Η συζήτηση για το Σύνταγμα, την αναθεώρηση και τις μεταρρυθμίσεις που έχει ανάγκη η χώρα μας δεν γίνεται σε πολιτικό κενό, ούτε σε συνθήκες εργαστηρίου. Δεν μπορεί να αποκοπεί από τη συγκυρία, τα εκλογικά μοτίβα της κυβέρνησης ή της αντιπολίτευσης, και την πίεση των μεγάλων γεγονότων, των Τεμπών, των υποκλοπών και του ΟΠΕΚΕΠΕ. Ούτε μπορεί να κωφεύει στα κοινωνικά αιτήματα που αναδεικνύονται εμφατικά και συνοψίζονται στην απαίτηση για μια ανεξάρτητη Δικαιοσύνη, την πάταξη της διαφθοράς και τη λογοδοσία των πολιτικών. Ζητήματα με κατ’ εξοχήν ηθικό πρόσημο και επίδραση στην αναπαράσταση της δημοκρατίας μας, που διόλου τυχαία αποτελούν, πέρα από τις ευθύνες των σημερινών κυβερνώντων, επίμονες, κακές όψεις του μεταπολιτευτικού μας εαυτού.
Από την άλλη, το Σύνταγμα είναι ένα κείμενο του μακρού ιστορικού χρόνου, που δεν πρέπει να εξαντλείται στη μικροπολιτική ή στην επικοινωνιακή στιγμή. Η μεταβολή του προϋποθέτει αφενός την ερμηνεία του εντός του κοινοβουλευτικού μας πολιτεύματος, αφετέρου τη συνείδηση των ορίων του, τη ρεαλιστική παραδοχή ότι το Σύνταγμα και η αναθεώρησή του δεν είναι λύση σε κάθε μας πρόβλημα. Στον συνταγματικό μας λόγο, ωστόσο, τον πολιτικό και τον επιστημονικό, ενίοτε παραγνωρίζουμε αυτές τις δύο βασικές συνθήκες.
Για άλλα πολιτεύματα – Το ασυμβίβαστο κατοχυρώνεται κυρίως σε προεδρικά πολιτεύματα, όπως στις ΗΠΑ, ή σε ημιπροεδρικά, όπως στη Γαλλία, όπου η βουλευτική ιδιότητα του υπουργού αναστέλλεται όσο κατέχει υπουργική θέση.
Το μαρτυρούν αυτό προτάσεις που έχουν ήδη διατυπωθεί στη δημόσια σφαίρα για την αμεροληψία της Δικαιοσύνης, με αιχμή την επιλογή της ηγεσίας της. Δίχως, παρά τον εύλογο και επίκαιρο χαρακτήρα τους, να λαμβάνουν επαρκώς υπόψη τη διάδραση των εξουσιών και την αναγωγή της δικαιοσύνης στη λαϊκή κυριαρχία (αν ανατεθεί η επιλογή μόνο στους δικαστές), ή την έλλειψη συναινέσεων (μεταφορά της αρμοδιότητας στη Βουλή με αυξημένη πλειοψηφία), ή την κρίσιμη δικαιοπολιτικά παράμετρο της νομιμοποίησης (με αναγνώριση της αρμοδιότητας στον ΠτΔ).
Το ίδιο συμβαίνει και στο πεδίο του άρθρου 86 Σ. και της ποινικής ευθύνης των υπουργών. Η δημοφιλής λύση της εκχώρησης της δίωξης αποκλειστικά στη δικαστική εξουσία, χωρίς κανένα κοινοβουλευτικό φίλτρο, μπορεί να ικανοποιεί ένα κοινό αίσθημα δικαίου, αλλά υποκρύπτει τον κίνδυνο της δικαστικοποίησης της πολιτικής ζωής.
Η πρωθυπουργική πρόταση για την καθιέρωση ασυμβιβάστου μεταξύ υπουργού και βουλευτή συνιστά επίσης μια συνταγματική αστοχία. Πρόκειται για ρύθμιση που δεν ταιριάζει στα κοινοβουλευτικά συστήματα και στη σημασία που αποδίδουν στη «μαγική» πράξη της εκλογής, ως πυρήνα της δημοκρατίας. Αρκεί να υπενθυμίσουμε την κριτική που εγείρει ο διορισμός εξωκοινοβουλευτικού πρωθυπουργού ή υπουργών, καθώς και τη δυσπιστία των βουλευτών που εκλέγονται με σταυρό απέναντι στον «αριστοκρατικό» θεσμό των βουλευτών Επικρατείας.
