Με ιδιαίτερο ενδιαφέρον υποδέχθηκε η Αθήνα την απόφαση της σουηδικής κυβέρνησης να προχωρήσει στην αγορά τεσσάρων γαλλικών φρεγατών FDI. Πρόκειται για μια εξέλιξη που ανέμεναν καιρό τώρα στο υπουργείο Εθνικής Αμυνας και το Πολεμικό Ναυτικό καθώς επιφέρει μια σειρά από ευνοϊκές συνέπειες στο ελληνικό πρόγραμμα φρεγατών.
Η Ελλάδα δεν θα είναι πλέον ο μοναδικός διεθνής πελάτης των γαλλικών φρεγατών FDI, γεγονός που σημαίνει πως οτιδήποτε σχετίζεται με την υποστήριξη και την αναβάθμιση των πλοίων γίνεται φθηνότερο και πιο άμεσα διαθέσιμο, ενώ σε λίγα χρόνια το ελληνικό, το γαλλικό και το σουηδικό ναυτικό θα μιλούν την ίδια επιχειρησιακή «γλώσσα», επιτρέποντας ακόμη μεγαλύτερη συνεργασία και διαλειτουργικότητα.
Μειώνονται τα κόστη
Η Σουηδία δήλωσε την πρόθεσή της να προχωρήσει στην απόκτηση τεσσάρων φρεγατών FDI, κόστους περίπου 4 δισεκατομμυρίων ευρώ, οι οποίες θα κατασκευαστούν στα ναυπηγεία της Group Naval στη Λοριάν της Βορειοδυτικής Γαλλίας. Με την ολοκλήρωση του προγράμματος, ο ελάχιστος αριθμός των «Belharra» όπως είναι ευρέως γνωστές οι φρεγάτες, θα ανέρχεται σε 13. Πέντε για το γαλλικό ναυτικό και από τέσσερις για το ελληνικό και το σουηδικό.
Περισσότερα πλοία σημαίνει μεγαλύτερη ζήτηση για ανταλλακτικά, αναβαθμίσεις και υπηρεσίες υποστήριξης. Αυτό συνεπάγεται τη διατήρηση της γραμμής παραγωγής για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα που εξασφαλίζει καλύτερες τιμές και υποστήριξη για περισσότερα χρόνια
Ο αριθμός θεωρείται κλειδί για την επίτευξη οικονομίας κλίμακος. Περισσότερα πλοία σημαίνει μεγαλύτερη ζήτηση για ανταλλακτικά, αναβαθμίσεις και υπηρεσίες υποστήριξης. Αυτό συνεπάγεται τη διατήρηση της γραμμής παραγωγής για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα που εξασφαλίζει καλύτερες τιμές και υποστήριξη για περισσότερα χρόνια. Αρα, η συντήρηση των πλοίων και η προμήθεια των υλικών υποστήριξης γίνονται φθηνότερες, γεγονός που υποδέχονται με ανακούφιση στο Πολεμικό Ναυτικό. Επιπλέον, αναμένεται να μειωθεί το κόστος του R&D, της ανάπτυξης δηλαδή νέων συστημάτων για τις αναβαθμίσεις των πλοίων καθώς θα επιμερίζεται σε περισσότερους χρήστες. Το Πολεμικό Ναυτικό έχει ήδη προγραμματίσει τον πρώτο κύκλο αναβαθμίσεων των ελληνικών FDI και συγκεκριμένα των πρώτων δύο πλοίων («Κίμων» και «Νέαρχος») στο πρότυπο Standard 2++.
Το ποσοστό της «έκπτωσης» δεν είναι δυνατό να υπολογιστεί από τώρα, ωστόσο, αξιωματούχοι του Πολεμικού Ναυτικού επισημαίνουν πως όσο ωριμάζει το πρόγραμμα με την προσθήκη νέων πελατών και πλοίων, τόσο πιο βιώσιμο θα γίνεται.
Νέα όπλα και χρονοδιαγράμματα
Σύμφωνα με πληροφορίες, οι Σουηδοί θα επιλέξουν μια διαμόρφωση η οποία αν και έχει αρκετά κοινά χαρακτηριστικά με την ελληνική, έχει μια σημαντική διαφορά. Τα 16 από τα 32 κελιά θα διαθέτουν τον αντιαεροπορικό πύραυλο ψυχρής εκτόξευσης CAMM της MBDA. Αυτό σημαίνει πως οι σουηδικές FDI θα εξοπλίζονται με 16 αντιαεροπορικούς Aster 30 για την κατάρριψη απειλών σε μεγάλες αποστάσεις και 48 CAMM για τις μεσαίες αποστάσεις. Επιπλέον, οι σουηδικές φρεγάτες θα διαθέτουν αντιπλοϊκούς πυραύλους εγχώριας παραγωγής, τους RBS 15 της Saab, τορπίλες τύπου SLWT, ραντάρ τύπου G1X, τηλεχειριζόμενα πυροβόλα Trackfire και ναυτικά πυροβόλα των 40 και 57 χιλιοστών της BAE. Η πιστοποίηση των παραπάνω όπλων στο πλοίο αναμένεται να εμπλουτίσει τις «βιβλιοθήκες» των FDI και του συστήματος μάχης, προσφέροντας ακόμη μεγαλύτερη ευελιξία στη διαμόρφωσή τους.
Το σουηδικό πολεμικό ναυτικό αναμένεται να παραλάβει την πρώτη του FDI εντός του 2030. Νωρίτερα, η Ελλάδα θα έχει ολοκληρώσει την παραλαβή όλων των πλοίων του προγράμματός της. Σύμφωνα με πληροφορίες, η παράδοση της φρεγάτας «Νέαρχος» προγραμματίζεται να πραγματοποιηθεί στις 26 Οκτωβρίου και στα τέλη του έτους θα ακολουθήσει η φρεγάτα «Φορμίων». Η 3η ελληνική FDI θα παραμείνει για τρεις μήνες στη Λοριάν προκειμένου να γίνουν οι απαραίτητες αναβαθμίσεις του προτύπου Standard 2++ που με τα έως τώρα δεδομένα περιλαμβάνουν και την προσθήκη των εκτοξευτήρων Α70 για τους στρατηγικούς πυραύλους MdCN, η γραμμή παραγωγής των οποίων ενεργοποιήθηκε ξανά λόγω της αυξημένης ζήτησης. Η παράδοση της 4ης ελληνικής FDI, της φρεγάτας «Θεμιστοκλής», προγραμματίζεται να γίνει έως το τέλος του 2028.

