Στο ποδόσφαιρο, παιχνίδι κέντρου είναι η μάχη στη μεσαία γραμμή του γηπέδου, όπου οι χαφ αγωνίζονται για τον έλεγχο του ρυθμού του παιχνιδιού και της κατοχής της μπάλας. Εκεί, όπως λένε οι ειδικοί, κρίθηκε, για παράδειγμα, ο ημιτελικός του Μουντιάλ Ισπανία – Γαλλία.
Στην πολιτική, η μάχη του Κέντρου είναι σημαντική γιατί εκεί θεωρείται ότι βρίσκονται οι περισσότεροι μετακινούμενοι ψηφοφόροι. Σε προηγούμενες δεκαετίες ήταν καθοριστική, αλλά όσο εντείνεται η πόλωση, όσο ενισχύονται τα άκρα και βρίσκουν χώρο οι πολιτικές δυνάμεις του λαϊκισμού και του αντισυστημισμού, το Kέντρο αποδυναμώνεται.
Προσεκτικός και συγκρατημένος στις διατυπώσεις του, ο γενικός διευθυντής της εταιρείας δημοσκοπήσεων Pulse Γιώργος Αράπογλου σημειώνει ότι «ένα παραδοσιακό στερεότυπο όριζε ότι οι εκλογές κερδίζονται στο Κέντρο. Oμως, σήμερα υπάρχουν κι άλλοι δρόμοι για να φτάσει ένα κόμμα στην εξουσία».
Σημαίνει αυτό ότι οι ψηφοφόροι του Κέντρου δεν είναι πια περιζήτητοι; Τα κόμματα, πάντως, που έχουν πιθανότητες να τους προσελκύσουν (Ν.Δ., ΕΛΑΣ, ΠΑΣΟΚ) τους διεκδικούν με ένταση.
Ο ιδρυτής και αναλυτής της εταιρείας ερευνών Good Affairs Γιώργος Τράπαλης διαπιστώνει: «Η συζήτηση για τη μάχη του Κέντρου εξακολουθεί να κυριαρχεί στην πολιτική ανάλυση. Είναι όμως επίκαιρη ή απλώς είναι βολική; Οι προϋποθέσεις που κάποτε έδιναν στο Κέντρο τον ρόλο του εκλογικού ρυθμιστή έχουν αλλάξει. Ο χώρος του αντιστοιχεί πλέον σε λιγότερο από το ένα πέμπτο του εκλογικού σώματος, τη στιγμή που το κομματικό σύστημα είναι αισθητά πιο κατακερματισμένο από ό,τι στις αρχές της δεκαετίας του 2000». Τα πράγματα άλλαξαν από τότε, όπως εξηγεί: «Οταν τα δύο μεγάλα κόμματα συγκέντρωναν πολύ υψηλά ποσοστά, η μετακίνηση ενός σχετικά μικρού τμήματος των κεντρώων ψηφοφόρων μπορούσε να κρίνει τον νικητή. Σήμερα, όμως, το ερώτημα δεν είναι μόνο προς ποια κατεύθυνση κινείται το Κέντρο. Είναι κατά πόσον εξακολουθεί να διαθέτει την εκλογική βαρύτητα που του αποδίδεται».

Στο μυαλό του κεντρώου
Σε μια πρόσφατη σύσκεψη με τα μέλη της «σκιώδους κυβέρνησης» του ΠΑΣΟΚ, ο Νίκος Ανδρουλάκης είπε, σύμφωνα με πληροφορίες, ότι «η Ν.Δ. δεν θέλει να συγκυβερνήσει με το κόμμα μας, θέλει να το διαλύσει». Συνομιλητές του κατάλαβαν ότι εννοεί πως μετά τις εκλογές η Ν.Δ., πρώτο κόμμα σύμφωνα με όλες τις δημοσκοπήσεις, θα προτείνει κυβερνητική συνεργασία με το ΠΑΣΟΚ (που έχει πάρει στο συνέδριό του αντίθετη απόφαση), για να πυροδοτήσει εσωκομματική αναταραχή και ενδεχομένως διάσπαση. Στρατηγικός σκοπός, σύμφωνα με αυτή την ανάλυση, είναι να εξαϋλωθεί το ΠΑΣΟΚ σε πιθανή δεύτερη εκλογική αναμέτρηση, με τις απώλειες να ευνοούν, κυρίως, τη Ν.Δ.
