Αϊχάν Κιοσέ στην «Κ»: Κίνδυνος για μια χαμένη δεκαετία ανάπτυξης

Αϊχάν Κιοσέ στην «Κ»: Κίνδυνος για μια χαμένη δεκαετία ανάπτυξης

Γιατί οι προβλέψεις της τράπεζας έχουν επιδεινωθεί μέσα σε λίγους μήνες και ποιες είναι οι προοπτικές για τη διεθνή οικονομία

6' 31" χρόνος ανάγνωσης
Φόρτωση Text-to-Speech...

Με την αβεβαιότητα στις διεθνείς αγορές να εντείνεται από τον πόλεμο στον Κόλπο, η έκθεση της Παγκόσμιας Τράπεζας αναθεωρεί προς τα κάτω τις προβλέψεις για την παγκόσμια ανάπτυξη, προειδοποιώντας ότι το 2026 ενδέχεται να καταγραφεί ως ο χαμηλότερος ρυθμός μεγέθυνσης από την περίοδο της πανδημίας, ενώ οι αναδυόμενες και αναπτυσσόμενες οικονομίες βρίσκονται αντιμέτωπες με τον κίνδυνο μιας «χαμένης δεκαετίας» ανάπτυξης.

Η «Κ» συνομίλησε με τον Αϊχάν Κιοσέ, διακεκριμένο οικονομολόγο και αναπληρωτή επικεφαλής οικονομολόγο της Παγκόσμιας Τράπεζας, καθώς και διευθυντή του ομίλου Προοπτικών. Με πολυετή εμπειρία στην ανάλυση της παγκόσμιας οικονομίας, ο κ. Κιοσέ εξηγεί στην «Κ» γιατί οι προβλέψεις της Τράπεζας έχουν επιδεινωθεί μέσα σε λίγους μήνες, πόσο γρήγορα θα μπορούσε να αποκατασταθεί η σταθερότητα εφόσον αποκλιμακωθούν οι γεωπολιτικές εντάσεις και ποιες μεταρρυθμίσεις είναι απαραίτητες ώστε η δεκαετία του 2030 να αποτελέσει περίοδο ισχυρότερης ανάπτυξης και δημιουργίας θέσεων εργασίας.

– Η Παγκόσμια Τράπεζα προβλέπει ότι η παγκόσμια ανάπτυξη θα επιβραδυνθεί από 2,9% το 2025 σε 2,5% το 2026, ενώ η ανάπτυξη στις αναπτυσσόμενες οικονομίες αναμένεται να μειωθεί από 4,4% σε 3,6%. Ποιοι είναι οι κύριοι παράγοντες που οδήγησαν σε αυτή την αναθεώρηση προς τα κάτω;

– Τον Ιανουάριο του 2026 η Τράπεζα εκτίμησε την παγκόσμια αύξηση του ΑΕΠ στο 2,7% το 2025 και προέβλεψε μια μέτρια επιβράδυνση στο 2,6% το 2026, αντανακλώντας τη σταδιακή εξασθένηση των υποστηρικτικών παραγόντων και τις επιπτώσεις των εμπορικών εντάσεων. Για τις «αναδυόμενες και αναπτυσσόμενες οικονομίες (EMDEs)», η ανάπτυξη προβλεπόταν στο 4,2% το 2025 και στο 4% το 2026, μια ήπια επιβράδυνση, όχι μια απότομη πτώση.

Μέχρι τον Ιούνιο του 2026 η εικόνα είχε αλλάξει σημαντικά. Η παγκόσμια ανάπτυξη προβλέπεται πλέον να επιβραδυνθεί στο 2,5% το 2026, το χαμηλότερο ποσοστό από την πανδημία της COVID-19, ενώ η ανάπτυξη των «EMDE» αναθεωρήθηκε προς τα κάτω στο 3,6%, δηλαδή 0,4 ποσοστιαίες μονάδες κάτω από τις προβλέψεις του Ιανουαρίου και σημαντικά ασθενέστερη από ό,τι το 2025. Η αύξηση του κατά κεφαλήν εισοδήματος στις «EMDE» αναμένεται να φτάσει στον χαμηλότερο ρυθμό της από την πανδημία.

