Της Λένας Αργύρη
ΟΥΑΣΙΝΓΚΤΟΝ. Με προσωπική παρέμβαση του προέδρου Ντόναλντ Τραμπ ξεμπλόκαρε τελικά η διαδικασία πώλησης αμερικανικών κινητήρων F110 στην Τουρκία, ενώ παράλληλα το Πεντάγωνο και το Στέιτ Ντιπάρτμεντ εξετάζουν εάν πληρούνται οι προϋποθέσεις της αμερικανικής νομοθεσίας που θα επιτρέψουν να προχωρήσει και η παροχή των μαχητικών F-35.
Πρόκειται, ωστόσο, για δύο εντελώς διαφορετικές υποθέσεις, τόσο από νομικής όσο και από πολιτικής άποψης. Η προμήθεια των κινητήρων για το μαχητικό πέμπτης γενιάς Kaan δεν προσκρούει στις ίδιες νομοθετικές απαγορεύσεις που ισχύουν για τα F-35, ούτε αντιμετώπισε σοβαρά προβλήματα στο Κογκρέσο. Για την Ουάσιγκτον, συνεπώς, επρόκειτο για μια σχετικά εύκολη πολιτική και νομική παραχώρηση.
Από τον Φεβρουάριο, οπότε ο φάκελος των κινητήρων διαβιβάστηκε από το Στέιτ Ντιπάρτμεντ στο Κογκρέσο, η υπόθεση παρέμεινε «παγωμένη», παρά το γεγονός ότι δεν είχε διαμορφωθεί ευρύ μέτωπο κοινοβουλευτικών αντιδράσεων. Η στασιμότητα αυτή, η οποία αποτέλεσε επανειλημμένως αντικείμενο παραπόνων του Τούρκου υπουργού Εξωτερικών Χακάν Φιντάν προς τον Μάρκο Ρούμπιο, οφειλόταν σε δύο λόγους: αφενός στις επιφυλάξεις του αντιπροέδρου της Επιτροπής Εξωτερικών Υποθέσεων της Βουλής, Δημοκρατικού Γκρέγκορι Μικς, και αφετέρου, σύμφωνα με πληροφορίες της «Κ», στην απουσία ιδιαίτερης πίεσης από το ίδιο το Στέιτ Ντιπάρτμεντ.
Απόπειρα για μπλόκο – Σύμφωνα με πληροφορίες, τις επόμενες 15 ημέρες φαίνεται πως θα κατατεθεί στο Κογκρέσο αίτημα για την υιοθέτηση κοινού ψηφίσματος απόρριψης της πώλησης των κινητήρων, αλλά δεν αναμένεται να συγκεντρώσει την απαιτούμενη πλειοψηφία.
Σύμφωνα με πηγές της «Κ» στο Κογκρέσο, οι άλλοι τρεις από τους τέσσερις νομοθέτες που συμμετέχουν στη διαδικασία προέγκρισης εξοπλιστικών πωλήσεων –ο πρόεδρος της Επιτροπής Εξωτερικών Σχέσεων της Γερουσίας Τζέιμς Ρις, η επικεφαλής των Δημοκρατικών στην ίδια επιτροπή Τζιν Σαχίν και ο πρόεδρος της Επιτροπής Εξωτερικών Υποθέσεων της Βουλής Μπράιαν Μαστ– ήραν σχετικά γρήγορα τις επιφυλάξεις που είχαν αρχικά διατυπώσει.
Δίχως σκεπτικό
Αντιθέτως, ο κ. Μικς διατηρούσε το λεγόμενο «hold», όσο δεν λάμβανε από το Στέιτ Ντιπάρτμεντ ενημέρωση για το σκεπτικό, τη σκοπιμότητα και τις επιπτώσεις της πώλησης. Oπως αποκάλυψε ο ίδιος, ενημερώθηκε το βράδυ της Τρίτης ότι είχε ληφθεί πολιτική απόφαση να προχωρήσει η διαδικασία. «Το Στέιτ Ντιπάρτμεντ δεν μπήκε καν στον κόπο να αιτιολογήσει την απόφασή του. Δεν επικαλέστηκε καμία εξουσία έκτακτης ανάγκης, ούτε παρουσίασε γραπτή αιτιολόγηση. Απλώς με ενημέρωσε», δήλωσε ο βουλευτής.
