Το 2ο TRIETHNÉS Festival επιστρέφει τον Αύγουστο στην Πρέσπα με διεθνείς συνεργασίες και ένα πρόγραμμα που διευρύνει τον διάλογο ανάμεσα στη σύγχρονη μουσική, στην τεχνολογία και στο φυσικό τοπίο της περιοχής. Στο πλαίσιο της φετινής διοργάνωσης, το Διεθνές Φεστιβάλ Μουσικής TRIETHNÉS παρουσιάζει την πρώτη διεθνούς εμβέλειας ανάθεση έργου σύγχρονης μουσικής, αναθέτοντας στον Χιλιανό συνθέτη Πάμπλο Γκαρετόν τη δημιουργία ενός νέου έργου ειδικά σχεδιασμένου για τον Αγιο Αχίλλειο.
Eξω και περιμετρικά του Ναού του Αγίου Αχιλλείου, ο Γκαρετόν δημιουργεί ένα πρωτότυπο ηχοτοπίο που συνδυάζει τεχνολογίες τεχνητής νοημοσύνης με ηχογραφήσεις από το φυσικό και ανθρωπογενές περιβάλλον της Πρέσπας. Το έργο θα παρουσιαστεί από τις 27 έως τις 30 Αυγούστου 2026 ως μια διαρκής πολυκαναλική ηχητική εγκατάσταση χαμηλής όχλησης, όπου ο ήχος του τόπου συναντά τις δυνατότητες της σύγχρονης τεχνολογίας.

Με αφορμή την εγκατάσταση που μετατρέπει τον περιβάλλοντα χώρο του ναού σε πεδίο ακουστικής περιπλάνησης και στοχασμού, ο Χιλιανός συνθέτης μιλά στην «Κ» για τον ρόλο της τεχνητής νοημοσύνης στη σύγχρονη μουσική δημιουργία, για το πώς ένα φυσικό τοπίο μετατρέπεται σε μουσικό υλικό, αλλά και για τη νέα σχέση ανάμεσα στον χώρο, στην τεχνολογία και την εμπειρία του κοινού.
RAVE, AI agents και η νέα γλώσσα της μουσικής δημιουργίας
Για τον Πάμπλο Γκαρετόν, η τεχνητή νοημοσύνη δεν είναι απλώς ένα εργαλείο, ούτε ένας αυτόνομος δημιουργός, αλλά ένα νέο μουσικό όργανο. «Είναι λίγο και τα τρία, αλλά ταυτόχρονα κανένα από αυτά ακριβώς», εξηγεί. Σε αντίθεση με πολλά σύγχρονα συστήματα AI που λειτουργούν ως «μαύρα κουτιά», το δικό του σύστημα αποτελεί ένα όργανο που έχει δημιουργήσει ο ίδιος και του οποίου γνωρίζει τη λειτουργία και το υλικό.
Στο επίκεντρο αυτής της έρευνας βρίσκεται το RAVE, ένα νευρωνικό δίκτυο που συμπιέζει τον ήχο σε αυτό που ονομάζεται «λανθάνων χώρος» (latent space). Ο Γκαρετόν εξηγεί τη διαδικασία μέσα από μια εικόνα: κάθε ήχος που έχει τροφοδοτήσει στο σύστημα γίνεται ένα σημείο πάνω σε έναν τεράστιο, αόρατο χάρτη. Ενα ποτάμι στον Μέλανα Δρυμό, ένας παγετώνας που καταρρέει στις Αλπεις, ο άνεμος που περνά μέσα από τους ολλανδικούς αμμόλοφους. Διαφορετικά ηχητικά περιβάλλοντα τοποθετούνται σε αυτόν τον χάρτη ανάλογα με την υφή, τη φωτεινότητα και την πυκνότητά τους. Από τη στιγμή που το μοντέλο δημιουργεί αυτόν τον χάρτη, ο συνθέτης μπορεί να κινηθεί μέσα σε αυτόν. «Του δίνω έναν ήχο και εκείνο απαντά μέσα από όλα όσα έχει ακούσει μέχρι τότε», περιγράφει. Eτσι, ένας ήχος καμπάνας μπορεί να επιστρέψει κουβαλώντας, για παράδειγμα, τη «μνήμη» του πάγου.