Ο κύριος παράγοντας αυτής της αναθεώρησης προς τα κάτω είναι η σύγκρουση στη Μέση Ανατολή, η οποία έχει προκαλέσει απότομη αύξηση των τιμών της ενέργειας, αναζωπύρωση των πληθωριστικών πιέσεων και προσδοκίες για αυστηρότερη νομισματική πολιτική σε παγκόσμιο επίπεδο. Η σύγκρουση έχει επίσης διαταράξει το παγκόσμιο εμπόριο λιπασμάτων, επιδεινώνοντας τους κινδύνους για την επισιτιστική ασφάλεια. Οι οικονομίες που εξαρτώνται από τις εισαγωγές ενέργειας και εκείνες που επηρεάζονται άμεσα από τις εχθροπραξίες αντιμετωπίζουν ιδιαίτερα αδύναμες προοπτικές.

Συνολικά, αυτές οι διαταραχές έχουν μειώσει την αύξηση των επενδύσεων, έχουν περιορίσει τις προσλήψεις και έχουν στενέψει το δημοσιονομικό περιθώριο σε όλες τις αναπτυσσόμενες οικονομίες, επιδεινώνοντας την ήδη πιεστική πρόκληση της δημιουργίας θέσεων εργασίας εν μέσω ενός αυξανόμενου εργατικού δυναμικού.

– Εάν ο πόλεμος στη Μέση Ανατολή σταματήσει, πόσο χρόνο θα χρειαστούν οι αγορές για να ανακάμψουν;

– Η ομαλοποίηση της αγοράς ενέργειας αποτελεί προϋπόθεση για μεγαλύτερη σταθερότητα στις παγκόσμιες αγορές: μόνο όταν υποχωρήσουν οι τιμές των πρώτων υλών θα μπορέσουν οι κεντρικές τράπεζες να επαναλάβουν τη χαλάρωση της νομισματικής πολιτικής, να μειωθούν τα κόστη δανεισμού και να αποκατασταθεί η εμπιστοσύνη των επενδυτών. Για τις «EMDE» που φέρουν υψηλό χρέος, η ανακούφιση από τα χαμηλότερα περιθώρια και τις αποδόσεις των εγχώριων ομολόγων θα ήταν ιδιαίτερα σημαντική.

Ως αποτέλεσμα μιας σειράς παγκόσμιων κλυδωνισμών, η δεκαετία του 2020 κινδυνεύει να καταστεί «χαμένη δεκαετία» για πολλές αναπτυσσόμενες οικονομίες, με σχεδόν μία στις δύο να μην καταφέρνει να μειώσει το εισοδηματικό χάσμα με τις πιο ευημερούσες οικονομίες από το 2019.

Επίσης, η βαθύτερη ανησυχία αφορά τον δυνητικό ρυθμό ανάπτυξης, δηλαδή τον ρυθμό που μπορεί να διατηρήσει μια οικονομία μεσοπρόθεσμα χωρίς να διακινδυνεύσει υπερβολικό πληθωρισμό. Αυτός αναμένεται να μειωθεί στο χαμηλότερο επίπεδο των τελευταίων τριών δεκαετιών, γύρω στο 2,2% ετησίως κατά τη δεκαετία του 2020, από 2,8% την περίοδο 2010-19 και 3,6% την περίοδο 2000-09. Οι παράγοντες που την προκαλούν είναι διαρθρωτικοί, επιβράδυνση της αύξησης της παραγωγικότητας, αποδυνάμωση των επενδύσεων, γήρανση του εργατικού δυναμικού και αντιστροφές στο ανθρώπινο κεφάλαιο λόγω της πανδημίας.

