Την Κυριακή 26 Απριλίου, όταν ολοκλήρωσε μια ομιλία του στη Σαγκάη, ο καθηγητής Αθλητιατρικής Γιάννης Πιτσιλαδής βρήκε στο κινητό του δεκάδες μηνύματα. Δύο δρομείς μόλις είχαν κατορθώσει να σπάσουν επισήμως το φράγμα των δύο ωρών στον Μαραθώνιο του Λονδίνου, έπειτα από φρενήρη κούρσα. Είχε οραματιστεί και ο ίδιος, πριν από χρόνια, αυτή τη στιγμή.
Μία δεκαετία νωρίτερα επιχειρούσε, ως επικεφαλής διεθνούς ομάδας ειδικών, να επαναπροσδιορίσει τα όρια της ανθρώπινης αντοχής, κυνηγώντας με προσήλωση τον ίδιο στόχο στον Μαραθώνιο. Είχε ονομάσει εκείνο το εγχείρημα SUB2. Αναζητούσε τις ιδανικές προπονητικές και αγωνιστικές συνθήκες πραγματοποιώντας μετρήσεις της ατμοσφαιρικής πίεσης στη Νεκρά Θάλασσα και υπέβαλλε σε εργομετρικά τεστ φερέλπιδες δρομείς στην Αιθιοπία. Φιλοδοξούσε ότι με τον ιδανικό συνδυασμό επιστήμης, τεχνολογίας, προπονητικής τακτικής, και δίχως τη χρήση απαγορευμένων ουσιών, η σπουδαία επίδοση θα ερχόταν.
«Οχι με αυτόν τον τρόπο»
«Το θέμα δεν είναι εάν, αλλά πότε θα συμβεί», έλεγε ο κ. Πιτσιλαδής, παρότι για τους πιο επιφυλακτικούς η προσπάθειά του έμοιαζε τότε με απόπειρα αποστολής ανθρώπων στον πλανήτη Αρη. Τελικά, το πρόσφατο διπλό ρεκόρ στο Λονδίνο δεν είχε τη δική του συμμετοχή. «Ηθελα να καταρρίψουμε τις δύο ώρες. Αλλά με άλλο τρόπο», λέει στην «Κ». «Οχι βάζοντας “ελατήρια” στα παπούτσια». Ο ίδιος, αν και στάθηκε πρώτος στην αφετηρία, εγκατέλειψε το εγχείρημα λίγα χρόνια αργότερα, όταν το βάρος αντίστοιχων προσπαθειών μετατοπίστηκε κυρίως στα αποκαλούμενα υπερ-υποδήματα.

Τα αγωνιστικά παπούτσια με την ενσωματωμένη άκαμπτη πλάκα από ίνες άνθρακα και τα ειδικά αφρώδη υλικά στις σόλες, που παρέχουν πιο πλούσια υποστήριξη και υπόσχονται πιο γρήγορες επιδόσεις, έχουν διαμορφώσει τα τελευταία χρόνια τα καταναλωτικά ήθη των απανταχού δρομέων. Μετά τον Μαραθώνιο του Λονδίνου βρέθηκαν εκ νέου στο διεθνές προσκήνιο. Οι αθλητές στο βάθρο φορούσαν μια ακόμη πιο εξελιγμένη εκδοχή τους, που ζύγιζε λιγότερο από 100 γραμμάρια και κόστιζε 500 ευρώ. «Δεν μιλάμε πλέον για τους αθλητές ή για την επιστήμη, αλλά για τα υποδήματα», σχολιάζει ο κ. Πιτσιλαδής, καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Hong Kong Baptist.

«Η καινοτομία είναι απαραίτητη, αλλά εάν η πρόσβαση στην τεχνολογία αρχίζει να καθορίζει τα αποτελέσματα –περισσότερο από τη φυσιολογία, την προετοιμασία και το ταλέντο– τότε δεν τεστάρουμε πλέον μόνο τον αθλητή, αλλά το σύστημα γύρω του», έγραψε ο ίδιος στο LinkedIn μετά την κατάρριψη των δύο ωρών. Σημείωσε ότι τα προηγμένα υποδήματα μπορούν ανά περιπτώσεις να βελτιώσουν σημαντικά τη δρομική οικονομία ενός αθλητή, αλλά δεν επωφελούνται όλοι το ίδιο. Κάθε παπούτσι ανταποκρίνεται διαφορετικά, ακόμη και μεταξύ δρομέων υψηλού επιπέδου. «Είναι αυτό ακόμη το άθλημα στο οποίο πιστεύουμε;» αναρωτήθηκε. Δεν είναι ο μόνος που κάνει αυτές τις σκέψεις.
