Ο Θανάσης Κοντογιάννης, ως πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου της Εθελοντικής Διακονίας Ασθενών, έχει διαχειριστεί ανά διαστήματα πολύ δύσκολα περιστατικά και έχει έρθει σε επαφή με τον ανθρώπινο πόνο. Οι εικόνες όμως που αντίκρισε την προηγούμενη εβδομάδα κατά την εκκένωση του παράνομου γηροκομείου της οδού Σεβαστοπούλου στους Αμπελόκηπους ήταν γι’ αυτόν γροθιά στο στομάχι.
«Οι δύο γυναίκες που συνοδεύσαμε στο νοσοκομείο είχαν τον φόβο χαραγμένο στο πρόσωπό τους. Η μία κυρία είχε επιβαρυμένη υγεία και φαινόταν να έχει ανάγκη από σίτιση. Οταν μπήκε στο ασθενοφόρο, ζήτησε νερό. Hταν σε δύσκολη κατάσταση. Δεν ήθελε να αφήσει το χέρι της εθελόντριάς μας», λέει στην «Κ».
Οι άθλιες συνθήκες που ήρθαν στο φως από το δύσοσμο διαμέρισμα με τα ληγμένα προϊόντα και τους υποσιτισμένους ηλικιωμένους συγκλόνισαν όσους τα διάβασαν, αλλά όχι όσους γνωρίζουν σε βάθος τι συμβαίνει στο πεδίο φροντίδας των ηλικιωμένων στη χώρα.
Διαφημίζονται στα social media
Το παράνομο γηροκομείο στους Αμπελοκήπους δεν είναι μεμονωμένη περίπτωση, αλλά μάλλον η κορυφή του παγόβουνου. Λίγες ημέρες πριν, στο Ρέθυμνο, η αστυνομία εισέβαλε σε ένα αντίστοιχο διαμέρισμα πολυκατοικίας, στο οποίο επίσης χωρίς καμία άδεια και δίχως να τηρούνται οποιεσδήποτε προϋποθέσεις ασφαλείας και υγιεινής φιλοξενούνταν πέντε ηλικιωμένοι. Πληροφορίες αναφέρουν πως παρόμοιες παράνομες δομές λειτουργούν σε διαμερίσματα και ξενοδοχεία με επίκεντρο την Αττική και την Κρήτη, διαφημίζοντας μάλιστα τις υπηρεσίες τους σε ιστοσελίδες αγγελιών και social media.
«Tα φαινόμενα αυτά είναι το αποτέλεσμα απουσίας συστήματος μακροχρόνιας φροντίδας και αναμένεται να διογκωθούν αν δεν αλλάξουν τα πράγματα», τονίζει η Μαρία Καραγιαννίδου, ερευνήτρια και διδάσκουσα στο τμήμα Πολιτικής Υγείας του London School of Economics. Οπως εξηγεί, όταν κάποιος περιμένει σε λίστα αναμονής δύο μήνες για να μπει ο συγγενής του σε ένα γηροκομείο στο οποίο θα πληρώνει 1.500 ευρώ και έρχεται κάποιος και του λέει πως «με 600 ευρώ τον μήνα τον αναλαμβάνω τώρα εγώ», κάποια στιγμή μπορεί να αναγκαστεί να κάνει αυτή την επιλογή.
Τα –ελλιπή– δεδομένα στοιχειοθετούν μια δυστοπική εικόνα για τη φροντίδα των ηλικιωμένων στην Ελλάδα. Στη χώρα μας αυτή τη στιγμή δεν υπάρχει σαφής εικόνα για το πόσες Μονάδες Φροντίδας Ηλικιωμένων υφίστανται. Σύμφωνα με το υπουργείο Κοινωνικής Συνοχής και Οικογένειας, λειτουργούν 344 αδειοδοτημένες μονάδες. Η Πανελλήνια Ενωση Μονάδων Φροντίδας Ηλικιωμένων αναφέρει πως αυτός ο αριθμός είναι αποτέλεσμα παλαιάς καταγραφής και πλέον τα γηροκομεία έχουν φτάσει περίπου στα 450.