Παράλληλα, στο έργο του χρησιμοποιεί AI agents που λειτουργούν ως τεχνητοί ακροατές: συστήματα που κινούνται σε αυτόν τον λανθάνοντα χώρο σε πραγματικό χρόνο και ανταποκρίνονται με δικές τους ηχητικές παραλλαγές σε όσα ακούν. Το σημαντικό, όπως υπογραμμίζει, είναι ότι δεν πρόκειται για ένα αποτέλεσμα που έχει ηχογραφηθεί εκ των προτέρων σε στούντιο, αλλά για εργαλεία που λειτουργούν σαν μουσικά όργανα και τα οποία χειρίζεται σε πραγματικό χρόνο. «Δεν γράφω μια πρόταση και περιμένω από την τεχνολογία να μου παραδώσει μουσική», λέει. «Εκπαιδεύω τα μοντέλα μου ο ίδιος, στον δικό μου υπολογιστή, και γνωρίζω ακριβώς τι περιέχουν: ηχογραφήσεις πεδίου που έχω πραγματοποιήσει μέσα στα χρόνια, αλλά και ήχους από το freesound.org, μια κοινότητα κοινόχρηστου ηχητικού υλικού με άδειες Creative Commons».
Ο συνθέτης τοποθετεί την AI μέσα σε μια μεγαλύτερη ιστορική συνέχεια της σχέσης μουσικής και τεχνολογίας. Από τα στοχαστικά έργα του Ιάννη Ξενάκη τη δεκαετία του 1960 έως τα συστήματα μουσικής σε πραγματικό χρόνο που αναπτύχθηκαν αργότερα στο IRCAM, οι συνθέτες πάντα διεύρυναν τις δυνατότητες της ακρόασής τους μέσω νέων εργαλείων. Για τον ίδιο, η τεχνητή νοημοσύνη αποτελεί το επόμενο βήμα αυτής της πορείας – όχι αντικατάσταση του ανθρώπινου αυτιού ή της πρόθεσης πίσω από ένα έργο. Παράλληλα, αναγνωρίζει το περιβαλλοντικό κόστος της AI και περιορίζει την έρευνά του, εκπαιδεύοντας τα μοντέλα τοπικά με χρήση πράσινης ενέργειας.
Η Πρέσπα μέσα από τη μνήμη άλλων τοπίων
Για τον Πάμπλο Γκαρετόν, η μετατροπή ενός τοπίου σε μουσικό υλικό ξεκινά από την ακρόαση. Η ηχογράφηση δεν είναι απλή συλλογή ήχων, αλλά ένας τρόπος ανακάλυψης της μοναδικής «φωνής» ενός τόπου. Καθοριστική ήταν μια 24ωρη ηχογράφηση στο Königsforst, ένα δάσος κοντά στην Κολωνία. Εκεί, οι ήχοι των πουλιών και των αεροπλάνων συνυπάρχουν, αποτυπώνοντας ένα σύγχρονο ευρωπαϊκό τοπίο όπου το φυσικό και το τεχνολογικό στοιχείο δεν διαχωρίζονται.
Τα μοντέλα του εκπαιδεύτηκαν πάνω σε ηχοτοπία από γερμανικά και ολλανδικά δάση, αλπικούς παγετώνες και ψυχρά νερά. Κάποια από αυτά τα ηχητικά τοπία, όπως επισημαίνει, ήδη μεταβάλλονται ή εξαφανίζονται. «Οι παγετώνες υποχωρούν χρόνο με τον χρόνο και το μοντέλο μπορεί τελικά να διατηρεί τις ηχητικές μνήμες από τόπους που σύντομα δεν θα ακούγονται πια με τον ίδιο τρόπο».
Είναι η Πρέσπα όπως ακούγεται μέσα από ένα όργανο που θυμάται άλλα τοπία: ένα ηχητικό τοπίο που δεν ανήκει ακριβώς σε κάποιο συγκεκριμένο τόπο, αλλά δεν θα μπορούσε να υπάρξει χωρίς τη συνάντηση όλων αυτών των εμπειριών.
