Το Μέγαρο Μαξίμου επιχειρεί με κάθε ευκαιρία να πολώσει την αντιπαράθεση με τον Αλέξη Τσίπρα, εστιάζοντας στα πεπραγμένα της διακυβέρνησής του. Το αφήγημα είναι σαφές: O κ. Τσίπρας δεν αποτελεί κάτι νέο στην πολιτική ζωή της χώρας και το κόμμα του, η ΕΛΑΣ, είναι ουσιαστικά «ο ΣΥΡΙΖΑ 2».
Η επιδίωξη του Μαξίμου να αναβιώσει το παλαιό δίπολο είναι προφανής, προσκρούει όμως σε ένα βασικό εμπόδιο: δεν την επιδιώκει πλέον με τους παλαιούς όρους της συριζαϊκής οξύτητας και ο πρώην πρόεδρος του ΣΥΡΙΖΑ. Oπως παρατηρεί κυβερνητική πηγή, ο κ. Τσίπρας βρίσκεται σε «μία κατάσταση πιο ζεν» και, παρά τις κατά καιρούς ακραίες εξάρσεις του –όπως πρόσφατα, όταν συνέκρινε την κυβέρνηση Μητσοτάκη με τη χούντα και τη ναζιστική κατοχή («όπως στην Κατοχή οι Eλληνες αναζητούσαν ελευθερία και στη χούντα δημοκρατία, έτσι και σήμερα, στην περίοδο της εκτεταμένης διαφθοράς, αναζητούν εντιμότητα»)–, αποφεύγει σε γενικές γραμμές τις προσωπικές επιθέσεις του παρελθόντος.
Στην ουσία, η Ν.Δ. αναζητά μέσω της επαναφοράς του διπόλου ένα «σκιάχτρο» για να συσπειρώσει το δικό της κοινό. Ο κ. Τσίπρας το έχει αντιληφθεί και αποφεύγει συστηματικά τον ρόλο που του επιφυλάσσει η κυβέρνηση. Eχει, όμως, πράγματι αλλάξει; «Eτσι θέλει να δείχνει», απαντά κυβερνητική πηγή, εκτιμώντας ότι σε αυτή τη φάση επιδιώκει να κατοχυρώσει τη δεύτερη θέση – στόχος που μοιάζει απολύτως εφικτός.
Πώς θα αντιδράσει το Μαξίμου σε αυτή την πραγματικότητα; Η τακτική δεν αλλάζει: τα κυβερνητικά στελέχη, ανεξάρτητα από τη στάση Τσίπρα, θα συνεχίσουν την πόλωση με κάθε ευκαιρία. Επειτα από επτά χρόνια στην εξουσία, μια κουρασμένη Ν.Δ. δεν έχει πολλές επιλογές. Η έλλειψη αντιπάλου αποσυσπειρώνει· αντίθετα, ο «φόβος» μιας δυναμικής επιστροφής του Αλέξη Τσίπρα προσφέρει προοπτική συσπείρωσης.
«Δεν έχει αλλάξει»
Στο Μαξίμου, πάντως, η κριτική στον Αλέξη Τσίπρα δεν είναι μόνο προϊόν υπολογισμού, αλλά και πεποίθησης. Ο ίδιος ο πρωθυπουργός πιστεύει ακράδαντα πως ο πρώην πρόεδρος του ΣΥΡΙΖΑ «δεν έχει αλλάξει»· απλώς, με τα χρόνια, έχει αποκτήσει μεγαλύτερη εμπειρία στο να διαχειρίζεται «αυτά που πραγματικά πιστεύει». Σύμφωνα με πληροφορίες της «Κ», ο πρωθυπουργός ζητεί από τα στελέχη του σκληρή κριτική προς τον Τσίπρα, εκτιμώντας ότι έτσι μπορεί να συσπειρώσει δύο βασικές κατηγορίες πολιτών.
Στρατηγική 2ης θέσης – Ο Τσίπρας αποφεύγει συστηματικά να σηκώσει ευθέως το «γάντι» της κυβέρνησης. Eχει, όμως, πράγματι αλλάξει; «Eτσι θέλει να δείχνει», απαντά κυβερνητική πηγή, εκτιμώντας ότι σε αυτή τη φάση επιδιώκει να κατοχυρώσει τη δεύτερη θέση.
Πρώτον, ένα κομμάτι των αναποφάσιστων που παρακολουθεί το πολιτικό σκηνικό και στο παρελθόν ανήκε στο λεγόμενο «αντι-ΣΥΡΙΖΑ» μέτωπο: κεντρώους πολίτες στους οποίους η ανάμνηση της διακυβέρνησης Τσίπρα ενεργοποιεί αμυντικά αντανακλαστικά, παρότι σήμερα δεν είναι ικανοποιημένοι από την κυβέρνηση Μητσοτάκη. Στο Μαξίμου θεωρούν ότι η υπενθύμιση των πεπραγμένων εκείνης της περιόδου –που έγινε ακόμη και με επαγγελματικό βίντεο στην επέτειο του δημοψηφίσματος– θα προσεγγίσει αυτό το κοινό.