Η παγκόσμια ανάπτυξη προβλέπεται πλέον να επιβραδυνθεί στο 2,5% το 2026, το χαμηλότερο ποσοστό από την πανδημία της COVID-19.

Ωστόσο, υπάρχουν τρεις τομείς ευκαιριών που θα μπορούσαν να μετατρέψουν τη δεκαετία του 2030 σε μια πολύ καλύτερη εποχή για τη δημιουργία θέσεων εργασίας και την ανάπτυξη: η υιοθέτηση της τεχνητής νοημοσύνης, οι επενδύσεις στην ενεργειακή ασφάλεια και η επέκταση του περιφερειακού εμπορίου.

– Εάν η παγκόσμια ανάπτυξη παραμείνει κάτω από το 3% για το υπόλοιπο της δεκαετίας, ποιες επιπτώσεις θα μπορούσε αυτό να έχει για τις προοπτικές ανάπτυξης στη δεκαετία του 2030;

– Οπως σημείωσε πρόσφατα ο επικεφαλής οικονομολόγος Ιντερμίτ Γκιλ στην έκθεση της Τράπεζας, έως τα τέλη του 2026 περίπου το ένα τέταρτο των «EMDE», το ένα τρίτο των «οικονομιών χαμηλού εισοδήματος (LIC)» και το ήμισυ των «ευάλωτων και πληγεισών από συγκρούσεις οικονομιών (FCS)» αναμένεται να παρουσιάζουν επίπεδο κατά κεφαλήν εισοδήματος χαμηλότερο από αυτό του 2019. Μετά τον πρόσφατο ενεργειακό κλονισμό, η παγκόσμια ανάπτυξη κατά τη δεκαετία του 2020 (2020-28) προβλέπεται να κυμανθεί κατά μέσον όρο στο 2,6%, πολύ κάτω από τον μέσο όρο του 3,1% που καταγράφηκε κατά την περίοδο 2000-19.

– Η έκθεση προσδιορίζει την τεχνητή νοημοσύνη και την υιοθέτηση νέων τεχνολογιών στα πιθανά ρίσκα των επόμενων χρόνων. Ρεαλιστικά, κατά πόσο θα μπορούσε η τεχνητή νοημοσύνη να συμβάλει στην τόνωση της παγκόσμιας ανάπτυξης τα επόμενα πέντε χρόνια;

– Η παγκόσμια ανάπτυξη παρουσιάζει επιβράδυνση εδώ και περισσότερες από δύο δεκαετίες, με τον δυνητικό ρυθμό ανάπτυξης να μειώνεται από 3,6% ετησίως τη δεκαετία του 2000 σε 2,8% τη δεκαετία του 2010 και να προβλέπεται να κυμανθεί κατά μέσον όρο γύρω στο 2,2% τη δεκαετία του 2020. Ενας λόγος είναι η επιβράδυνση της παραγωγικότητας: η αύξηση της συνολικής παραγωγικότητας των συντελεστών παραγωγής έχει μειωθεί από περίπου 1,4% τη δεκαετία του 2000 σε 1,1% τη δεκαετία του 2010 και αναμένεται να κυμανθεί κατά μέσον όρο μόνο στο 0,8% περίπου αυτή τη δεκαετία, αντιπροσωπεύοντας πάνω από το 40% της μείωσης της δυνητικής ανάπτυξης.