Κανένας από τους αριθμούς δεν καλύπτει τις ανάγκες της Ελλάδας, στην οποία το 23% του πληθυσμού είναι άτομα άνω των 65 ετών. Τη στιγμή που εμείς διαθέτουμε κατά προσέγγιση 16.500 κλίνες, η Ολλανδία (χώρα με πληθυσμό 18 εκατ.) διαθέτει 120.000 κλίνες. Η Ελλάδα είναι η δεύτερη χώρα στην Ε.Ε. με τις λιγότερες κλίνες για μακροχρόνια φροντίδα ηλικιωμένων μετά τη Βουλγαρία.
Από τις υπάρχουσες δομές, ελάχιστες είναι δημόσιες. «Ουσιαστικά δεν υπάρχει δημόσιο σύστημα μακροχρόνιας φροντίδας, παρά μόνον η φροντίδα στην κοινότητα, που είναι το πρόγραμμα «Βοήθεια στο Σπίτι», το οποίο και αυτό έχει προβλήματα. Δημόσια γηροκομεία δεν υπάρχουν. Υπάρχουν δομές για χρονίως πάσχοντες, που δεν είναι μόνο για ηλικιωμένους και έχουν πολύ αυστηρά εισοδηματικά κριτήρια», σημειώνει η κ. Καραγιαννίδου, λέγοντας πως ουσιαστικά το μεγάλο μέρος της φροντίδας το επωμίζεται η οικογένεια.
Βαρύ κόστος
Ο Δ.Μ. γνωρίζει στην πράξη τι σημαίνει αυτό. Η μητέρα του πάσχει από προχωρημένη άνοια. «Οι άνθρωποι που ζούμε την κατάσταση αυτή περνάμε από τρία στάδια. Στην αρχή αναλαμβάνεις εσύ τη φροντίδα του γονέα. Oταν η κατάσταση δυσκολεύει, προσλαμβάνεις μια γυναίκα στο σπίτι, η οποία τις περισσότερες φορές είναι αλλοδαπή, κυρίως πλέον από τη Γεωργία, και δεν έχει εξειδικευμένες γνώσεις. Αρκετές αφήνουν τους αρρώστους ώρες ξαπλωμένους σε έναν καναπέ. Η μητέρα μου κάποια στιγμή άρχισε να παθαίνει αγκύλωση. Αποφάσισα ότι πρέπει να τη μεταφέρω σε δομή. Είναι πολύ σκληρό συναίσθημα. Στην αρχή νιώθεις τύψεις, ότι παρατάς τον δικό σου άνθρωπο. Σκέφτεσαι ότι θα σου ζητάει να τον πάρεις σπίτι και δεν θα μπορείς να κάνεις τίποτα», ανέφερε.
Επειτα από μεγάλη έρευνα και αναμονή, ο 55χρονος βρήκε μια δομή, όπου μετέφερε τη μητέρα του. Σε αντίθεση με άλλους φίλους και γνωστούς, είναι πολύ ικανοποιημένος από τη φροντίδα που της παρέχουν. Το τίμημα όμως είναι δυσβάσταχτο. Το μηνιαίο κόστος για τις ιδιωτικές δομές, στις οποίες κατευθύνεται η πλειονότητα του πληθυσμού, κυμαίνεται από 1.000 έως και 2.000 ευρώ, ανάλογα με τις υπηρεσίες που προσφέρουν, τις εγκαταστάσεις τους και την πόλη όπου βρίσκονται. Σύμφωνα με την Ενωση, πιο οικονομικές είναι οι δομές μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα, οι οποίες αποτελούν περίπου το 40% του συνόλου. Ο Δ.Μ. υπολόγισε πως μαζί με τα φάρμακα, τους γιατρούς, τις εξετάσεις και τα αναλώσιμα το κόστος για τον ίδιο φτάνει συνολικά σε 2.000 ευρώ μηνιαίως. Εχοντας παράλληλα και ένα μικρό παιδί, παραδέχεται πως έχει εξουθενωθεί οικονομικά. «Είναι εξοντωτικό. Το κράτος δεν βοηθάει. Δεν μπορείς εύκολα να λάβεις το εξωιδρυματικό επίδομα. Βασιζόμαστε μόνο στη σύνταξη της μητέρας μου, που καλύπτει περίπου το 50% των εξόδων».