Η επίσημη κοινοποίηση προς το Κογκρέσο έγινε την Τετάρτη και τώρα το μόνο εργαλείο που διαθέτει η νομοθετική εξουσία για να επιχειρήσει να ανακόψει την πώληση είναι η υιοθέτηση κοινού ψηφίσματος απόρριψης. Σύμφωνα με πληροφορίες, τις επόμενες 15 ημέρες φαίνεται πως θα κατατεθεί σχετική πρωτοβουλία, αλλά δεν αναμένεται να συγκεντρώσει την απαιτούμενη πλειοψηφία. Ακόμη όμως και αν ένα τέτοιο ψήφισμα εγκρινόταν, ο πρόεδρος θα μπορούσε να ασκήσει βέτο. Για την υπέρβαση του βέτο θα χρειαζόταν πλειοψηφία δύο τρίτων και στα δύο Σώματα, κάτι που, με τους σημερινούς πολιτικούς συσχετισμούς, θεωρείται ανέφικτο.
Στην επιστολή ενημέρωσης προς το Κογκρέσο, το Στέιτ Ντιπάρτμεντ αναφέρει ότι η αμερικανική κυβέρνηση είναι έτοιμη να αδειοδοτήσει την εξαγωγή, έχοντας συνεκτιμήσει «πολιτικούς, στρατιωτικούς, οικονομικούς παράγοντες, ζητήματα ανθρωπίνων δικαιωμάτων και ελέγχου των εξοπλισμών». Είναι αμφίβολο κατά πόσον οι παράγοντες αυτοί αξιολογήθηκαν επί της ουσίας. Στην πράξη, η απόφαση δείχνει ότι ο πρόεδρος Τραμπ προέταξε την προσωπική σχέση με τον Ερντογάν, χωρίς να συνυπολογίσει τη συνολική συμπεριφορά της Τουρκίας, τη δυσαρέσκεια του Ισραήλ και τον μακροπρόθεσμο κίνδυνο μεταβολής των ισορροπιών αποτροπής στο Αιγαίο εις βάρος της Ελλάδας.
Δεν είναι η πρώτη φορά που η κυβέρνηση Τραμπ επιλέγει να κινηθεί επιθετικά στο πεδίο των πωλήσεων όπλων. Μόλις πριν από τρεις μήνες ενεργοποίησε τη διαδικασία των «πωλήσεων έκτακτης ανάγκης», επισπεύδοντας την έγκριση εξοπλιστικών προγραμμάτων προς χώρες του Κόλπου. Η διαδικασία κοινοβουλευτικού ελέγχου παρακάμφθηκε, προκλήθηκαν αντιδράσεις και κατατέθηκαν νομοθετικές πρωτοβουλίες για την αναστολή των συμφωνιών, χωρίς όμως αποτέλεσμα.
Η φόρμουλα
Ενα στοιχείο που έχει ιδιαίτερη σημασία είναι ο τρόπος με τον οποίο φαίνεται πως δομείται η συμφωνία. Η πώληση προωθείται μέσω του Προγράμματος Αμεσων Εμπορικών Πωλήσεων (DCS), δηλαδή μέσω αδειοδοτημένης εξαγωγής από αμερικανική εταιρεία προς ξένο αποδέκτη, και όχι μέσω του Προγράμματος Ξένων Στρατιωτικών Πωλήσεων (FMS), που αφορά διακρατικές πωλήσεις από την αμερικανική κυβέρνηση προς ξένες κυβερνήσεις.
Το πρόγραμμα Kaan αναπτύσσεται από την Turkish Aerospace Industries (TAI), ενώ τελεί υπό την εποπτεία της τουρκικής Διεύθυνσης Αμυντικής Βιομηχανίας (SSB), στην οποία έχουν επιβληθεί κυρώσεις CAATSA λόγω της αγοράς των S-400. Σύμφωνα με αμυντικές πηγές που μίλησαν στην «Κ», η επιλογή του μηχανισμού DCS ενδέχεται να προσφέρει στην αμερικανική κυβέρνηση την ευελιξία να αδειοδοτήσει την εξαγωγή προς την TAI, χωρίς η συναλλαγή να θεωρηθεί ότι παραβιάζει το καθεστώς κυρώσεων που ισχύει για την SSB.
Απόρρητη ενημέρωση – Ενδεικτικό της νέας δυναμικής που αποκτά η υπόθεση των F-35 είναι το γεγονός ότι ο πρόεδρος της Επιτροπής Εξωτερικών Υποθέσεων
της Βουλής, Μπράιαν Μαστ, αναμένεται να λάβει τις επόμενες ημέρες απόρρητη ενημέρωση για το ζήτημα.
Εντελώς διαφορετική είναι η περίπτωση των F-35. Η μεταφορά των αεροσκαφών στην Τουρκία απαγορεύεται ρητά από την τροπολογία 1245 του Αμυντικού Προϋπολογισμού του 2020 (NDAA), λόγω της απόκτησης και διατήρησης των ρωσικών συστημάτων S-400. Γι’ αυτό και ο αντιπρόεδρος Τζέι Ντι Βανς, όταν ρωτήθηκε σχετικά, απέφυγε να μιλήσει για πολιτική απόφαση και παρέπεμψε στη νομική διαδικασία και στο Κογκρέσο, αποκαλύπτοντας ταυτόχρονα ότι έχει δοθεί προεδρική εντολή εξέτασης του θέματος.