Δεύτερον, η ίδια τακτική απευθύνεται και σε ψηφοφόρους της άκρας Δεξιάς που, για λόγους κυρίως ιδεολογικούς και όχι οικονομικούς ή κοινωνικούς, «απεχθάνονται αυτό που εκπροσωπεί ο πρώην πρόεδρος του ΣΥΡΙΖΑ», όπως σημειώνει κυβερνητική πηγή. Επιλέγοντας, συνεπώς, την πολιτική της πόλωσης και της υπενθύμισης, ο πρωθυπουργός εκτιμά ότι βγαίνει διπλά κερδισμένος.
Σύμφωνα, πάντως, με πληροφορίες της «Κ», ο πρωθυπουργός κάθε άλλο παρά υποτιμά τον Αλέξη Τσίπρα. Σε ιδιωτικές συζητήσεις, μάλιστα, αφήνει να εννοηθεί ότι τον θεωρεί πιο υπολογίσιμο αντίπαλο από τον Νίκο Ανδρουλάκη. Οι ίδιες πηγές εκτιμούν ότι όσο πλησιάζουν οι εκλογές, η πόλωση με τον Αλέξη Τσίπρα θα ενταθεί και για έναν ακόμη λόγο: η πραγματική δεξαμενή ψηφοφόρων «είναι στον Νίκο και όχι στον Αλέξη».
Ο στόχος
Τι σημαίνει αυτό; Ανεβάζοντας τους τόνους απέναντι στον Αλέξη Τσίπρα, η Ν.Δ. δεν απευθύνεται μόνο στις δύο προαναφερθείσες κατηγορίες πολιτών, αλλά και σε μία ακόμη, ιδιαίτερης βαρύτητας: σε ένα κομμάτι οπαδών του ΠΑΣΟΚ που, αν και δηλώνουν ψηφοφόροι του Νίκου Ανδρουλάκη, βλέπουν θετικά μια συγκυβέρνηση με τη Ν.Δ. Πρακτικά, αυτό σημαίνει ότι «ο φόβος του Αλέξη Τσίπρα» μπορεί τελικά να διασπάσει το ΠΑΣΟΚ, στο εσωτερικό του οποίου συνυπάρχουν εκ διαμέτρου αντίθετες απόψεις – όπως φάνηκε στο ζήτημα του άρθρου 16. Το κοινό του ΠΑΣΟΚ που θα μπορούσε να στηρίξει τη Νέα Δημοκρατία «είναι μετρημένο και ιδιαίτερα κρίσιμο για το τελικό αποτέλεσμα», αναφέρει δημοσκοπική πηγή στην «Κ».
Η παράμετρος Σαμαρά – Δημοσκόπος με επαφή με το Μαξίμου λέει στην «Κ» ότι «οι ψηφοφόροι στα δεξιά της Ν.Δ. πολύ δύσκολα επιστρέφουν σε αυτήν», ειδικά από τη στιγμή που ο Σαμαράς ετοιμάζεται να ιδρύσει κόμμα, προσφέροντας μια «οικεία» εναλλακτική επιλογή.
Eνα ακόμη σημαντικό στοιχείο: στο Μαξίμου θεωρούν τον Νίκο Ανδρουλάκη τον πιο αδύναμο κρίκο στην τριγωνική σχέση Ν.Δ. – ΕΛΑΣ – ΠΑΣΟΚ, καθώς επικρατεί η πεποίθηση ότι ο Αλέξης Τσίπρας «έχει μεγαλύτερο ταλέντο» στη συσπείρωση του κόσμου της Κεντροαριστεράς. Η τακτική αποδόμησης του ΠΑΣΟΚ είναι, επομένως, μονόδρομος και για έναν επιπλέον λόγο. Oπως λέει στην «Κ» δημοσκόπος με επαφή με το Μαξίμου, «οι ψηφοφόροι στα δεξιά της Ν.Δ. πολύ δύσκολα επιστρέφουν σε αυτήν», ειδικά από τη στιγμή που ο Αντώνης Σαμαράς ετοιμάζεται να ιδρύσει κόμμα, προσφέροντας μια «οικεία» εναλλακτική επιλογή.
Ολα τα παραπάνω αποτυπώνονται το τελευταίο διάστημα στη ρητορική των στελεχών της Ν.Δ.: η κριτική κατά του ΠΑΣΟΚ έχει ενταθεί, παρότι πρόκειται για το τρίτο κόμμα, που «δεν απειλεί άμεσα την κυβέρνηση». Ο στόχος είναι άλλος: εκείνο το κομμάτι των «πράσινων» ψηφοφόρων που αναζητά σταθερότητα, προοπτική διακυβέρνησης και –κυρίως– να μην επιστρέψει ο Αλέξης Τσίπρας.