Η κ. Καραγιαννίδου διεξήγαγε με το LSE έρευνα για το αποτύπωμα της κατάστασης αυτής στις οικογένειες και τους φροντιστές. «Είναι φτωχοποίηση των νοικοκυριών. Τα χρήματα είναι πάρα πολλά», τόνισε, λέγοντας πως γνωρίζει ανθρώπους που εγκατέλειψαν τις δουλειές τους, στη συντριπτική πλειονότητα γυναίκες, για να φροντίζουν τους γονείς τους στο σπίτι γιατί αδυνατούν να ανταποκριθούν στα έξοδα ενός ιδιωτικού γηροκομείου. Μάλιστα επιβεβαίωσε από την έρευνά της ότι τα κριτήρια για το εξωιδρυματικό επίδομα είναι τόσο αυστηρά, που δεν το λαμβάνουν όλοι όσοι το χρειάζονται. Αντιθέτως, όπως ανέφερε, στο εξωτερικό υπάρχει οικονομική υποστήριξη που δίνεται έπειτα από αξιολόγηση του κάθε περιστατικού ηλικιωμένου και των εισοδημάτων των φροντιστών, καθώς και διευκολύνσεις στην εργασία, με ευέλικτα ωράρια. Σύμφωνα με την έρευνα, φαίνεται πως οι φροντιστές στην Ελλάδα είναι διατεθειμένοι να πληρώσουν αναλογικά τα έξοδα μακροχρόνιας φροντίδας αλλά χρειάζονται υποστήριξη.
Αυτό επιβεβαιώνει και ο Στέλιος Προσαλίκας, πρόεδρος της Πανελλήνιας Ενωσης Μονάδων Φροντίδας Ηλικιωμένων. «Υπάρχουν πολίτες που δεν μπορούν να ανταποκριθούν σε τέτοια κόστη», σημείωσε, προσθέτοντας πως κατά τον ίδιο, η μόνη λύση είναι να δίνονται από το κράτος vouchers.
Ανάγκη για ελέγχους
Ο κ. Προσαλίκας σημείωσε ότι το κόστος αποτελεί έναν από τους λόγους που κάποιοι πολίτες απευθύνονται σε παράνομες δομές που προσφέρουν τιμές χαμηλότερες κατά 50%. Σύμφωνα με τον ίδιο, στην Ελλάδα οι ιδιωτικές μονάδες προσπαθούν να κρατούν τα τροφεία σε αποδεκτό επίπεδο. Αυτό, ωστόσο, πρόσθεσε, πολλές φορές συνεπάγεται μικρά περιθώρια κερδοφορίας, τα οποία αποθαρρύνουν ιδιώτες είτε από την Ελλάδα είτε από το εξωτερικό να επενδύσουν στη δημιουργία νέων και σύγχρονων γηροκομείων. Παράλληλα τόνισε πως τίθεται ζήτημα προστασίας των δομών που τηρούν τις προδιαγραφές έναντι των παρανόμων, λέγοντας πως οι έλεγχοι που γίνονται δεν επαρκούν.
«Η Ενωσή μας έχει προχωρήσει σε καταγγελίες για την ύπαρξη παράνομων δομών, ωστόσο ο κρατικός μηχανισμός δεν δείχνει την ίδια αποτελεσματικότητα κάθε φορά. Εχουμε εντοπίσει περιπτώσεις στην Αθήνα αλλά και στην Κρήτη», λέει ο κ. Προσαλίκας. Σύμφωνα με τον ίδιο, οι Περιφέρειες αναφέρουν πως συχνά δεν έχουν το απαραίτητο προσωπικό για να διεξάγουν όλους τους ελέγχους.
