταν αναφέρονται σε φοιτητές, ο όρος ασφαλώς περιλαμβάνει και τις φοιτήτριες.

