Ειδομένη, 10 χρόνια μετά

Πέρασαν από εκεί δεκάδες χιλιάδες πρόσφυγες. Οι ντόπιοι θυμούνται ιστορίες αλληλεγγύης, αλλά και αισχροκέρδειας. Και κάποιες άγριες νύχτες στις όχθες του Αξιού

7' 6" χρόνος ανάγνωσης
Φόρτωση Text-to-Speech...

«Η κινητικότητα δεν σταμάτησε ποτέ στην περιοχή μας, το σημείο εδώ είναι πεδινό, δεν έχει βουνά και προσφέρεται για παράνομη είσοδο και έξοδο, έχουμε πολλές διακινήσεις, ακόμη και Κινέζους», λέει στην «Κ» ο πρόεδρος της Ενωσης Αστυνομικών Υπαλλήλων νομού Κιλκίς Χρήστος Καριοτούδης, περιγράφοντας την τωρινή κατάσταση στο «πέρασμα της Ειδομένης».

«Υπηρετούσα και τότε στην Ειδομένη και θυμάμαι ότι είχαμε προειδοποιήσει εγκαίρως για την επερχόμενη “καταιγίδα” του 2015-2016, αλλά αντί να ενισχύσουν τις αστυνομικές δυνάμεις εδώ στα σύνορα ώστε να εμποδίσουν τη συρροή, τις μείωναν…».

Ο καταυλισμός

Τέτοιες ημέρες πριν από ακριβώς δέκα χρόνια είχε αρχίσει η εκκένωση του καταυλισμού στην Ειδομένη, με τους 15.000 πρόσφυγες και παράτυπους μετανάστες, υπό τη σκιά να πλημμυρίσει ο «βαλκανικός διάδρομος». Τι άφησε πίσω, στο πεδίο αλλά και στις ψυχές των ανθρώπων, το πρωτόγνωρο εκείνο τσουνάμι ψυχών που τάραξε τη γαλήνια καθημερινότητα της τοπικής κοινωνίας και πανικόβαλε την Ευρώπη;

Τι γινόταν στην όχθη του Αξιού αλλά και στα εγκαταλελειμμένα βαγόνια του τρένου, όταν έπεφτε η νύχτα; Υπήρξαν ντόπιοι που πλούτισαν από την παρουσία των προσφύγων; Τι διπλωματικό παιχνίδι με τα Σκόπια παίχτηκε από την άλλη πλευρά του συρματοπλέγματος με την τότε FYROM;

Ειδομένη, 10 χρόνια μετά-1
«Καλώς ήρθατε στην Ελλάδα», γράφει η πινακίδα με τον εύζωνα. Βρίσκεται σχεδόν δίπλα στο ξενοδοχείο όπου κάποτε κατέλυαν VIP πρόσφυγες και σήμερα είναι κλειστό. [ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΑΒΡΑΜΙΔΗΣ]

Με ερωτήματα όπως αυτά κατά νουν, η «Κ» επέστρεψε στην Ειδομένη. Τις μέρες της κρίσης «μιλούσε» η εικόνα με τους εξαθλιωμένους που πάσχιζαν να επιβιώσουν στις λάσπες και με κάθε ευκαιρία επιχειρούσαν γιουρούσια στον φράχτη τον οποίο είχαν υψώσει οι Αρχές της τότε FYROM. Τώρα, με την απόσταση του χρόνου πλέον, ανοίγουν ευκολότερα τα στόματα των κατοίκων. «Εμείς τους είδαμε ως ανθρώπινες ψυχές», λένε.

Τίποτα στον χώρο δεν προδίδει σήμερα ότι εκεί στη συνοριακή «πυραμίδα 51», γύρω από τη σιδηροδρομική γραμμή που συνδέει την Ελλάδα με την Ευρώπη και πλάι στην όχθη του Αξιού, φύτρωσε από το πουθενά και σε διάστημα ολίγων ημερών μια πόλη των 15.000-17.000 διαφορετικών φυλών, εθνοτήτων και θρησκειών.