Παρότι στην έρευνά μας αναζητήσαμε, δεν βρήκαμε κεντρικά στοιχεία ελέγχων, προστίμων και σφραγίσεων Μονάδων Φροντίδας Ηλικιωμένων πανελλαδικά. Αυτό συμβαίνει εν μέρει γιατί οι έλεγχοι γίνονται από τις Περιφέρειες, οι οποίες είναι αρμόδιες και για την αδειοδότηση των μονάδων. Ενδεικτικά αναφέρουμε πως στην Περιφέρεια Αττικής, όπου υπάρχουν συνολικά 1.544 κοινωνικές δομές πάσης φύσεως, εργάζονται 61 κοινωνικοί σύμβουλοι, αρμόδιοι για ελέγχους και επίβλεψη της σωστής λειτουργίας των δομών. Οι καταγγελίες για το σύνολο των δομών, όχι μόνο για τα γηροκομεία, φτάνουν κατά μέσον όρο τις 63 ανά έτος.
Πηγές του υπουργείου Κοινωνικής Συνοχής και Οικογένειας αναφέρουν στην «Κ» πως όταν υπάρχει καταγγελία, οι Περιφέρειες πάντα σπεύδουν για έλεγχο. Παραδέχονται ωστόσο πως από τη στιγμή που οι προνοιακές δομές αυξάνονται συνεχώς, το επιθυμητό θα ήταν να ενισχυθούν με προσωπικό και να γίνονται περισσότερες αυτοψίες. Η εικόνα που υπάρχει πάντως κατά τις ίδιες πηγές είναι πως το φαινόμενο των παράνομων γηροκομείων σε σπίτια δεν είναι εκτεταμένο. Διευκρινίστηκε πως γίνονται προσπάθειες με την αυστηροποίηση του πλαισίου εποπτείας και κυρώσεων. «Εχουν ενταθεί τα πρόστιμα και οι κυρώσεις και έχουν κλείσει γηροκομεία».
Ποιοτικά κριτήρια
Στην έρευνά της η κ. Καραγιαννίδου εντοπίζει πως και μεταξύ των αδειοδοτημένων δομών υπάρχει μεγάλη διαφοροποίηση στην ποιότητα μεταξύ δημόσιων, ιδιωτικών και εκκλησιαστικών μονάδων και πως πρέπει στους ελέγχους να ενταχθούν και ποιοτικά κριτήρια. Ο Δ.Μ. παραδέχθηκε πως, πράγματι, ο μόνος τρόπος για να ελέγξει ένας φροντιστής την ποιότητα της δομής είναι μέσω προσωπικής έρευνας. Ο ίδιος αναφέρει πως στάθηκε τυχερός και μέχρι σήμερα πιστεύει πως για τη μητέρα του, που είναι ένα βαρύ περιστατικό, η μεταφορά της σε μονάδα φροντίδας ήταν όντως η καλύτερη επιλογή. «Τη φροντίζουν όπως δεν θα μπορούσα να τη φροντίσω εγώ».
Ο Κώστας Προύσκας, γενικός γραμματέας της Ενωσης και δρ Γεροντολογίας, υποστηρίζει πως αν και μέχρι σήμερα μπορείς να συναντήσεις «παλιακές εικόνες» σε γηροκομεία, πολλές μονάδες εκσυγχρονίζονται συνεχώς. «Ο στόχος πια είναι να μην υπάρχει στιγματισμός και απομόνωση. Επικεντρωνόμαστε σε προγράμματα συμπερίληψης, ώστε οι ηλικιωμένοι που φροντίζουμε να έρχονται σε επαφή με διάφορες κοινωνικές ομάδες αλλά και με όλη τους την οικογένεια».
Σε μία κοινωνία που γερνάει, το ζήτημα της φροντίδας ηλικιωμένων, κατά τον κ. Προύσκα, δεν αφορά μόνο στην τρίτη ηλικία. «Επηρεάζει τη γενιά των γονιών μας, τη δική μας, αλλά θα επηρεάσει άμεσα και τα παιδιά μας», καταλήγει.