Η διείσδυση στο Κέντρο αποτελεί εκλογικό στόχο για τα κόμματα του Κυριάκου Μητσοτάκη, του Νίκου Ανδρουλάκη και του Αλέξη Τσίπρα.
Ο πρωθυπουργός ανέλαβε την ηγεσία της Ν.Δ. ως κεντρώος και επιβεβαίωσε την επιρροή του σε αυτόν τον χώρο στις εκλογές του 2019 και του 2023. Ο αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης ανέκτησε το ιστορικό πλεονέκτημα της παράταξής του στις ευρωεκλογές, ενώ ο πρώην πρωθυπουργός προσπαθεί να συσπειρώσει τις διασπασμένες δυνάμεις του ΣΥΡΙΖΑ 2023 (17+%) και στη συνέχεια να φορέσει κοστούμι σοσιαλδημοκράτη για να απευθυνθεί στο Κέντρο.
Η πολιτική επιστήμη έχει καταλήξει ότι το Κέντρο αποτελεί ετερογενή ομάδα. Στα εγχειρίδια αναφέρεται ότι ένας αυτοπροσδιοριζόμενος ως κεντρώος μπορεί να είναι ιδεολογικά μετριοπαθής, πραγματιστής που δίνει έμφαση στην αποτελεσματικότητα της διακυβέρνησης ή απλώς κάποιος χωρίς ισχυρή κομματική ταύτιση.
Στην αντίληψη της Ν.Δ. πρόκειται για ψηφοφόρους που ενδιαφέρονται πρωτίστως για την οικονομική – πολιτική σταθερότητα, ενώ εκτιμούν τις κυβερνητικές επιδόσεις στον τομέα της ασφάλειας. Γι’ αυτό και ήταν ένα ανέλπιστο «δώρο» για το Μέγαρο Μαξίμου οι συλλήψεις υπόπτων για τις εμπρηστικές επιθέσεις στη Θεσσαλονίκη και για την υπόθεση Marfin με την υπογραφή του προερχόμενου από την Κεντροαριστερά Μιχάλη Χρυσοχοΐδη.
Δεν κρίνει τον νικητή – «Ενα παραδοσιακό στερεότυπο όριζε ότι οι εκλογές κερδίζονται στο Κέντρο. Oμως, σήμερα υπάρχουν κι άλλοι δρόμοι για να φτάσει ένα κόμμα στην εξουσία», επισημαίνει ο Γιώργος Αράπογλου, γενικός διευθυντής της Pulse.
Στη Χαριλάου Τρικούπη αναζητούν τους κεντρώους στη μεσαία τάξη και τα δίνουν όλα στους συνταξιούχους και στους μικρομεσαίους επιχειρηματίες, ενώ στο επιτελείο του Αλέξη Τσίπρα στοχεύουν στο αντιμητσοτακικό Κέντρο προβάλλοντας την Ελληνική Αριστερή Συμπαράταξη ως το αντίπαλον δέος της Ν.Δ. που μπορεί να φέρει την κυβερνητική αλλαγή.
