Η συμμετοχή του δολοφόνου Δ. Κουφοντίνα στο ντοκιμαντέρ «Φάκελος 17Ν» προκάλεσε γνώμες υπέρ και κατά αυτής της επιλογής των συντελεστών της εκπομπής. Προκάλεσε και την έντονη αντίδραση πολλών συγγενών των θυμάτων της 17Ν και την άρνησή τους να συμμετάσχουν. Ως γιος θύματος, θέλω να εξηγήσω τους δικούς μου λόγους.
Ο Κουφοντίνας είναι ο λαλίστατος αμετανόητος δολοφόνος των συγγενών πολλών εξ ημών. Δολοφόνησε εν ψυχρώ τους συγγενείς μας, χωρίς να έχουν κάνει τίποτα προσωπικό σε αυτόν και στην παρέα του, χωρίς να τους ξέρει. Τους δολοφονούσε διπλά με ασύστολες, κατά κανόνα, φαντασιώσεις για τις ιδιότητές τους στις σχετικές προκηρύξεις. Εβδομήντα τέσσερις (74) προκηρύξεις εξέδωσε η συμμορία του στην 27χρονη διαδρομή της, που καλύπτουν περίπου εννιακόσιες (900) σελίδες που είχαν σφαίρες, βόμβες και ρουκέτες για γραμματόσημο. Εξεβίαζε την κοινωνία να τις διαβάζει μόνο και μόνο επειδή είχαν αίμα.
Το δικαστήριο του κράτους που αντιμάχεται και που περιφρονεί του έδωσε ορθώς βήμα και απολογήθηκε, υποστηρίζοντας και πάλι τη δράση του.
Εγραψε και βιβλίο για τη «διαδρομή» και τη δράση του, που μάλιστα εκδόθηκε από τις εκδόσεις Λιβάνη, έναν συστημικό (τότε) οίκο που του έδωσε βήμα.
Εχει δώσει και συνεντεύξεις από τη φυλακή, που δημοσιεύθηκαν όμως σε περιθωριακά ή «φίλα προσκείμενα» έντυπα.
Στη διάρκεια της φυλάκισής του έχει υπάρξει πάντα προκλητικός, είτε με τις απεργίες πείνας του, είτε περιοδεύοντας με τον «Ρουβίκωνα» στην περιοχή όπου έκανε τις περισσότερες δολοφονίες του, είτε παρεμβαίνοντας με ομιλίες σε διάφορες συγκεντρώσεις σε πανεπιστήμια και άλλους χώρους. Η δικηγόρος του, μάλιστα, είχε παραπονεθεί που τον αποκαλούμε δολοφόνο.
Η όλη στάση του από το 2002 που συνελήφθη έχει υπάρξει εξόχως προκλητική, όχι μόνο χωρίς ίχνος μετανοίας, αλλά, αντιθέτως, με κομπορρημοσύνη για τα επιτεύγματά του.
Σκέφτηκα το ντοκιμαντέρ να δείχνει μια εμένα, μια τον Κουφοντίνα, μια άλλο συγγενή θύματος κ.ο.κ. και ανατρίχιασα: Θα συνομιλούσαμε ξαφνικά με τον αμετανόητο δολοφόνο του πατέρα, του γιου, του αδελφού, του συζύγου μας; Αυτός τα δικά του και εμείς τα δικά μας; Στον ίδιο χώρο; Θα συν-χωρούσαμε;
Το ντοκιμαντέρ του ΣΚΑΪ λειτουργεί στο πλαίσιο του κοινωνικού μας διαλόγου και της αναζήτησης αυτογνωσίας. Οι θέσεις της 17Ν και των τρομοκρατών που τη συγκρότησαν έχουν ακουστεί κατά κόρον, στις προκηρύξεις τους, στο δικαστήριο, στις πολλές και διάφορες δηλώσεις και συνεντεύξεις τους. Δεν υπάρχει ούτε αλλαγή θέσης ούτε μεταμέλεια. Αρα δεν έχει ενδιαφέρον η επανάληψη των ίδιων δολοφονικών φαντασιώσεών τους. Αντιθέτως, αυτό που λείπει είναι η κάθαρση της κοινωνίας από την ευθύνη της για τη στάση της απέναντι τόσο στους θύτες όσο και στα θύματα.
Οταν τελείωσε η δίκη της 17Ν, με ρωτούσαν αν αισθάνομαι δικαιωμένος. Θυμάμαι πώς ένιωθα τότε και πώς νιώθω ακόμη: όχι δικαιωμένος. Ο πατέρας μου, Νίκος Μομφερράτος, όσο ζούσε είχε ένα θετικό αποτύπωμα στην κοινωνία. Οταν δολοφονήθηκε από τη 17Ν, βρέθηκε στον θάνατο στιγματισμένος. Και εκτιμώ ότι, στο συλλογικό μας υποσυνείδητο, για κάθε στοχευμένο θύμα υπάρχει η προσλαμβάνουσα ότι: «Κάτι θα έκανε».
