«Από στοιχεία του Παγκόσμιου Οργανισμού Τροφίμων είναι γνωστό ότι 58% των αξιολογημένων ιχθυαποθεμάτων στη Μεσόγειο είναι υπεραλιευμένα. Δηλαδή, ψαρεύονται πάνω από το όριο που επιτρέπεται. Η Μεσόγειος θεωρείται μία από τις πιο υπεραλιευμένες θάλασσες παγκοσμίως», αναφέρει ο Μιχάλης Μαργαρίτης, υπεύθυνος σε θέματα αλιείας του WWF Ελλάς. Ταυτόχρονα, σύμφωνα με τα διαθέσιμα στοιχεία, έχει διπλασιαστεί ο αριθμός κατανάλωσης ψαριών από τους καταναλωτές σε σύγκριση με πριν από 50 χρόνια. «Παρά τις τοπικές βελτιώσεις, η εικόνα παραμένει κρίσιμη. Αυτές οι περιπτώσεις βελτίωσης έχουν να κάνουν κυρίως με περιοχές της Κεντρικής ή της Δυτικής Μεσογείου. Εδώ, δυστυχώς, τα πράγματα δεν είναι πολύ καλά», συνεχίζει ο κ. Μαργαρίτης.
Αυτά μαζί με πολλά άλλα ενδιαφέροντα στοιχεία παρουσιάστηκαν χθες από το WWF Ελλάς με τον ανανεωμένο Οδηγό Υπεύθυνης Κατανάλωσης Ψαρικών (Fish Guide), που έχει στόχο την κινητοποίηση καταναλωτών, επιχειρήσεων και φορέων, προωθώντας βιώσιμες λύσεις για την κοινωνία και τη θάλασσα, αλλά και την ευαισθητοποίηση όσων επιθυμούν να επιλέγουν πιο συνετά με τι θα γεμίσουν το καλάθι τους. Ο τίτλος της καμπάνιας; «Μην τσιμπάς, διάλεξε σωστά».
Κρίσιμη κατάσταση
Σύμφωνα με όσα συζητήθηκαν στην Ελλάδα, η κατάσταση σε σχέση με τα ιχθυαποθέματα των ελληνικών θαλασσών παραμένει ιδιαίτερα κρίσιμη. «Διαθέτουμε τον μεγαλύτερο στόλο μικρής παράκτιας αλιείας», τονίζει ο κ. Μαργαρίτης. Κάποιοι άλλοι ιδιαίτερα αρνητικοί λόγοι που μεγεθύνουν το πρόβλημα είναι η υπεραλίευση πάνω από τα βιώσιμα όρια, ο μεγάλος αριθμός σκαφών και εργαλείων και η λαθραία αλιεία, που πολλές φορές συνεπάγεται τη δυσκολία στον έλεγχο και στην επιβολή της νομοθεσίας. Ταυτόχρονα, υπάρχουν και παράγοντες όπως η υποβάθμιση των οικοσυστημάτων (π.χ. τα λιβάδια της Ποσειδωνίας) αλλά και η κλιματική αλλαγή με την αύξηση της θερμοκρασίας της θάλασσας, καθώς και τα ξενικά είδη, που δημιουργούν πολλά προβλήματα.

Ενώ είμαστε θαλασσινή χώρα, «το 65% των ψαριών στην Ελλάδα είναι εισαγωγής. Το υπόλοιπο 35% προέρχεται από υδατοκαλλιέργειες και εγχώρια ελεύθερη αλιεία. Ομως, πολλές φορές, ψάρια από υδατοκαλλιέργειες πωλούνται ως ψάρια ελεύθερης εγχώριας αλιείας», σημειώνει ο κ. Μαργαρίτης. Μάλιστα, η Ελλάδα βρίσκεται χαμηλότερα από τον ετήσιο ευρωπαϊκό μέσο όρο κατανάλωσης ψαριών (23,5 κιλά), με τους Ελληνες να καταναλώνουν μόλις 19,6 κιλά ανά άτομο.
Η υπεραλίευση πάνω από τα βιώσιμα όρια, ο μεγάλος αριθμός σκαφών και εργαλείων και η λαθραία αλιεία έχουν μειώσει τα ιχθυαποθέματα των ελληνικών θαλασσών.