Η τεχνητή νοημοσύνη (AI) θα μπορούσε να συμβάλει στην αντιστάθμιση αυτής της επιβράδυνσης, αλλά η πιθανή συμβολή της τα επόμενα πέντε χρόνια εξαρτάται από το πόσο γρήγορα θα διευρυνθεί η υιοθέτησή της. Μελέτες που έχουν πραγματοποιηθεί στις ΗΠΑ και εξετάζουν επιχειρήσεις που υιοθέτησαν πρώτες την τεχνολογία, καθώς και εκτιμήσεις για το πόσες εργασίες στην οικονομία θα μπορούσαν να ωφεληθούν από την τεχνητή νοημοσύνη, υποδηλώνουν ότι η τεχνητή νοημοσύνη θα μπορούσε να αυξήσει τον ετήσιο ρυθμό αύξησης της παραγωγικότητας κατά 0,07 έως περίπου 1 εκατοστιαία μονάδα, με μέση εκτίμηση περίπου 0,6 εκατοστιαίες μονάδες, σε μια περίοδο 10 ετών.

– Ενα άλλο αξιοσημείωτο εύρημα της έκθεσης είναι ότι οι τιμές των λιπασμάτων ενδέχεται να αυξηθούν έως και 38% υπό τις τρέχουσες συνθήκες. Δεδομένης της σημασίας των λιπασμάτων για τις αγροτικές οικονομίες και χώρες όπως η Ελλάδα, τι θα σήμαινε μια τέτοια αύξηση για τον πληθωρισμό στα τρόφιμα;

– Οι τιμές των λιπασμάτων παραμένουν σημαντική πηγή αβεβαιότητας για τις παγκόσμιες αγορές τροφίμων, καθώς αποτελούν βασικό παράγοντα της γεωργικής παραγωγής. Νωρίτερα φέτος οι ανησυχίες για διαταραχές στο εμπόριο μέσω των Στενών του Ορμούζ ώθησαν τις τιμές των λιπασμάτων σε απότομη άνοδο.

Είναι ενθαρρυντικό το γεγονός ότι οι πρόσφατες αυξήσεις των εμπορικών ροών μέσω των Στενών του Ορμούζ και η χαλάρωση των περιορισμών στις εξαγωγές λιπασμάτων από την Κίνα έχουν συμβάλει στη μείωση των τιμών της ουρίας στα προ της σύγκρουσης επίπεδα. Σε συνδυασμό με τις ευνοϊκές καιρικές συνθήκες και τη βελτίωση της κατάστασης των καλλιεργειών στις κύριες χώρες εξαγωγής, αυτές οι εξελίξεις συμβάλλουν στην ελάφρυνση της πίεσης στις παγκόσμιες τιμές των τροφίμων.

Παρ’ όλα αυτά, οι αγορές λιπασμάτων δεν έχουν σταθεροποιηθεί πλήρως και η αναζωπύρωση των γεωπολιτικών εντάσεων, οι αυξημένες τιμές της ενέργειας ή τα δυσμενή καιρικά φαινόμενα θα μπορούσαν να ανατρέψουν γρήγορα αυτά τα οφέλη. Επίσης, ο αντίκτυπος στη φτώχεια και την επισιτιστική ασφάλεια θα μπορούσε να είναι σημαντικός, καθώς οι υψηλότερες τιμές των τροφίμων επηρεάζουν δυσανάλογα τα νοικοκυριά χαμηλού εισοδήματος, τα οποία δαπανούν μεγαλύτερο μέρος του εισοδήματός τους σε τρόφιμα. Αυτό θα ασκούσε περαιτέρω πίεση στην επισιτιστική ανασφάλεια.

comment-below Λάβετε μέρος στη συζήτηση 0 Εγγραφείτε για να διαβάσετε τα σχόλια ή
βρείτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει για να σχολιάσετε.
Για να σχολιάσετε, επιλέξτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει. Παρακαλούμε σχολιάστε με σεβασμό προς την δημοσιογραφική ομάδα και την κοινότητα της «Κ».
Σχολιάζοντας συμφωνείτε με τους όρους χρήσης.
Εγγραφή Συνδρομή

Editor’s Pick

ΤΙ ΔΙΑΒΑΖΟΥΝ ΟΙ ΣΥΝΔΡΟΜΗΤΕΣ

MHT