Από τη Βιέννη στο Λονδίνο
Ηταν Οκτώβριος 2019 όταν ο Κενυάτης Ελιουντ Κιπτσόγκε κατέβηκε για πρώτη φορά τις δύο ώρες στον Μαραθώνιο, καλύπτοντας την απόσταση των 42.195 μέτρων σε 1:59:40. Η επίδοσή του δεν αναγνωρίστηκε επισήμως ως παγκόσμιο ρεκόρ γιατί επιτεύχθηκε σε ελεγχόμενο περιβάλλον, σε ειδικά διαμορφωμένη διαδρομή στη Βιέννη, με τη βοήθεια συναθλητών που εναλλάσσονταν στο πλευρό του για να κρατήσει σταθερό τέμπο. Τα βλέμματα τότε στράφηκαν και στα πρωτότυπα παπούτσια που φορούσε. Σταδιακά, σχεδόν όλες οι εταιρείες αθλητικών ειδών ανέπτυξαν τη δική τους εκδοχή. Με τη νέα τεχνολογία που υπόσχεται «φτερά στα πόδια» αυξήθηκαν και οι τιμές, σκαρφαλώνοντας πάνω από τα 250 ευρώ στα περισσότερα μοντέλα.
Το φράγμα των δύο ωρών άντεξε στις χρονιές που μεσολάβησαν, ώσπου φέτος, την τελευταία Κυριακή του Απριλίου στο Λονδίνο, ο Κενυάτης Σεμπάστιαν Σάουε και ο Αιθίοπας Γιομίφ Κεγιέλτσα τερμάτισαν σε 1:59:30 και 1:59:41 αντιστοίχως. Οι επιδόσεις τους αναγνωρίζονται πλέον επισήμως, καθώς επιτεύχθηκαν για πρώτη φορά σε πραγματικές συνθήκες αγώνα.
«Πρώτα να πιστέψεις»
«Δεν έπεσα από τα σύννεφα. Είναι κάτι που έχουν στο μυαλό τους εδώ και χρόνια», σημειώνει στην «Κ» ο Νίκος Πολιάς, προπονητής μαραθωνοδρόμων και πρώην πρωταθλητής, με κορυφαία ατομική επίδοση 2:13:53. Το 2000 είχε βρεθεί για προετοιμασία στην Κένυα και θυμάται ότι ένας από τους προπονητές των Αφρικανών πρωταθλητών έθετε από τότε ως στόχο την κατάρριψη των δύο ωρών. «Τον ρώτησα πώς θα το κάνουν. “Πρώτα πρέπει να το πιστέψεις και να σκεφτείς ότι μπορείς”, μου απάντησε».
Ο κ. Πολιάς παρατηρεί ότι και για το πρόσφατο επίτευγμα του Σάουε τα πολλά, χαλαρά προπονητικά χιλιόμετρα αποτέλεσαν βασικό συστατικό της προετοιμασίας του. «Ο όγκος των ελεύθερων χιλιομέτρων έκανε τη διαφορά, όχι οι πολλές
διαλειμματικές ή πιο γρήγορες προπονήσεις», εξηγεί. Αναγνωρίζει, όμως, και τη συμβολή των εξελιγμένων υποδημάτων. «Εάν έτρεχε με τα παπούτσια που είχαμε στην εποχή μου, δεν θα έκανε το ρεκόρ. Σίγουρα βοήθησαν», τονίζει.
Τη γνώμη ότι το ρεκόρ δεν θα είχε καταρριφθεί χωρίς τα «σούπερ παπούτσια» εκφράζει στην «Κ» και ο Ντάνιελ Λίμπερμαν, καθηγητής Eξελικτικής Bιολογίας στο Χάρβαρντ. «Το μεγαλύτερο πλεονέκτημα που προσφέρουν είναι ότι προσθέτουν ένα επιπλέον ελατήριο στα πόδια του δρομέα, αποθηκεύοντας ελαστική ενέργεια όταν το σώμα ακουμπάει στο έδαφος. Στη συνέχεια αυτή η ενέργεια επιστρέφει για να ωθήσει τον δρομέα στον αέρα με κάθε βήμα», διευκρινίζει, «αυξάνουν τη δρομική οικονομία κατά περισσότερο από 4%, επιτρέποντας στους δρομείς να τρέχουν πιο γρήγορα».
