Από τη νοοτροπία του θύματος στην ευθύνη για τη ζωή και την κοινωνία μας

Από τη νοοτροπία του θύματος στην ευθύνη για τη ζωή και την κοινωνία μας

Στη δημόσια συζήτηση μιλάμε συχνά για ευθύνες, δικαιώματα και υποχρεώσεις. Πολύ λιγότερο μιλάμε για κάτι πιο σιωπηλό, αλλά εξίσου καθοριστικό: τη νοοτροπία του θύματος

4' 6" χρόνος ανάγνωσης

Στη δημόσια συζήτηση μιλάμε συχνά για ευθύνες, δικαιώματα και υποχρεώσεις. Πολύ λιγότερο μιλάμε για κάτι πιο σιωπηλό, αλλά εξίσου καθοριστικό: τη νοοτροπία του θύματος. Δεν εκδηλώνεται πάντα με έντονα λόγια ή θεατρικές συμπεριφορές. Συχνά παίρνει τη μορφή μιας επίμονης εσωτερικής φωνής που ψιθυρίζει «δεν φταίω εγώ», «έτσι είναι η ζωή», «δεν μπορώ να κάνω κάτι». Ετσι, σταδιακά, μετατρέπεται σε τρόπο σκέψης και τελικά σε τρόπο ζωής.

Η στάση αυτή δεν αφορά μόνο το άτομο. Διαπερνά οικογένειες, θεσμούς και την ευρύτερη κοινωνία. Τη βλέπουμε να αναπαράγεται στον δημόσιο λόγο, να αποτυπώνεται σε αντιδράσεις απέναντι σε κρίσεις, αδικίες ή τραγωδίες, όπου η ευθύνη μετατίθεται αόριστα αλλού: «το σύστημα», «οι άλλοι», «η κακή μας τύχη». Οσο, όμως, παραμένουμε εγκλωβισμένοι σε αυτή τη λογική, τόσο αναπαράγουμε την αδυναμία που υποτίθεται ότι καταγγέλλουμε, αφήνοντας χώρο στην αυθαιρεσία και στην ατιμωρησία.

Το να αρνείται κανείς τον ρόλο του μόνιμου θύματος, δεν σημαίνει ότι δεν έχει υποστεί αδικίες ή απώλειες. Αντιθέτως, ο πόνος, οι διαψεύσεις και οι τραυματικές εμπειρίες αποτελούν αναπόσπαστο μέρος της ανθρώπινης ζωής. Η κρίσιμη διαφορά βρίσκεται σε αυτό που ακολουθεί: στο αν θα παγιδευτούμε σε έναν σταθερό ρόλο αδυναμίας ή αν θα αναλάβουμε εκ νέου την ευθύνη για τη συνέχεια της ζωής μας, με τα όρια και τις πραγματικές δυνατότητες που διαθέτουμε.

Η υπέρβαση της νοοτροπίας του θύματος δεν είναι εύκολη· απαιτεί ειλικρίνεια, αυτογνωσία και συχνά σύγκρουση με τον ίδιο μας τον εαυτό. Σημαίνει να εγκαταλείψουμε τις εύκολες δικαιολογίες και να αναρωτηθούμε: «Τι μπορώ να κάνω από εδώ και πέρα;». Σημαίνει να αποδεχθούμε ότι μπορεί να μη φέρουμε ευθύνη για όσα μας συνέβησαν, είμαστε όμως υπεύθυνοι για τον τρόπο που θα πορευτούμε, για το αν θα ζητήσουμε βοήθεια, για το αν θα αναζητήσουμε συμμάχους και διεξόδους αντί να μείνουμε μόνοι μέσα στην αδυναμία μας.

Το ζήτημα αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα όταν το βλέπουμε μέσα από τα μάτια των νεότερων γενεών. Το πρόσφατο μήνυμα μιας 17χρονης –«αυτός ο κόσμος δεν είναι πια για μένα»– δεν είναι απλώς μια προσωπική κραυγή απόγνωσης. Είναι καθρέφτης μιας κοινωνίας που μοιάζει να έχει εξαντλήσει την ικανότητά της να προσφέρει νόημα, προοπτική και ασφάλεια στους νέους. Οταν οι έφηβοι αισθάνονται ότι δεν έχουν θέση στον κόσμο που τους παραδίδουμε, το πρόβλημα δεν είναι ατομικό. Είναι βαθιά συλλογικό και αφορά τον τρόπο που οργανώνουμε την εκπαίδευση, την εργασία, τη δημόσια συζήτηση, τις υπηρεσίες υγείας και δικαιοσύνης.

Ακριβώς εδώ αναδεικνύεται η σύνδεση ανάμεσα στην προσωπική στάση και τη συλλογική ευθύνη. Μια κοινωνία που εθίζεται στη λογική του θύματος παράγει παθητικότητα, ανοχή στην αυθαιρεσία και, τελικά, αίσθημα ατιμωρησίας. Οταν περιμένουμε διαρκώς «κάποιον άλλον» να δώσει λύσεις, υπονομεύουμε την ίδια τη δημοκρατία. Η παθητική προσδοκία σωτήρων –είτε πρόκειται για πρόσωπα, είτε για θεσμούς, είτε για «το σύστημα» γενικώς– αποδεικνύεται αδιέξοδη και αφήνει τους πιο ευάλωτους εκτεθειμένους.

