Κύριε διευθυντά
Αφορμή για την παρούσα το άρθρο του κ. Τάκη Θεοδωρόπουλου «Ορθοπεδικός ή ορθοπαιδικός, αλίμονο στα ελληνικά» («Κ» 24.11.2024).
Αλίμονο στην «Ελληνίδα φωνή»! Νεοέλληνες μιλούν για «ζωόφιλους» αντί για «φιλόζωους», μιλούν για «βιβλιόφιλους» αντί για «φιλόβιβλους», μιλούν για «αρχαιόφιλους» αντί για «φιλάρχαιους». Πρόκειται για «έπεα ακυρόεντα» που απαντούν και σε λεξικά της Νέας Ελληνικής Γλώσσας.
Οι αρχαίοι Ελληνες (αναντίλεκτα δεινοί ονοματουργοί και ακριβολόγοι) δεν επινόησαν τις λέξεις «ζωόφιλος», «βιβλιόφιλος» και «αρχαιόφιλος» (καθώς και τη λέξη «αυτονόητο» λόγω του ότι τα άψυχα πράγματα δεν σκέπτονται τον εαυτό τους).
Γιατί δεν τις επινόησαν; ∆ιότι, για να είμαι «ζωόφιλος», πρέπει να ρωτήσω τα ζώα αν με αγαπούν. Για να είμαι «βιβλιόφιλος», πρέπει να ρωτήσω τα βιβλία αν με αγαπούν. Για να είμαι «αρχαιόφιλος», πρέπει να ρωτήσω τους αρχαίους αν με αγαπούν. Από την άλλη, είμαι «φιλόζωος» επειδή αγαπώ τα ζώα. Είμαι «φιλόβιβλος επειδή αγαπώ τα βιβλία. Είμαι «φιλάρχαιος» επειδή αγαπώ τους αρχαίους. (Για το «φιλόβιβλος», βλ. «A Greek – English Lexicon», Liddell and Scott, Oxford, 1968.)
Συμπέρασμα: Η αρχαία ελληνική γλώσσα μάς διδάσκει ότι όταν το «φιλώ» (αγαπώ) χρησιμοποιείται ως πρωτόθεμα στις ως άνω σύνθετες λέξεις, τότε η αγάπη ξεκινά από εμάς και καταλήγει στα αντικείμενα που αγαπάμε. Και όταν το «φιλώ» χρησιμοποιείται ως δευτερόθεμα στις σύνθετες λέξεις, τότε η αγάπη ξεκινά από τα αντικείμενα και καταλήγει σ’ εμάς. Εν ολίγοις, γνωρίζω ότι είμαι φιλάρχαιος, γιατί νιώθω την αγάπη μου για τους αρχαίους. Δεν γνωρίζω αν είμαι αρχαιόφιλος, γιατί δεν νιώθω την αγάπη των αρχαίων για μένα…
Μελβούρνη