Ενδεικτικό της νέας δυναμικής που αποκτά η υπόθεση είναι το γεγονός ότι ο πρόεδρος της Επιτροπής Εξωτερικών Υποθέσεων της Βουλής, Μπράιαν Μαστ, αναμένεται να λάβει τις επόμενες ημέρες απόρρητη ενημέρωση για το ζήτημα των F-35.
Θεωρητικά, η άρση της απαγόρευσης θα απαιτούσε είτε ουσιαστική μεταβολή στο καθεστώς των S-400 είτε νέα νομοθετική παρέμβαση του Κογκρέσου που θα τροποποιούσε τη σχετική διάταξη του NDAA. Ωστόσο, νομικές πηγές στην Ουάσιγκτον, έχουν εξηγήσει στην «Κ» ότι η κυβέρνηση θα μπορούσε να επικαλεστεί εναλλακτικές νομικές ερμηνείες της ισχύουσας νομοθεσίας, χωρίς να απαιτηθεί η άμεση τροποποίησή της.
Το εβραϊκό λόμπι
Σύμφωνα με πληροφορίες της «Κ», σε κύκλους του αμερικανοεβραϊκού λόμπι έχει ήδη αρχίσει να διατυπώνεται ο προβληματισμός κατά πόσον η πώληση των κινητήρων και η επιτάχυνση του προγράμματος Kaan θα πρέπει να αξιολογηθούν και υπό το πρίσμα της διατήρησης της ποιοτικής στρατιωτικής υπεροχής (QME) του Ισραήλ στην περιοχή, που αποτελεί πάγια και νομοθετικά κατοχυρωμένη υποχρέωση της αμερικανικής κυβέρνησης.
«Επένδυση» Τραμπ στον Ερντογάν βλέπουν στην Αγκυρα
Του Μανώλη Κωστίδη
ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΗ – ΑΝΤΑΠΟΚΡΙΣΗ. Ως «μία από τις σημαντικότερες εξελίξεις στις αμερικανοτουρκικές σχέσεις από τότε που ανέλαβε η κυβέρνηση Τραμπ» χαρακτηρίζει την πρόθεση της αμερικανικής κυβέρνησης να παράσχει κινητήρες για το τουρκικό μαχητικό αεροσκάφος πέμπτης γενιάς Kaan ο Σεντάτ Εργκίν, ένας από τους εμπειρότερους πολιτικούς αναλυτές και δημοσιογράφους της Τουρκίας.
Ο κ. Εργκίν, ο οποίος αρθρογραφεί στην εφημερίδα Oksijen, σημειώνει στην ανάλυσή του στην «Κ» ότι «η άτρακτος και τα υπόλοιπα μέρη του αεροσκάφους έχουν κατασκευαστεί με εθνικά μέσα· το πρόβλημα εντοπίζεται στον κινητήρα. Τουλάχιστον μέχρι να αποκτήσει η Τουρκία τη δυνατότητα να κατασκευάζει τον δικό της, η χρήση του αμερικανικού κινητήρα θα σημαίνει την υπέρβαση ενός πολύ σημαντικού εμποδίου στη στρατηγική ανάπτυξης του εθνικού μαχητικού της χώρας. Αν αυτό υλοποιηθεί, θεωρώ ότι θα σηματοδοτήσει ένα ιδιαίτερα σημαντικό ορόσημο στις αμερικανοτουρκικές σχέσεις. Στην πραγματικότητα, και αυτή η εξέλιξη μπορεί να θεωρηθεί προέκταση της θετικής στάσης και της προσωπικής εγγύτητας που έχει ο Τραμπ προς την Τουρκία και τον Ερντογάν».
Ο κ. Εργκίν υποστηρίζει ότι «ο πρόεδρος Τραμπ τρέφει ιδιαίτερη συμπάθεια προς τον πρόεδρο Ερντογάν και αισθάνεται εγγύτητα μαζί του. Τον θεωρεί ηγέτη και εταίρο με τον οποίο μπορεί να βρίσκεται σε διάλογο και να συνεργάζεται στενά στην περιοχή. Φαίνεται, επίσης, ότι τον επηρέασε ο ρόλος που διαδραμάτισε η Τουρκία στο παρασκήνιο, ώστε η Χαμάς να μετακινηθεί προς μια συμφωνία για τη Γάζα».