Η Πρέσπα, ωστόσο, έρχεται στο τέλος αυτής της διαδικασίας και αυτό είναι μια συνειδητή επιλογή. Τον Αύγουστο, ο συνθέτης θα πραγματοποιήσει μια αντίστοιχη 24ωρη ηχογράφηση στον Αγιο Αχίλλειο, καταγράφοντας τη λίμνη, τα πουλιά και τη ζωή του νησιού μέσα σε έναν πλήρη κύκλο ημέρας και νύχτας. «Δύο διαφορετικοί τόποι, μία κοινή μέθοδος ακρόασης», εξηγεί. «Αυτές οι ηχογραφήσεις θα αποτελέσουν το τελευταίο στρώμα του έργου, ώστε ο ίδιος ο τόπος να έχει τον τελευταίο λόγο».
Η μεταμόρφωση συμβαίνει μέσα από αυτή τη συνάντηση. Οι ήχοι της Πρέσπας θα κινηθούν πάνω σε έναν χάρτη που έχει δημιουργηθεί από γερμανικά δάση και αλπικούς πάγους, ενώ το μοντέλο θα απαντά στην περιοχή κουβαλώντας τη μνήμη άλλων τοπίων. Το αποτέλεσμα δεν θα είναι μια απλή ηχητική καταγραφή της λίμνης. «Είναι η Πρέσπα όπως ακούγεται μέσα από ένα όργανο που θυμάται άλλα τοπία: ένα ηχητικό τοπίο που δεν ανήκει ακριβώς σε κάποιο συγκεκριμένο τόπο, αλλά δεν θα μπορούσε να υπάρξει χωρίς τη συνάντηση όλων αυτών των εμπειριών».
«Ο Αγιος Αχίλλειος δεν είναι το φόντο του έργου, είναι ένα από τα όργανά του»
Η εγκατάσταση δεν θα μπορούσε να μεταφερθεί σε μια αίθουσα συναυλιών χωρίς να χάσει το νόημά της. Ο ναός, το νερό, η σιωπή του νησιού και οι φυσικοί ήχοι αποτελούν ενεργά στοιχεία της σύνθεσης. Τέσσερα ηχεία θα περιβάλλουν το κοινό, ενώ ένα subwoofer στο έδαφος θα μεταφέρει τις χαμηλές συχνότητες μέσα από τη γη. Το κοινό δεν θα βρίσκεται απέναντι από το έργο, όπως συμβαίνει σε μια παραδοσιακή συναυλιακή εμπειρία. Θα βρίσκεται μέσα σε αυτό, «όπως ακριβώς βρίσκεσαι μέσα σε ένα τοπίο». Ο επισκέπτης θα μπορεί να κινηθεί ελεύθερα στον χώρο, να αλλάξει θέση και να επιλέξει τη δική του απόσταση από τον ήχο.

Η εμπειρία θα αλλάζει συνεχώς. Ο αλγόριθμος δημιουργεί νέες παραλλαγές σε κάθε επανάληψη, ενώ ο άνεμος, το νερό, τα πουλιά και το φως συμμετέχουν χωρίς να μπορούν να ελεγχθούν. «Τίποτα δεν επαναλαμβάνεται πραγματικά: ούτε η μουσική ούτε ο τόπος, ούτε η στιγμή», σημειώνει. «Κάθε ακροατής βιώνει έτσι μια εκδοχή του έργου που δεν έχει υπάρξει ποτέ πριν και δεν θα υπάρξει ποτέ ξανά».
Αυτή η προσέγγιση συνοψίζει και τον τρόπο με τον οποίο ο Γκαρετόν αντιλαμβάνεται συνολικά τον ρόλο της τεχνητής νοημοσύνης στη δημιουργία. Η τεχνολογία δεν πρέπει να επιβάλλεται πάνω στο φυσικό ή το ανθρώπινο στοιχείο: πρέπει να εντάσσεται μέσα σε αυτά ως «μία ακόμη φωνή ανάμεσα στις πολλές που ήδη υπάρχουν».
Στόχος του είναι ο θεατής να μην μπορεί εύκολα να διακρίνει πού τελειώνει ο πραγματικός ήχος του περιβάλλοντος και πού ξεκινά το στρώμα που έχει μετασχηματιστεί από την τεχνητή νοημοσύνη. «Αυτή η αλληλεπικάλυψη είναι και το ζητούμενο», εξηγεί. Για τον ίδιο, «η τεχνολογία δεν πρέπει να εμφανίζεται ως πρωταγωνίστρια, ούτε να δηλώνει διαρκώς την παρουσία της». Αντιθέτως, «πρέπει να ενσωματώνεται μέσα στον τόπο, μέχρι να γίνει αναπόσπαστο μέρος της εμπειρίας».