Η «μεσοσόλα»
Το άκαμπτο έλασμα ανθρακοϊνών συνδυάζεται σε αυτά τα παπούτσια με μια ειδική ενδιάμεση σόλα από πολυαιθυλένιο, για καλύτερη απορρόφηση κραδασμών και μεγιστοποίηση της απόδοσης ενέργειας. «Από διεθνείς έρευνες έχει φανεί ότι αυτή η μεσοσόλα κάνει όλη τη δουλειά. Το έλασμα απαιτείται για να σταθεροποιεί το παπούτσι, να διατηρεί τη γεωμετρία του, αλλιώς η σόλα θα γινόταν σαν ζαχαρωτό», σχολιάζει ο Στέλιος Πετρούτσος, φυσικοθεραπευτής με εξειδίκευση στα δρομικά αγωνίσματα.
Ωστόσο, αυτά τα «σούπερ παπούτσια» δεν εξασφαλίζουν το ίδιο πλεονέκτημα σε όλους. Τα στοιχεία που δίνονται συνήθως στη δημοσιότητα για το κάθε μοντέλο και τις δυνατότητές του βασίζονται σε συγκεκριμένα σωματομετρικά χαρακτηριστικά. Κατά βάσιν, αντιστοιχούν σε αθλητές βάρους 55 κιλών και δεν καλύπτουν το ευρύ φάσμα των ερασιτεχνών δρομέων. «Εχει φανεί ότι τα παπούτσια λειτουργούν βέλτιστα από ρυθμό 4:20 το χιλιόμετρο και πιο γρήγορα. Στον αργό δρομέα δημιουργείται κατά τη χρήση τους περισσότερη κάθετη ταλάντωση και δεν δουλεύουν σωστά», παρατηρεί ο κ. Πετρούτσος.
Η αίσθηση του αέρινου τρεξίματος που προσφέρουν, όμως, συχνά οδηγεί και στην υπέρχρηση. Ο φυσικοθεραπευτής λέει ότι βλέπει όλο και πιο συχνά ερασιτέχνες δρομείς με τραυματισμούς στο ισχίο, στον αχίλλειο τένοντα και στο πέλμα. Οταν ρωτάει τι μοντέλα χρησιμοποιούν, διαπιστώνει ότι ακόμη και για τις απλές προπονήσεις επιλέγουν τις σόλες με τα ελάσματα, αντί για πιο συμβατικά αθλητικά υποδήματα. «Παρατηρούμε πλέον τι παπούτσι τερματίζει και όχι τον δρομέα. Ματαιώνονται η αξία και η προσπάθεια του αθλητή», επισημαίνει.
«Είμαι υποστηρικτής οποιουδήποτε είδους τρεξίματος, ανεξάρτητα από τι φοράει κάποιος στα πόδια του», λέει ο Λίμπερμαν, μαραθωνοδρόμος και ο ίδιος. «Ολα τα παπούτσια, όμως, έχουν όφελος και κόστος, και τα “supershoes” δεν αποτελούν εξαίρεση. Για ορισμένους δρομείς είναι λιγότερο σταθερά, ασκούν μεγαλύτερη πίεση στον αχίλλειο τένοντα και στους μυς της γάμπας. Είναι επίσης ακριβά», σημειώνει.
Το εγχείρημα του SUB2

Στο πρόγραμμα SUB2 του Γιάννη Πιτσιλαδή είχε λάβει μέρος και ο κορυφαίος Αιθίοπας δρομέας Κενενίσα Μπεκέλε, όχι με αυτοσκοπό να σπάσει ο ίδιος το φράγμα των δύο ωρών, αλλά κυρίως για να βοηθήσει τους ειδικούς να καταλάβουν πώς θα μπορούσε να επιτευχθεί αυτό το ιστορικό ρεκόρ.
Το συνολικό κόστος του εγχειρήματος είχε υπολογιστεί περίπου στα 30 εκατομμύρια δολάρια. Το 2016, όταν ακόμη ο κ. Πιτσιλαδής εργαζόταν με αυτόν τον στόχο, άλλοι ειδικοί προέβλεπαν ότι το όριο των δύο ωρών δεν θα παραβιαστεί μέχρι το 2028, ή ακόμη και το 2041.
