Κύριε διευθυντά
Στην επιστολή του κ. Κώστα Βίτκου («Καθημερινή» 27/11/2024) με τίτλο «Βιβλιόφιλος, φιλόβιβλος, ζωόφιλος, φιλόζωος…», καταλήγει ο κ. Βίτκος στο εξής συμπέρασμα: «Η αρχαία ελληνική γλώσσα μάς διδάσκει ότι όταν το “φιλώ” (αγαπώ) χρησιμοποιείται ως πρωτόθεμα στις ως άνω σύνθετες λέξεις, τότε η αγάπη ξεκινά από εμάς και καταλήγει στα αντικείμενα που αγαπάμε. Και όταν το “φιλώ” χρησιμοποιείται ως δευτερόθεμα στις σύνθετες λέξεις, τότε η αγάπη ξεκινά από τα αντικείμενα και καταλήγει σ’ εμάς.
Εν ολίγοις, γνωρίζω ότι είμαι φιλάρχαιος, γιατί νιώθω την αγάπη μου για τους αρχαίους. Δεν γνωρίζω αν είμαι αρχαιόφιλος, γιατί δεν νιώθω την αγάπη των αρχαίων για μένα».
Εάν ο συλλογισμός του κ. Βίτκου είναι ορθός, σε όλους εμάς τους Χριστιανούς θα προκύψει το εξής δίλημμα: Θα πρέπει να νιώθουμε και να ονομαζόμαστε φιλόθεοι ή θεόφιλοι; Γνωρίζουμε καλά σε τι βαθμό αγαπάμε τον Θεό, γνωρίζουμε δηλαδή τη φιλοθεΐα μας. Γνωρίζουμε, επίσης, ότι ο Θεός μας αγαπάει, ως δημιουργήματά του. Αρα, γνωρίζουμε και τη Θεοφιλία μας. Νομίζω ότι η διαφορά νοήματος, στην οποία αναφέρεται ο κ. Βίτκος, αν υπήρξε κάποτε στην ιστορία της γλώσσας μας, έχει προ πολλού εκλείψει. Ο φιλάρχαιος κ. Βίτκος είναι συγχρόνως και αρχαιόφιλος. Ο φιλέλληνας δεν διαφέρει από τον ελληνόφιλο. Ούτε ο Θεόφιλος πιστεύει σε κάτι διαφορετικό, απ’ ό,τι πιστεύει ο Φιλόθεος.
*Καρδιοχειρουργός