Ο,τι απέμεινε

Μόνο το κουφάρι του σιδερένιου φράχτη που είχαν ανεγείρει μέσα σε μια νύχτα οι Αρχές της FYROM για να αποτρέψουν τη γενικευμένη εισβολή στην επικράτειά τους θυμίζει το σκηνικό με τα δακρυγόνα, τις πλαστικές σφαίρες και τον πετροπόλεμο, που μέσω της τηλεοπτικής εικόνας έκανε τον γύρο του κόσμου. «Τον έχουν εγκαταλείψει πια, οι γείτονες τον είχαν φτιάξει μόνο για να εμποδίζει τη μαζική εισβολή», εξηγεί ο κ. Καριοτούδης.

Ειδομένη, 10 χρόνια μετά-2
Προέβλεπαν «καταιγίδα». «Υπηρετούσα και τότε στην Ειδομένη και θυμάμαι ότι είχαμε προειδοποιήσει εγκαίρως για την επερχόμενη “καταιγίδα” του 2015-2016, αλλά αντί να ενισχύσουν τις αστυνομικές δυνάμεις εδώ στα σύνορα, τις μείωναν…», τονίζει στην «Κ» ο Χρήστος Καριοτούδης, πρόεδρος της Ενωσης Αστυνομικών Υπαλλήλων νομού Κιλκίς

Η περίφημη «βρύση του Ρήγα», γύρω από την οποία στήθηκαν οι πρώτες σκηνές του καταυλισμού, δεν υπάρχει πια. Είχε πάρει το όνομα από τον μηχανικό των «Γιατρών χωρίς σύνορα», Αντώνη Ρήγα, που έφτασε στην Ειδομένη μόλις άρχισε να πυκνώνει η παρουσία των οδοιπόρων, για να στήσει τις στοιχειώδεις υποδομές ενός πρόχειρου καταυλισμού.

Το μοναδικό καφενείο του χωριού, αυτό του Βαγγέλη Γροζίδη, που «δούλεψε σαν τρελό» με τους πρόσφυγες, έκλεισε απουσία πελατείας μετά τη διάλυση του καταυλισμού και ο ιδιοκτήτης του άνοιξε ταβέρνα στο χωριό Εύζωνοι.

Λίγα χιλιόμετρα παρακάτω, η ταβέρνα της «μαμάς Ασημένιας», στο χωριό Πλάγια, που γνώρισε ημέρες δόξας φιλοξενώντας και σιτίζοντας δημοσιογράφους απ’ όλο τον πλανήτη και μέλη ΜΚΟ –μέχρι και διερμηνέα είχε προσλάβει!– έπαψε να λειτουργεί απουσία πελατείας.

Το ίδιο και το περιβόητο ξενοδοχείο κοντά στον αυτοκινητόδρομο προς τον μεθοριακό σταθμό των Ευζώνων. Εκεί, όπως διαδιδόταν, κατέλυαν VIP πρόσφυγες, οι οποίοι μπορούσαν να πληρώσουν αδρά για να περάσουν τα σύνορα, ενώ στους χώρους του σύχναζαν και διακινητές.

Το έκλεισαν οι Αρχές για «τουριστικές παραβάσεις», αλλά χαμηλοφώνως οι γνωρίζοντες την περιοχή υποστηρίζουν ότι μπήκε λουκέτο μετά το έγκλημα που διαπράχθηκε στα τέλη του 2025, όταν Πακιστανός διακινητής πυροβόλησε και σκότωσε πελάτη από τη Σιέρα Λεόνε γιατί δεν τα βρήκαν στη συναλλαγή…

Αν και ήταν ασφυκτικά γεμάτο την περίοδο της Ειδομένης, ο ιδιοκτήτης του μας είπε, ανωνύμως, ότι οι πρόσφυγες τον κατέστρεψαν οικονομικά αφού πλέον «έβγαλε όνομα» και «δεν πατάει κανείς». Οσο για το έγκλημα, μας είπε ότι έγινε αλλού και το θύμα απλώς ξεψύχησε στον αυλόγυρό του.