Το στίγμα του θύματος – Ακόμη και σήμερα, 50 χρόνια από την πρώτη δολοφονία της 17Ν και 26 χρόνια μετά την τελευταία, τα στοχευμένα, τουλάχιστον, θύματα κουβαλούν ένα στίγμα. Οι κατηγορίες που εξαπέλυαν οι προκηρύξεις για κάθε θύμα προσλαμβάνονταν ως θέσφατα. Αφού το είπαν οι τρομοκράτες, έτσι θα είναι.
Η παράδοξη κανονικότητα
Η τρομοκρατία στη χώρα μας διάλεξε προσεκτικά τα πρώτα της θύματα. Ο άκρατος αντιαμερικανισμός μετέτρεψε το πρώτο θύμα της τρομοκρατίας από θύμα σε θύτη: ο Ρίτσαρντ Γουέλς (17Ν, 1975) δεν ήταν απλώς ένας κρατικός υπάλληλος των ΗΠΑ, αλλά ο ένοχος που επιφορτώθηκε την επιβολή της χούντας και την εισβολή στην Κύπρο.
Οπως το διατυπώνει ωραία και ο Αγγελος Ναστούλης1, «η δολοφονία του Ρίτσαρντ Γουέλς δεν εγκαινίασε απλώς τη δράση της 17Ν, εγκαινίασε και μία παράδοξη κανονικότητα, στην οποία η τρομοκρατική βία μπορούσε να συνυπάρξει με το κοινωνικό σύνολο χωρίς μείζονες ηθικές αναταράξεις. Από το σημείο αυτό και μετά, κάθε τρομοκρατική δολοφονία παρήγε ένα ερμηνευτικό υπόδειγμα: η θυματοποίηση δεν λειτουργούσε ως αφορμή συμπόνιας, αλλά ως ένδειξη ενοχής. Υπό αυτό το πρίσμα, ο Γουέλς δεν δολοφονήθηκε απλώς, αλλά “τιμωρήθηκε”».
Το ερμηνευτικό αυτό σχήμα ενισχύθηκε με το επόμενο θύμα, τον βασανιστή της χούντας Ευάγγελο Μάλλιο (17Ν, 1976). Ενιωσα κι εγώ ικανοποίηση όταν έγινε αυτή η δολοφονία. Το ξέρω από βαθιά μέσα μου το «καλά του έκαναν»2. Προφανώς έχω αλλάξει γνώμη, λυπάμαι που είχα νιώσει έτσι, αλλά τα συναισθήματα είναι συναισθήματα, δεν ελέγχονται. Νομίζω δεν ήμουν ο μόνος που είχα τέτοια συναισθήματα. Αυτό το ερμηνευτικό σχήμα παγιώθηκε με την επόμενη δολοφονία, του επίσης βασανιστή της χούντας Πέτρου Μπάμπαλη (ΕΛΑ, 1979). Από την άποψη αυτή, η μεταπολιτευτική τρομοκρατία δεν εξασφάλισε μόνο ανοχή, αλλά και μιας μορφής κοινωνική επιβεβαίωση.
Εκτοτε, όλα τα θύματα στιγματίστηκαν. Για να τα σκότωσε η 17Ν, «κάτι θα έκαναν».
Η «κόκκινη γραμμή»
Οταν ξεκίνησε η άτυπη ομάδα συγγενών θυμάτων τρομοκρατίας «Ως Εδώ», είχα βάλει (στον εαυτό μου) μία κόκκινη γραμμή: ό,τι λέω και κάνω, πρέπει να ισχύσει το ίδιο για τον Μάλλιο, τον πατέρα μου, τον Αξαρλιάν κ.λπ. Είναι παράλογο να συζητούμε την αθωότητα ή την ενοχή των θυμάτων: είναι σαν να συζητούμε ότι το θύμα βιασμού «κάτι θα έκανε» για να το βιάσουν. Και όμως, ακόμη και σήμερα, 50 χρόνια από την πρώτη δολοφονία της 17Ν και 26 χρόνια μετά την τελευταία, τα στοχευμένα, τουλάχιστον, θύματα κουβαλούν ένα στίγμα. Οι κατηγορίες που εξαπέλυαν οι προκηρύξεις για κάθε θύμα προσλαμβάνονταν ως θέσφατα. Αφού το είπαν οι τρομοκράτες, έτσι θα είναι.