Το κρίσιμο 4%
Ο Πάνος Σταθόπουλος, στατιστικός αναλυτής – διευθυντής επιστημονικού συμβουλίου του Ινστιτούτου Δημοκρατίας Κωνσταντίνος Καραμανλής, ανατρέχει στα πρώτα χρόνια της Μεταπολίτευσης, όταν στην Ελλάδα «διαμορφώθηκε ένα πολύ σημαντικό ποσοστό ψηφοφόρων της τάξης του 30% που δήλωνε στις δημοσκοπήσεις ότι ανήκει στον πολιτικό χώρο του Κέντρου, ενώ στις εκλογές επέλεγε συνήθως με συντριπτικά ποσοστά το ΠΑΣΟΚ από το 1981 μέχρι και το 2009». Στα χρόνια της κρίσης και έπειτα, συνεχίζει, «η αποτύπωση αυτή μεταβλήθηκε, με σημαντική μείωση του συνολικού αριθμού, όσο και με αξιόλογη αύξηση των ποσοστών επιλογής της Ν.Δ. στις εκλογές, με αποκορύφωμα τα στοιχεία που κατέγραψε το exit poll των εκλογών του Μαΐου 2023 (με συγκριτικά αυξημένη συμμετοχή, κοντά στα 6 εκατ. ψηφοφόρους): Οι κεντρώοι εμφανίστηκαν στο 15% του συνόλου και από αυτούς το 41% ψήφισε Ν.Δ. έναντι του 25% που επέλεξε το ΠΑΣΟΚ». Οπως εξηγεί ο κ. Σταθόπουλος, «έπειτα από ένα χρόνο, στις ευρωεκλογές του 2024, και παρά την τεράστια αποχή (μόλις 4 εκατ. ψηφοφόροι), στο αντίστοιχο exit poll οι κεντρώοι καταγράφηκαν στο 16%, με την εκλογική τους προτίμηση να δίνει μόνο 21% στη Ν.Δ. έναντι 31% στο ΠΑΣΟΚ. Παράλληλα, στα πιο πρόσφατα σχετικά στοιχεία που κοινοποίησαν την προηγούμενη εβδομάδα οι εξαμηνιαίες “Τάσεις” της εταιρείας MRB διαπιστώνουμε: πρώτον, ότι υπάρχει τάση αύξησης του χώρου των κεντρώων σχεδόν στο 22%, δεύτερον, ότι η Ν.Δ. διατηρεί ως πρόθεση ψήφου το 21% έναντι του 25% που αναλογεί στο ΠΑΣΟΚ, με τρίτο και κυριότερο ότι περίπου οι 2 στους 10 δεν προσδιορίζουν την εκλογική τους προτίμηση (αδιευκρίνιστη στάση)».
Σύμφωνα με αυτή την ανάλυση, «από τα ίδια στοιχεία είναι επίσης εμφανές ότι, ενώ τα δύο φιλόδοξα νέα σχήματα που ανακοίνωσαν πρόσφατα την ύπαρξή τους δεν διαθέτουν αξιόλογη επιρροή στον χώρο (η ΕΛΑΣ του Αλ. Τσίπρα διαθέτει 8% και η Ελπίδα της Μαρίας Καρυστιανού 10%), οι αναποφάσιστοι της ομάδας φαίνεται να ταλαντεύονται εντέλει κυρίως μεταξύ Ν.Δ. και ΠΑΣΟΚ. Ας μην αγνοείται άλλωστε ότι το προφίλ της συγκεκριμένης ομάδας αναδεικνύει χαρακτηριστικά ορθολογισμού και εκσυγχρονιστικού προσανατολισμού».
Το συμπέρασμα του κ. Σταθόπουλου είναι ότι «προκύπτει ένα κρίσιμο περίπου 4% του εκλογικού σώματος που φαίνεται να ταλαντεύεται μεταξύ Ν.Δ. και ΠΑΣΟΚ. Είναι το ¼ της συνολικής τρέχουσας αδιευκρίνιστης ψήφου, με χαρακτηριστικό ότι το ίδιο ακριβώς ποσοστό είχε καταγραφεί προεκλογικά και το 2023 ως αδιευκρίνιστη στάση μεταξύ των δύο κομμάτων, επιλέγοντας τότε μαζικά τη Ν.Δ.».
Μύθοι και νέφη
Αν σκεφτεί κανείς ότι στις ευρωεκλογές το ΠΑΣΟΚ βγήκε πρώτο στο Κέντρο αλλά στο σύνολο τρίτο, θα επιβεβαιώσει ότι η κυριαρχία εκεί δεν σημαίνει πια καθολική πολιτική ηγεμονία. Οι αντικεντρώοι έτσι κι αλλιώς πιστεύουν ότι η σημασία του Κέντρου στην πολιτική είναι ένας μύθος, ότι υπερτονίστηκε με δόλο, για να ξεθωριάσει η διαχωριστική γραμμή Δεξιάς – Αριστεράς, ενώ ένας λόγος που επελέγη το συγκεκριμένο όνομα για το κόμμα Τσίπρα είναι η επικράτηση της άποψης ότι η εποχή απαιτεί περισσότερο ριζοσπαστισμό και λιγότερη εστίαση στο νεφελώδες και θαμπό Κέντρο.