Ειδομένη, 10 χρόνια μετά-3
Η οικονομία τονώθηκε Δούλεψαν οι μάντρες, τα εστιατόρια, τα σούπερ μάρκετ, οι φούρνοι, τα γύρω ξενοδοχεία όπου είχαν καταλύσει εκατοντάδες μέλη των ΜΚΟ, που είχαν ξεπεράσει τις εξήντα στην Ειδομένη· η οικονομία της περιοχής τονώθηκε, λέει στην «Κ» ο Αντώνης Καρυπίδης, ιδιοκτήτης τεχνικής εταιρείας στο Πολύκαστρο

Αν ο εν λόγω ξενοδόχος «καταστράφηκε», όπως ισχυρίστηκε, από τους πρόσφυγες –σε όσους το είπαμε, πάντως, χαμογέλασαν με νόημα–, η τοπική οικονομία ωφελήθηκε τα μέγιστα για τα δεδομένα της από την κρίση εκείνων των ημερών.

«Επεσαν λεφτά»

Ο Αντώνης Καρυπίδης, ιδιοκτήτης τεχνικής εταιρείας στο Πολύκαστρο, έφτιαξε για λογαριασμό των «Γιατρών χωρίς Σύνορα» τις ηλεκτρολογικές, υδρευτικές και ψηφιακές υποδομές και ανέλαβε τη σίτιση και την καθαριότητα στον καταυλισμό. «Επεσαν πολλά λεφτά εκείνη την περίοδο. Δούλεψαν οι μάντρες, τα εστιατόρια, τα σούπερ μάρκετ, οι φούρνοι, τα γύρω ξενοδοχεία όπου είχαν καταλύσει εκατοντάδες μέλη των ΜΚΟ, που είχαν ξεπεράσει τις εξήντα στην Ειδομένη. Στο Πολύκαστρο φτιάχνονταν καθημερινά χιλιάδες σάντουιτς για τον καταυλισμό. Δόθηκαν αποζημιώσεις, πολλές φορές γενναίες, σε ιδιοκτήτες χωραφιών, σε βενζινάδικα όπου είχαν στηθεί μικρότεροι καταυλισμοί· η οικονομία της περιοχής τονώθηκε. Εγιναν πάρα πολλά μεροκάματα, δούλεψε πολύς κόσμος, ταξί, λεωφορεία κ.λπ.».

Η Ξανθή Σουπλή ήταν πρόεδρος της τοπικής κοινότητας Ειδομένης όταν το χωριό της έγινε πρώτο θέμα στην παγκόσμια επικαιρότητα. «Οι μνήμες εξακολουθούν να είναι έντονες, δεν πρόκειται να φύγουν ποτέ από το μυαλό των ανθρώπων εδώ. Δεν ήταν εύκολο για εμάς. Τώρα εκείνη η δύσκολη κατάσταση πάει να γίνει μακρινή ανάμνηση. Εμείς ανοίξαμε την αγκαλιά μας σε αυτούς τους δυστυχισμένους ανθρώπους και πλέον κρατάμε την αλληλεγγύη με την οποία η Ειδομένη περιέβαλλε τους πρόσφυγες», μας λέει καθώς περιηγούμαστε τον χώρο μαζί με τον κ. Καρυπίδη, και προσθέτει: «Υπήρξαν και κάποιοι που αισχροκέρδησαν, έφτασαν να πωλούν ένα ελαιόψωμο στην τιμή των οκτώ ευρώ και ένα μπουκάλι νερό στα δύο ευρώ, αλλά αυτό δεν μπορεί να αδικήσει την εικόνα των συγχωριανών μου».

Στο καφέ της Ελένης Γιαννουλάκη, στο γειτονικό με την Ειδομένη χωριό Πλάγια, που όπως μας λέει δούλεψε κυρίως με ανθρωπιστικές αποστολές της Εκκλησίας, η συζήτηση για τις «μέρες της Ειδομένης» έχει ξεχωριστό ενδιαφέρον.

Οι συνομιλητές μας καταθέτουν ιστορίες που έζησαν ή άκουσαν, κάποιες από τις οποίες είναι αδύνατον να μεταφερθούν.

Συμπλοκές και μαχαίρια

Ο Σωτήρης Σαβούδης, με το που πύκνωσαν «τα μπουλούκια στο ποτάμι», έπιασε δουλειά σε καντίνα που έστησε εκεί κάποιος γνωστός του στην όχθη του Αξιού. «Τριάντα ευρώ μεροκάματο». Εκεί, όπως μας λέει, «είδα τις νύχτες πράγματα και θάματα. Υπήρχε ομάδα διακινητών που περίμενε τους πρόσφυγες ακριβώς στο σύνορο και τους ζητούσε χρήματα για να τους περάσει. Οσοι δεν πλήρωναν, απλώς δεν τους άφηναν να περάσουν απέναντι. Οσοι όμως πλήρωναν, μόλις βρίσκονταν στο έδαφος της FYROM, τους υποδέχονταν μέλη του ίδιου κυκλώματος που τους ζητούσαν κι αυτοί χρήματα – αλλιώς τους γύριζαν πίσω. Πολλές φορές γίνονταν μπροστά στα μάτια μου άγριες συμπλοκές και μαχαιρώματα».

