Η παρουσία της Μαρίας Καρυστιανού και του Αλέξη Τσίπρα ως πολιτικών αρχηγών στις επόμενες εκλογές έχει προεξοφληθεί, ενώ ανοιχτό είναι το ενδεχόμενο να κάνει το βήμα και ο Αντώνης Σαμαράς. Το ερώτημα είναι αν τα νέα κόμματα θα ενισχύσουν τον κατακερματισμό, ευνοώντας τελικά τη Νέα Δημοκρατία, ή αν, αντίθετα, θα συμβάλουν στην αποδυνάμωσή της.
Ο Πασχάλης Τεμεκενίδης, διευθυντής ερευνών της Palmos Analysis, σημειώνει πως παρότι «κάθε ένα από αυτά τα εγχειρήματα έχει διαφορετικά χαρακτηριστικά, πολιτική τοποθέτηση, εκλογική στόχευση και, εντέλει, προοπτικές», «η επίσημη εμφάνισή τους θα αναδιαμορφώσει το πολιτικό σκηνικό σε όλο το εύρος του σε σχέση με τις τρέχουσες καταγραφές». Πιο συγκεκριμένα: «Η φθορά της κυβέρνησης και η αδυναμία της αντιπολίτευσης τούς δίνει χώρο και ευκαιρίες από τη μία, ενώ τα βαρίδια του κυβερνητικού παρελθόντος τους (σε ό,τι αφορά τους δύο πρώην πρωθυπουργούς) και η απειρία και η έλλειψη σαφούς στίγματος (σε ό,τι αφορά την κ. Καρυστιανού) από την άλλη περιορίζουν τις προοπτικές τους και δημιουργούν επιφυλάξεις στο εκλογικό σώμα».
Σύμφωνα με τον Ηλ. Τσαουσάκη, σύμβουλο στρατηγικής και επικοινωνίας, τα πρώτα στοιχεία δείχνουν ότι οι υπό ίδρυσιν σχηματισμοί «μάλλον θα οδηγήσουν
σε περαιτέρω κατακερματισμό».
Σύμφωνα με την πολιτική θεωρία, θυμίζει ο Παναγιώτης Κουστένης, επ. καθηγητής Πανεπιστημίου Κρήτης, «η εμφάνιση ενός νέου κόμματος είθισται να εκφράζει κοινωνικές δυναμικές και ιδεολογικές διαφοροποιήσεις. Στην παρούσα συγκυρία, όμως, ξεχωρίζει το πρόσωπο των ηγετών, χωρίς κατ’ ανάγκην μείζονες ιδεολογικές διαφορές από τα υπάρχοντα κόμματα. Προκύπτει δηλαδή ως στοχοθεσία προσωπικών στοιχημάτων, με ζητούμενο είτε μια δεύτερη ιστορική ευκαιρία και τη συγκρότηση ενός εναλλακτικού πόλου διεκδίκησης της εξουσίας (Αλέξης Τσίπρας), είτε την έκφραση της γενικευμένης δυσαρέσκειας, αλλά με θολό ιδεολογικό στίγμα (Μαρία Καρυστιανού), ή ακόμη τη διευθέτηση ενδοπαραταξιακών λογαριασμών (Αντώνης Σαμαράς). Η προσωπική εμβέλεια των τριών ηγετών φαίνεται να εξασφαλίζει σε πρώτη φάση την απαιτούμενη ορατότητα για την είσοδο στο πολιτικό σύστημα, χωρίς πάντα από μόνη της να την εγγυάται».
«Το κρίσιμο ερώτημα»
Κατά τον Γιώργο Τράπαλη, αναλυτή δεδομένων της εταιρείας ερευνών Good Affairs, «το κρίσιμο ερώτημα παραμένει αν και ποιο από τα νέα κόμματα μπορεί να αναπτύξει ξεχωριστή δυναμική και όχι απλώς να συνυπάρξει με το ΠΑΣΟΚ σε ένα μπλοκ κομμάτων με σχετικά χαμηλά ποσοστά, την ώρα που η Νέα Δημοκρατία, παρότι λαβωμένη, διατηρεί σαφές προβάδισμα έναντι του όποιου δεύτερου κόμματος». Σύμφωνα με τα στοιχεία που μελετά: «Η δυναμική της Μαρίας Καρυστιανού αντλείται κυρίως από τον χώρο των μικρότερων κομμάτων, τα οποία κινούνται κοντά στο όριο κοινοβουλευτικής εκπροσώπησης, αποδυναμώνοντάς τα ή ακόμη και εξαϋλώνοντάς τα, ενώ φαίνεται να παίρνει πολύ σημαντικό κομμάτι από την Πλεύση Ελευθερίας. Ταυτόχρονα, ο χώρος δεξιότερα της Νέας Δημοκρατίας εκφράζεται κυρίως από την Ελληνική Λύση του Κυριάκου Βελόπουλου, με την Καρυστιανού να αποκτά σημαντικά ερείσματα στον ευρύτερο υπερσυντηρητικό χώρο. Ο μεγάλος στόχος της, βέβαια, παραμένει η ενεργοποίηση ενός νέου εκλογικού κοινού, με το βασικό αποτύπωμά της να αφορά την ανακατανομή δυνάμεων στον αντισυστημικό χώρο. Από την άλλη, ο Αλέξης Τσίπρας επανασυσπειρώνει σημαντικό τμήμα του ΣΥΡΙΖΑ που άφησε, δηλαδή του εκλογικού ποσοστού του στις εκλογές του 2023 (17%), και επιχειρεί να διευρυνθεί προς την ευρύτερη δημοκρατική παράταξη, αξιοποιώντας την κυβερνητική εμπειρία του και την υψηλή δυνάμει πρωθυπουργική ικανότητά του συγκριτικά με κάθε άλλον επικεφαλής κόμματος της αντιπολίτευσης. Δεν θα πρέπει επίσης να αγνοηθεί η πιθανή δημιουργία κόμματος από τον Αντώνη Σαμαρά, αν και κινείται σαφώς χαμηλότερα σε δυναμική».
Το βασικό χαρακτηριστικό
Για τον Ηλία Τσαουσάκη, σύμβουλο στρατηγικής και επικοινωνίας, τα πρώτα στοιχεία δείχνουν ότι τα νέα κόμματα «μάλλον θα οδηγήσουν σε περαιτέρω κατακερματισμό παρά σε συσπείρωση». «Αλλωστε», συνεχίζει, «το πολιτικό σύστημα δεν έχει σταθεροποιηθεί από την κατάρρευση του δικομματισμού το 2012. Οι εκλογές του 2023, με τη συρρίκνωση του ΣΥΡΙΖΑ, το επιβεβαίωσαν. Προς το παρόν δεν διαφαίνεται σχηματισμός ικανός να μετατρέψει τον χώρο σε πλειοψηφία. Και όσο δεν εμφανίζεται, η ρευστότητα θα παραμείνει το βασικό χαρακτηριστικό του πολιτικού μας συστήματος».