Αντίθετα, η ενεργός στάση, η ανάληψη ευθύνης και η συμμετοχή μπορούν να λειτουργήσουν ως ανάχωμα απέναντι στην αδικία. Δεν ελέγχουμε πλήρως τις συνθήκες μέσα στις οποίες ζούμε. Ελέγχουμε, όμως, τις επιλογές, τη στάση και την προσπάθειά μας: το αν θα ενημερωθούμε, το αν θα διεκδικήσουμε τα δικαιώματά μας, το αν θα στηρίξουμε τον διπλανό μας, το αν θα συμμετάσχουμε σε συλλογικές πρωτοβουλίες αντί να μένουμε θεατές. Σε αυτές ακριβώς τις περιοχές γεννιέται η δυνατότητα αλλαγής, τόσο για το άτομο όσο και για την κοινότητα.

Η αλλαγή αυτή δεν είναι ούτε άμεση ούτε ανώδυνη. Προϋποθέτει μια μετατόπιση νοοτροπίας: από την παραίτηση στη δράση, από τη διαρκή καταγγελία στην υπεύθυνη συμμετοχή. Προϋποθέτει επίσης παιδεία – εκπαίδευση που ενισχύει την κριτική σκέψη, την αυτονομία και την υπευθυνότητα, όχι την αναπαραγωγή εξαρτήσεων και στερεοτύπων. Χωρίς αυτή τη βαθιά αλλαγή κουλτούρας, κάθε μεταρρύθμιση κινδυνεύει να μείνει επιφανειακή, όσο καλοσχεδιασμένη κι αν είναι «στα χαρτιά».

Δεν ταυτιζόμαστε με τις πληγές μας ούτε με το παρελθόν μας. Δεν είμαστε μόνο ό,τι μας συνέβη. Είμαστε, σε μεγάλο βαθμό, αυτό που επιλέγουμε να γίνουμε μέσα σε συγκεκριμένες συνθήκες. Η αναγνώριση αυτής της αλήθειας δεν αναιρεί τις ευθύνες των άλλων ούτε τις διαρθρωτικές αδικίες, τις κάνει όμως ,αντίθετα, πιο ορατές, γιατί μας επιτρέπει να τις αντιμετωπίζουμε χωρίς να παραλύουμε. Αποτελεί την προϋπόθεση για να πάψουμε να αναπαράγουμε την αδυναμία και να αρχίσουμε να οικοδομούμε δυνατότητες για εμάς και για τους γύρω μας.

Η ζωή –και η δημοκρατία– δεν αλλάζουν όταν περιμένουμε παθητικά να αλλάξουν οι «άλλοι». Αλλάζουν όταν αναγνωρίζουμε ότι, ακόμη και σε δύσκολες συνθήκες, διαθέτουμε περιθώρια επιλογής και δράσης. Το πρώτο βήμα είναι να τα διακρίνουμε. Το επόμενο, να τα αξιοποιήσουμε με γνώση, μέτρο και συνέπεια, τόσο στην προσωπική καθημερινότητα όσο και στη συλλογική μας παρουσία.

Το ερώτημα, τελικά, δεν είναι αν έχουμε πληγωθεί, επειδή αυτό είναι δεδομένο για όλους. Το ερώτημα είναι αν θα επιμείνουμε να ζούμε σαν να είμαστε ακόμη αβοήθητοι ή αν θα επιλέξουμε, ατομικά και συλλογικά, να αναλάβουμε την ευθύνη που μας αναλογεί. Σε αυτή την επιλογή κρίνεται όχι μόνο η προσωπική μας πορεία, αλλά και το μέλλον της κοινωνίας που συνδιαμορφώνουμε.

* Ο Νίκος Πασσάς είναι Καθηγητής Εγκληματολογίας και Ποινικής Δικαιοσύνης.

** Ο Διονύσης Βαλλιανάτος είναι Ιατρός, Κοινωνιολόγος, Συγγραφέας, τ. Καθηγητής Κοινωνικής Ιατρικής.

comment-below Λάβετε μέρος στη συζήτηση 0 Εγγραφείτε για να διαβάσετε τα σχόλια ή
βρείτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει για να σχολιάσετε.
Για να σχολιάσετε, επιλέξτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει. Παρακαλούμε σχολιάστε με σεβασμό προς την δημοσιογραφική ομάδα και την κοινότητα της «Κ».
Σχολιάζοντας συμφωνείτε με τους όρους χρήσης.
Εγγραφή Συνδρομή

Editor’s Pick

ΤΙ ΔΙΑΒΑΖΟΥΝ ΟΙ ΣΥΝΔΡΟΜΗΤΕΣ

MHT