Για να μπορέσουν να μετρήσουν το ποσοστό των πολιτών που γνωρίζουν τι είναι η υπεύθυνη κατανάλωση, οι ειδικοί του WWF σε συνεργασία με τη Metron Analysis έκαναν μια έρευνα, η οποία έδειξε ότι «το 61% δεν το έχει ακούσει ποτέ. Σε σχέση με αυτούς που γνωρίζουν, το εντυπωσιακό είναι ότι αυτοί που καταναλώνουν λιγότερα ψάρια, δηλαδή οι νέοι –με ποσοστό 33%–, είναι αυτοί που γνωρίζουν περισσότερο τι σημαίνει υπεύθυνη κατανάλωση», υπογραμμίζει η Παναγιώτα Στάππα, συνεργάτις θαλάσσιου προγράμματος του WWF Ελλάς. Το επόμενο ερώτημα της έρευνας ήταν αν οι πολίτες γνωρίζουν τι είναι τα ξενικά είδη. Μόνον οι μισοί από τους ερωτηθέντες απάντησαν θετικά και μόλις το 11% ήταν πρόθυμο να τα εντάξει στη διατροφή του.
«Υπεύθυνη κατανάλωση σημαίνει ότι δεν καταναλώνουμε απειλούμενα ή προστατευόμενα είδη, όπως καρχαρίες ή θαλάσσια θηλαστικά. Προμηθευόμαστε θαλασσινά από επαγγελματίες αλιείς, που τηρούν τη νομοθεσία, χρησιμοποιούν τα σωστά εργαλεία και ακολουθούν τους κανόνες συντήρησης. Προτιμάμε ψάρια που είναι αλιευμένα με βιώσιμες πρακτικές, όπως από παραγάδια με μεγάλο μέγεθος αγκιστριού. Επιλέγουμε ψάρια που έχουν γεννήσει τουλάχιστον μία φορά στη ζωή τους, ώστε να εξασφαλίσουμε ότι θα υπάρχουν αποθέματα και στο μέλλον, και δεν τα καταναλώνουμε την περίοδο που αναπαράγονται. Προτιμάμε τα ψάρια που είναι μικρότερα σε μήκος βάσει της φυσιολογίας τους, όπως ο γαύρος, ο σαρδελόγαυρος και ο σκάρος, αντί για τους κορυφαίους θηρευτές (π.χ. τόνος), που βρίσκονται ψηλά στην τροφική αλυσίδα, έχουν μεγάλη ζήτηση και είναι λιγότεροι στη θάλασσα», αναφέρει η κ. Στάππα. Τον οδηγό αυτό, μαζί με χρήσιμες πληροφορίες για κάθε ψάρι (ξενικό, εισαγόμενο, μεσογειακό, υδατοκαλλιέργειας), μπορεί να αναζητήσει κάποιος στη σελίδα του οργανισμού fishguide.wwf.gr.
Τα ξενικά είδη δεν βρίσκονται σε όλη την επικράτεια στις ίδιες ποσότητες. Οσο πιο βόρεια πάμε, είναι λιγότερα ή διαφέρουν. «Κάποιοι τρώνε ξενικά ψάρια και δεν το γνωρίζουν. Για παράδειγμα, ο “γαύρος ο παριανός”. Αν πάτε στη Βαρβάκειο θα τον βρείτε. Οι περισσότεροι νομίζουν ότι είναι γαύρος από την Πάρο. Στην πραγματικότητα, είναι ξενικό είδος, απλώς χρησιμοποιείται ένα πιο “πιασάρικο” τοπωνύμιο», εξηγεί ο κ. Μαργαρίτης. «Για μένα η πρόκληση είναι πώς ένα περιβαλλοντικό πρόβλημα μπορεί να μετατραπεί σε οικονομική ευκαιρία. Για να συμβεί αυτό, χρειάζεται εκπαίδευση, τόσο για τον καταναλωτή όσο και για τον επαγγελματία», προτείνει η Γιώτα Σωτηροπούλου, βιολόγος και συνεργάτις του WWF Ελλάς.
Δράσεις ενημέρωσης
«Εχουμε ξεκινήσει δράσεις για να ενημερώσουμε τον κόσμο πώς να μαγειρεύει τα ξενικά είδη. Οι ψαράδες διαμαρτύρονται ότι δεν υπάρχουν ψάρια, και αυτό οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στο ότι ο κόσμος φοβάται να καταναλώσει κάτι που δεν ξέρει (τα ξενικά είδη δεν έχουν φυσικούς θηρευτές). Ομως, όλα είναι θέμα μάρκετινγκ. Χρησιμοποιώντας ξενικά είδη, οι επαγγελματίες μπορούν να προσφέρουν κάτι νέο, νόστιμο και οικονομικό. Στο εξωτερικό υπάρχει μεγάλη ενημέρωση για είδη όπως το λεοντόψαρο. Από εμάς θα ξεκινήσει η αλλαγή, αλλάζοντας τις συνήθειές μας και καταναλώνοντας τέτοια ψάρια», καταλήγει ο σεφ Γιώργος Τσούλης, πρεσβευτής του WWF Ελλάς σε θέματα βιώσιμης διατροφής.