Σίγουρα, το ακροατήριο των κεντρώων ψηφοφόρων είναι απαιτητικό και ετερόκλητο. Οπως τονίζει ο Γ. Αράπογλου, «δεν μετακινούνται ως ενιαίο μπλοκ». Οσοι κινούνται στον μεσαίο χώρο «αξιολογούν περισσότερο την αποτελεσματικότητα και τις ανάγκες της συγκυρίας παρά την κομματική ταύτιση». Στις έρευνες της Pulse καταγράφεται ότι η Νέα Δημοκρατία εξακολουθεί να έχει το προβάδισμα στο Κέντρο, παρότι εμφανίζει απώλειες σε σχέση με παλαιότερες μετρήσεις. Η ΕΛΑΣ αναπτύσσει επιρροή κυρίως στην Κεντροαριστερά και όχι στο ίδιο το Κέντρο, όπου δεύτερο εμφανίζεται το ΠΑΣΟΚ. Με άλλα λόγια, «η ενίσχυση της ΕΛΑΣ μεταβάλλει τις ισορροπίες κυρίως στον χώρο της Κεντροαριστεράς και όχι στον πυρήνα των κεντρώων ψηφοφόρων».
Από τις εθνικές εκλογές (2023) μέχρι τις ευρωεκλογές (2024) η Ν.Δ. έχασε περίπου ένα εκατομμύριο ψηφοφόρους, οι περισσότεροι από τους οποίους θεωρείται ότι ανήκουν στις τάξεις των κεντρώων. Το ΠΑΣΟΚ έχασε από το 2009 μέχρι το 2024 περίπου 2,5 εκατ. ψηφοφόρους και εκ των πραγμάτων επιδιώκει επαναπατρισμό κεντροαριστερών που έφυγαν για τον Αλ. Τσίπρα (2015) και μετά για τον Κυρ. Μητσοτάκη (2019-2023).
Αλλά ενώ οι κεντρώοι φέρονται ως δεκτικοί στην ηπιότητα του πολιτικού λόγου και στον προγραμματικό ορθολογισμό, η οξύτητα στην αντιπαράθεση Ν.Δ. – ΕΛΑΣ – ΠΑΣΟΚ μόνο εντείνεται, η συνθηματολογία ζωηρεύει και η μισαλλοδοξία περισσεύει. Φαίνεται παράδοξο χωρίς να είναι. Οπως εξηγούν κομματικοί παράγοντες κοντά στις ηγεσίες, στο κυβερνών κόμμα θεωρούν σημαντικότερες τις διαρροές προς τα δεξιά και προσπαθούν να τις ανακόψουν, ενώ στη Χαριλάου Τρικούπη θέτουν ως στόχο την προσέλκυση πρώην ψηφοφόρων της Ν.Δ. που απογοητεύτηκαν και έχουν φανατιστεί εναντίον της. Αλλωστε, έχει πια αποδειχθεί στην πράξη (κυρίως στα social media…) ότι υπάρχει και… ακραίο Κέντρο. Το ερώτημα που θα απαντηθεί στην κάλπη είναι εάν η συρρίκνωση του μεσαίου χώρου είναι ανάλογη με τη συρρίκνωση της μεσαίας τάξης.
Κατά τον Γ. Τράπαλη, τέλος, «τα ευρήματα δείχνουν ότι οι κεντρώοι όχι μόνο αποτελούν μικρότερο τμήμα του εκλογικού σώματος, αλλά εμφανίζουν και μεγαλύτερη εκλογική σταθερότητα από ό,τι στο παρελθόν. Οι μετακινήσεις τους είναι πιο περιορισμένες, γεγονός που μειώνει την ικανότητά τους να ανατρέπουν τους πολιτικούς συσχετισμούς». Και συμπερασματικά, «το Κέντρο εξακολουθεί να αποτελεί πεδίο πολιτικού ανταγωνισμού, αλλά δύσκολα μπορεί πλέον να θεωρηθεί ρυθμιστής όπως σε προηγούμενες εκλογικές αναμετρήσεις».