Οταν το πράγμα φούντωσε, η καντίνα μεταφέρθηκε στο χωράφι όπου χτιζόταν ο καταυλισμός και οι εισπράξεις απογειώθηκαν. «Φέρναμε σάντουιτς με κοτόπουλο και μοσχαρίσιο κρέας γιατί δεν έτρωγαν χοιρινό. Γίνονταν ανάρπαστα σε λίγα λεπτά, μιλάμε για χιλιάδες κομμάτια. Μετά ο ιδιοκτήτης της καντίνας έστησε και μια μεγάλη κλούβα παρακάτω και πουλούσε ρούχα, παπούτσια, ό,τι μπορείς να φανταστείς. Μέσα σε μια μόνο μέρα πουλήσαμε περισσότερους από τριακόσιους πενήντα υπνόσακους. Ο δικός μου έβγαλε τρελά λεφτά και δεν ήταν ο μόνος».

Κατόπιν ο Σαβούδης εντάχθηκε στη δύναμη ασφαλείας του καταυλισμού (σεκιούριτι) και έκανε περιπολίες τα βράδια, προσέχοντας σπίτια και καταστήματα. «Κάποιοι έρχονταν στο καφενείο, έπιναν άπειρες μπίρες και με τσαμπουκά αρνούνταν να πληρώσουν. Κάποιοι άλλοι από αυτούς είχαν μετατρέψει παλιό βαγόνι σε πορνείο. Σε μια περίπτωση ήρθαν δύο άνδρες από γειτονικό χωριό, παρέλαβαν δύο κοπέλες και τις πήγαν στο βαγόνι. Ειδοποίησα την αστυνομία, που τους περίμενε στη γέφυρα και τους έπιασε…».

Η κ. Γιαννουλάκη θυμάται, μεταξύ άλλων, την περίπτωση μιας γυναίκας με μπούργκα που είχε φέρει στο καφενείο της τρία ή τέσσερα ασυνόδευτα παιδιά και τους έδωσε να φάνε. «Ενας θεός ξέρει τι απέγιναν…», λέει.

Απομεινάρι της Ειδομένης θεωρείται ο καταυλισμός 1.000 μεταναστών στη Νέα Καβάλα του Κιλκίς, που όμως λειτουργεί περισσότερο ως «κέντρο διερχομένων». Εκεί σπεύδουν και σήμερα όσοι γεωργοί έχουν ανάγκη από εργατικά χέρια.

«Οταν είναι να βάλουν οι αγρότες το σύστημα με τα σταγονίδια στο χωράφι, τρέχουν στη Νέα Καβάλα», μας λέει η κ. Σουπλή και ο κ. Καρυπίδης προσθέτει ότι στο Πολύκαστρο έχουν παραμείνει κάποιοι από την εποχή της Ειδομένης, ενσωματωμένοι στην κοινωνία.

Οι συνοριοφύλακες πάντως δεν σταματούν να φωνάζουν, επισημαίνοντας ότι η παράνομη διακίνηση αυξάνεται μέρα με τη μέρα στη μεθόριο.

comment-below Λάβετε μέρος στη συζήτηση 0 Εγγραφείτε για να διαβάσετε τα σχόλια ή
βρείτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει για να σχολιάσετε.
Για να σχολιάσετε, επιλέξτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει. Παρακαλούμε σχολιάστε με σεβασμό προς την δημοσιογραφική ομάδα και την κοινότητα της «Κ».
Σχολιάζοντας συμφωνείτε με τους όρους χρήσης.
Εγγραφή Συνδρομή

Editor’s Pick

ΤΙ ΔΙΑΒΑΖΟΥΝ ΟΙ ΣΥΝΔΡΟΜΗΤΕΣ

MHT