Στους συνεργάτες του SUB2, πέρα από τα πανεπιστήμια της Βιέννης και του Κέιπ Τάουν, περιλαμβάνονταν το Εθνικό Αστεροσκοπείο Αθηνών και το Εθνικό Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο. Οι Ελληνες ειδικοί είχαν αναπτύξει μια τεχνολογία που μπορούσε με τη συλλογή και επεξεργασία δορυφορικών δεδομένων να παρακολουθεί το αστικό θερμικό περιβάλλον και να παρέχει σημαντικές πληροφορίες για τις επικρατούσες συνθήκες (κατανομή θερμοκρασίας εδάφους και αέρα) κατά τη διάρκεια ενός αγώνα. Το SUB2 ολοκληρώθηκε το 2019.
«DNA man»
Ο Γιάννης Πιτσιλαδής γεννήθηκε στην Αυστραλία και μεγάλωσε στη Νότιο Αφρική, ενώ πέρασε κι ένα μέρος της ζωής του στη Μυτιλήνη απ’ όπου κατάγεται. Από μικρός επιθυμούσε να γίνει αθλητής του βόλεϊ και να αγωνιστεί με την Εθνική Ελλάδος. «Δεν τα κατάφερα όμως γιατί ήμουν κοντός», είχε δηλώσει ο ίδιος παλαιότερα στην «Κ». «Γι’ αυτό και αποφάσισα να μάθω τι κάνει κάποιους αθλητές σπουδαίους, γιατί και σε τι διαφέρουν από εμάς».
Αναζητώντας απαντήσεις ταξίδεψε στην Αιθιοπία, την Κένυα και την Τζαμάικα. Μάζεψε γενετικό υλικό από εν ενεργεία και βετεράνους αθλητές παγκόσμιας κλάσης και δημιούργησε μια βάση δεδομένων που όπως έχει δηλώσει ξεπερνάει –μαζί με νέες προσθήκες κάθε χρόνο– τα 2.000 δείγματα. «Στην Αφρική με αποκαλούν “DNA man”. Πάντοτε μαζί μου κουβαλάω κουτιά για να παίρνω νέα δείγματα». Μέχρι στιγμής, πάντως, δεν έχει διαπιστώσει κάτι ξεχωριστό στο DNA των πρωταθλητών.
Μόνο με μία μεμβράνη
Η προσπάθεια που είχε κάνει ο κ. Πιτσιλαδής προσέγγιζε ολιστικά την απόπειρα κατάρριψης των δύο ωρών. «Κοιτούσαμε τα πάντα στον αθλητή, την εργοφυσιολογία, τη βιοχημεία, τη διατροφή, τη ζωή που έκαναν, τον ύπνο, δεν αφήναμε να ξεφύγει ούτε μια λεπτομέρεια», επισημαίνει. «Και χωρίς τα παπούτσια θα το κάναμε, αλλά με αυτά έγινε πιο απλό».
Στο SUB2 συμμετείχε και ο Πίτερ Γουέιαντ, καθηγητής στο τμήμα Κινησεολογίας του Texas Christian University. «Ηταν καινοτόμος και ακούραστος, ένας κρίσιμος παράγοντας για τις προόδους που συνέβαιναν», αναφέρει για τον ελληνικής καταγωγής επικεφαλής του εγχειρήματος. «Ηταν ενθουσιώδης. Δεν ήθελε να χάσει την ευκαιρία που αναγνώριζε ότι θα ερχόταν μόνο μία φορά».
Κατά τον κ. Πιτσιλαδή, αυτή η ραγδαία εξέλιξη στην τεχνολογία των υποδημάτων και στις επιδόσεις δεν έχει συνοδευθεί από ευρύτερες αλλαγές στην πρόληψη και στην ανίχνευση της χρήσης απαγορευμένων ουσιών, ούτε έχει συνδυαστεί με την αναζήτηση καλύτερων προπονητικών πρακτικών όπως στόχευε ο ίδιος.
Τα υποδήματα ήταν μία από τις πολλές παραμέτρους τις οποίες θα πρόσεχε και το δικό του πρόγραμμα. Η ομάδα του είχε ήδη πραγματοποιήσει μελέτες και ταξίδια στην Κορέα και στην Ιαπωνία. Ηθελε να πειραματιστεί με ένα μινιμαλιστικό παπούτσι, το οποίο ενδεχομένως θα μπορούσε να αποτελείται μόνο από μία μεμβράνη που θα κάλυπτε το κάτω μέρος του ποδιού. «Θα ήταν τελείως επίπεδο, πολύ ελαφρύ και θα χρησιμοποιούσε την αρχιτεκτονική του ποδιού», τονίζει. Δεν θα ήταν, όμως, αυτό στο επίκεντρο.