Διαφορετική ανάγνωση προτείνει ο καθηγητής Διεθνών Σχέσεων στο Πανεπιστήμιο Κοτς, Σολί Οζέλ. Σε δηλώσεις του στην «Κ» υποστηρίζει ότι «η συγκεκριμένη υπόσχεση του Τραμπ για τους κινητήρες μού φαίνεται κάπως κενή περιεχομένου. Η παραχώρηση οπλικών συστημάτων προσκρούει στον περιορισμό των κυρώσεων CAATSA, οι οποίες πρέπει πρώτα να αρθούν. Το ίδιο ισχύει και για τα F-35: για να πωληθούν, θα πρέπει να αρθούν οι κυρώσεις.
Από τη στιγμή που οι κυρώσεις CAATSA παραμένουν σε ισχύ, ποιος πουλάει και τι πουλάει; Αυτό είναι το ερώτημα. Πρόκειται για κάτι που είπε ο Τραμπ για να καλοπιάσει τον Ερντογάν. Θεωρώ πως πρόκειται για μια συμβολική χειρονομία της αμερικανικής κυβέρνησης, που θέλει να καταστήσει σαφές σε φίλους και εχθρούς ότι “εμείς στηρίζουμε την Τουρκία”».
Ο «ανθύπατος»
Ο κ. Οζέλ επισημαίνει ότι οι σχέσεις των ΗΠΑ με την Τουρκία είναι ιδιαίτερα καλές. «Ο Τομ Μπάρακ, ο πρέσβης των ΗΠΑ στην Αγκυρα, λειτουργεί σχεδόν ως ανθύπατος στη Μέση Ανατολή. Θεωρώ ότι η σημερινή αμερικανική κυβέρνηση αντιμετωπίζει την Τουρκία ως “αξία”. Σε αυτό συμβάλλει και η καλή προσωπική σχέση των δύο ηγετών. Γι’ αυτό, ό,τι κι αν λέγεται στο εσωτερικό, εκτιμώ ότι ο Ερντογάν έχει 100% τη στήριξη του Τραμπ – και ο Τραμπ το επιβεβαιώνει κάθε φορά. Αξίζει, επίσης, να σημειωθεί ότι ούτε η εχθρότητα του Ισραήλ και των κύκλων που πρόσκεινται σε αυτό, ούτε οι επιφυλάξεις του ελληνικού λόμπι απέναντι στην Τουρκία επηρεάζουν αρνητικά τη στάση της σημερινής αμερικανικής κυβέρνησης».
Ο κ. Εργκίν υποστηρίζει ότι η σημερινή κατάσταση των σχέσεων Ουάσιγκτον – Aγκυρας είναι συμβατή και με το νέο δόγμα εθνικής ασφαλείας της κυβέρνησης Τραμπ, που ανακοινώθηκε στις αρχές Δεκεμβρίου. Oπως τονίζει, το έγγραφο παρουσίαζε μια παγκόσμια στρατηγική που απομακρύνεται από την Ευρώπη και επικεντρώνεται περισσότερο στην Κίνα. Στο πλαίσιο αυτό, αναδεικνυόταν ο στόχος να ανατίθεται, όπου είναι δυνατόν, η ευθύνη για τα περιφερειακά προβλήματα στους ίδιους τους περιφερειακούς παράγοντες – κάτι που ισχύει και για τη Μέση Ανατολή.
«Η δική μου ανάγνωση του δόγματος είναι ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες θα κινηθούν προς την κατεύθυνση της ανάθεσης ολοένα και περισσότερων ευθυνών στην Τουρκία όσον αφορά τη Μέση Ανατολή. Το στοιχείο αυτό υπήρχε ήδη στη στρατηγική της κυβέρνησης και θα ενισχυθεί ακόμη περισσότερο από την εμπειρία του Τραμπ με το Ιράν».
Ο διευθυντής του τηλεοπτικού σταθμού A News και πολιτικός αναλυτής του A Haber, του μεγαλύτερου φιλοκυβερνητικού τηλεοπτικού δικτύου της Τουρκίας, Ορχάν Σαλί, αναφέρει σε δηλώσεις του στην «Κ» ότι το επίπεδο επικοινωνίας που έχει επιτευχθεί μεταξύ Τραμπ και Ερντογάν θεωρείται σημαντικό πλεονέκτημα για την επίλυση των προβλημάτων μεταξύ των δύο χωρών. Ο ίδιος υπενθυμίζει ότι «οι αμερικανικές κυρώσεις κατά της Τουρκίας εξακολουθούν να ισχύουν. Παρότι η πλήρης άρση τους δεν φαίνεται εύκολη βραχυπρόθεσμα, η δήλωση του Τραμπ ότι “θα δώσω στην Τουρκία και στον Ερντογάν μια ευχάριστη είδηση” παρακολουθείται με ιδιαίτερο ενδιαφέρον». Παραδέχεται ότι, σε πρώτη φάση, η πιθανότητα επανένταξης της Τουρκίας στο πρόγραμμα των F-35 φαίνεται περιορισμένη.