Το ασυμβίβαστο κατοχυρώνεται κυρίως σε προεδρικά πολιτεύματα, όπως στις ΗΠΑ, με την πιο αυστηρή διάκριση των εξουσιών, ή σε ημιπροεδρικά, όπως στη Γαλλία, όπου η βουλευτική ιδιότητα του υπουργού αναστέλλεται όσο κατέχει υπουργική θέση. Σηματοδοτεί, δε, τη στροφή σε μια ακόμη πιο φιλελεύθερη και αντιπροσωπευτική εκδοχή του πολιτεύματος. Σε περιβάλλον πλειοψηφικού –και σε κρίση, όχι άδικα, στα μάτια του δήμου– κοινοβουλευτισμού, ενισχύει την εκτελεστική εξουσία και τον ήδη κυρίαρχο πρωθυπουργό έναντι των υποψήφιων βουλευτών-υπουργών. Ταυτόχρονα, δημιουργεί δύο ταχύτητες ανάμεσα στους υπουργούς και στους προσωρινούς «αναπληρωτές» τους.
Αλλαγή νοοτροπίας – Το στοίχημα δεν είναι συνταγματικής τάξης, αν τεθεί χωρίς υποκρισία, τόσο νομικά όσο και πολιτικά. Προϋποθέτει την αλλαγή πολιτικής κουλτούρας και συμπεριφοράς στο πολιτικό σύστημα και στην κοινωνία.
Πέραν όμως της ισορροπίας του κοινοβουλευτικού συστήματος, την οποία μπορεί να διαταράξει, το μέτρο είναι και αλυσιτελές ως προς τον ευγενή σκοπό που επιδιώκει, δηλαδή την καταπολέμηση του (καθημερινού) πελατειακού κράτους, καθώς δεν επενεργεί ουσιαστικά στο κίνητρο της επανεκλογής. Κι αυτό ενώ υπάρχουν προτάσεις πιο στοχευμένες, όπως η κατάργηση του σταυρού προτίμησης ή η δημιουργία μονοεδρικών περιφερειών. Αν αυτές, βέβαια, υποθέσουμε ότι μπορούν όντως να χτυπήσουν στη ρίζα του ένα μάλλον οριζόντιο και διακομματικό φαινόμενο, το «ρουσφέτι», που έχει την αναφορά του στον ιδιαίτερο ελληνικό «κοινοτισμό» και σε μια παθολογική σχέση κοινωνίας και κράτους στη Μεταπολίτευση (και όχι μόνο).
Το στοίχημα, συνεπώς, δεν είναι συνταγματικής τάξης, αν τεθεί χωρίς υποκρισία, τόσο νομικά όσο και πολιτικά. Προϋποθέτει την αλλαγή πολιτικής κουλτούρας και συμπεριφοράς στο πολιτικό σύστημα και στην κοινωνία, όχι τον συνταγματικό βολονταρισμό. Αυτή δεν εκπληρώνεται μεταφυσικά ή διά της πίστης στις καλές προθέσεις, αλλά στην πράξη, μέσα από τον σχεδιασμό και την εφαρμογή των έξυπνων δημόσιων πολιτικών, όπως της ψηφιοποίησης και της λειτουργικής αναβάθμισης της δημόσιας υπηρεσίας στη μάχη κατά της γραφειοκρατίας, που καθιστούν περιττές τις πονηρές διαμεσολαβήσεις. Δίχως αυτές τις πολιτικές, τέτοιες παρεμβάσεις στο Σύνταγμα συνιστούν αυταπάτες ή, στην καλύτερη περίπτωση, ημίμετρα και αποδεικνύονται θνησιγενείς, προορισμένες να σβήσουν, στην πολιτική δίνη του καιρού μας, σαν τα πυροτεχνήματα.
*Ο κ. Γιώργος Καραβοκύρης είναι αναπληρωτής καθηγητής Συνταγματικού Δικαίου στη Νομική Σχολή ΑΠΘ.