Οταν θα άρχιζε η δίκη των μελών της 17Ν, ήμουν βέβαιος ότι οι κατηγορούμενοι και οι συνήγοροι υπεράσπισης θα προσπαθούσαν να μπουν στη λογική ενοχοποίησης των θυμάτων, όπως και έγινε κατά κόρον. Είχα προσπαθήσει να παροτρύνω τους συγγενείς να μην παρασυρθούν και αρχίσουν την υπεράσπιση των ανθρώπων τους. Ομως, τους έπνιγε τόσο πολύ το δίκιο, που όλοι λίγο-πολύ, κατανοητά, υπερασπίστηκαν την αθωότητα των συγγενών τους. Μόνο ο Μιχάλης Περατικός, πατέρας του Κωστή, αρνήθηκε ρητώς να μπει σε αυτήν τη διαδικασία, λέγοντας ότι «εδώ δικάζονται οι δολοφόνοι του παιδιού μου, όχι το παιδί μου». Η 17Ν πέτυχε να διακρίνουμε στη δημόσια συζήτηση τα θύματά της σε αθώα και ένοχα. Οταν οι πολιτικοί μας θέλουν να αναδείξουν το στυγνό πρόσωπο της τρομοκρατίας, χρησιμοποιούν τη δολοφονία του άτυχου Θάνου Αξαρλιάν, επειδή είναι το «αθώο» θύμα, χτυπήθηκε κατά λάθος, δεν ήταν επιλογή της τρομοκρατίας. Θεωρώ χαρακτηριστικό της στάσης αυτής και το παρακάτω περιστατικό. Τον Δεκέμβριο του 2001, λίγους μήνες πριν από τη σύλληψη των μελών της 17Ν, στην Παγκόσμια Συνέλευση του Ελληνισμού στη Θεσσαλονίκη και με αφορμή την τρομοκρατική επίθεση στους Δίδυμους Πύργους ετέθη θέμα τελετής μνήμης για όλα τα θύματα της τρομοκρατίας και όχι μόνο των Δίδυμων Πύργων. Επικράτησε κομφούζιο και τελικά για να συμφωνήσουν όλοι προσετέθη η λέξη «αθώα» στην ανακοίνωση, ότι η τελετή μνήμης αφορά «όλα τα αθώα θύματα της τρομοκρατίας, οπουδήποτε». Σε ορισμένους κύκλους ακόμη και τα θύματα της Marfin ήταν ένοχα επειδή εργάζονταν, ενώ μία αναμνηστική πλάκα στον τόπο δολοφονίας τους δεν μπορεί να αντέξει ούτε λίγες μέρες.
Η εύγλωττη σιωπή
Το 2025 έκλεισαν 50 χρόνια από τη Μεταπολίτευση. Εγιναν πολλά συνέδρια και εκδόσεις βιβλίων γι’ αυτά τα 50 χρόνια, με ευρεία θεματολογία. Το μόνο θέμα που δεν θίχτηκε από κανέναν και πουθενά για τα 50 αυτά χρόνια ήταν η τρομοκρατία. Πιστεύω γιατί η μεταπολιτευτική τρομοκρατία μάς προκαλεί αμηχανία ως ένα κοινωνικό πρόβλημα που δεν έχει κλείσει. Και δεν έχει κλείσει επειδή δεν έχει επέλθει ακόμη κάθαρση.
Η κάθαρση αφορά την κοινωνία συνολικά, η δική της μεταμέλεια για τον στιγματισμό των θυμάτων είναι η βαθύτερη ανάγκη απέναντι στο φαινόμενο της μεταπολιτευτικής τρομοκρατίας. Η απαραίτητη συζήτηση δεν είναι με τον εχθρό της κοινωνίας, πολλάκις δολοφόνο Κουφοντίνα, αλλά μεταξύ μας, για να κατανοήσουμε το πόσο η συνολική μας στάση αδίκησε όλα τα θύματα της τρομοκρατίας, το στίγμα που βαραίνει τους συγγενείς τους και να κλείσουμε έτσι αυτήν την ανοικτή πληγή. Κι ελπίζω και ο πατέρας μου, Νίκος Μομφερράτος, να βρει επιτέλους στον θάνατό του τη θέση που είχε στη ζωή.
Σημ.: 1. «Η αρχή μιας παράδοξης κανονικότητας». Αγγελος Ναστούλης, εφημερίδα «Τα Νέα», 23/12/2025.
2. Υπάρχει βεβαίως και μία ανθρώπινη αντίδραση σε ένα άγριο έγκλημα σαν τις τρομοκρατικές δολοφονίες, που ενισχύει την απόδοση ευθυνών στο θύμα: Το θύμα «κάτι θα έκανε», ενώ εγώ δεν έχω κάνει τίποτα και άρα δεν χρειάζεται να φοβάμαι.

