Ρυθμό ανάπτυξης 1,9% προβλέπει για το 2026 το Ελληνικό Δημοσιονομικό Συμβούλιο (ΕΔΣ), όπως αναφέρεται στην εαρινή έκθεσή του, με αυτή την πρόβλεψη να είναι μεν χαμηλότερη από το 2,35% που προέβλεπε στη φθινοπωρινή έκθεση, αλλά να ευθυγραμμίζεται περίπου με το υπουργείο Οικονομικών (2%). Σύμφωνα με το Ελληνικό Δημοσιονομικό Συμβούλιο, η ελληνική οικονομία εμφανίζει μια στέρεη δημοσιονομική θέση παρά τα επεκτατικά δημοσιονομικά μέτρα. Η πρόκληση είναι η διατήρηση της αναπτυξιακής δυναμικής τα επόμενα χρόνια, και ειδικά μετά τη λήξη του Ταμείου Ανάκαμψης, με αποτέλεσμα να χαρακτηρίζεται αναγκαία η ανάδειξη νέων μοχλών ανάπτυξης.
Το ΕΔΣ θεωρεί ότι οι προβλέψεις του υπουργείου Οικονομικών είναι ρεαλιστικές και συνεπώς και η εκτίμηση της μεγέθυνσης της οικονομίας. Η αναμενόμενη ανάπτυξη εδράζεται κυρίως στη διατήρηση της ισχυρής δυναμικής των επενδύσεων και στη συνεχιζόμενη αξιοποίηση των ευρωπαϊκών χρηματοδοτικών πόρων, ενώ παράλληλα υποστηρίζεται από την ανθεκτικότητα της ιδιωτικής κατανάλωσης λόγω της ενίσχυσης της απασχόλησης και της αύξησης του διαθέσιμου εισοδήματος. Οπως σημειώνει το ΕΔΣ, η πρόβλεψή του για το 2026 έχει αναθεωρηθεί προς τα κάτω, όπως και η αντίστοιχη πρόβλεψη του υπουργείου Οικονομικών, αντανακλώντας την αυξημένη επιφυλακτικότητα λόγω διατήρησης της εξωτερικής αβεβαιότητας.
Η αναθεώρηση εδράζεται κυρίως στις μεταβαλλόμενες παγκόσμιες συγκυρίες σχετικά με τις πληθωριστικές επιπτώσεις του τεταμένου γεωπολιτικού κλίματος, στην επιβράδυνση της οικονομικής δραστηριότητας στην Ευρωζώνη, καθώς και στα δυσμενέστερα από τα αναμενόμενα στοιχεία του 2025.
Οπως σημειώνει το ΕΔΣ, το 2025 η ελληνική οικονομία αναπτύχθηκε με ρυθμό 2,1%. Το ισοζύγιο της Γενικής Κυβέρνησης διαμορφώθηκε σε πλεόνασμα 1,7% του ΑΕΠ και το δημόσιο χρέος υποχώρησε στο 146,1% του ΑΕΠ το 2025. Αυτή η θετική πορεία επιβεβαιώθηκε και το πρώτο τρίμηνο του 2026, με εκτίμηση για πρωτογενές πλεόνασμα στο σύνολο του έτους στο 3,2% του ΑΕΠ.
Πρόκειται για έναν «ενάρετο» συνδυασμό πρωτογενών δημοσιονομικών πλεονασμάτων και επεκτατικής δημοσιονομικής κατεύθυνσης, αποτέλεσμα της οικονομικής ανάπτυξης και των αυξημένων εσόδων που προέκυψαν από τη βελτίωση της φορολογικής συμμόρφωσης και τον ψηφιακό μετασχηματισμό του φορολογικού συστήματος, ο οποίος επιτρέπει στην ελληνική κυβέρνηση να πετυχαίνει πλεόνασμα, αυξάνοντας ταυτόχρονα τις καθαρές δαπάνες για μέτρα στήριξης των πιο ευάλωτων νοικοκυριών απέναντι στις πιέσεις του κόστους ζωής, τονίζει το ΕΔΣ.
Ωστόσο, η διατήρηση της αναπτυξιακής δυναμικής τα επόμενα χρόνια αποτελεί τη σημαντικότερη πρόκληση για την ελληνική οικονομία. Οι χρόνιες διαρθρωτικές ανισορροπίες της ελληνικής οικονομίας, όπως η υψηλή ανεργία, ιδίως στους νέους, η χαμηλή παραγωγικότητα και το υψηλό εξωτερικό χρέος, σε συνδυασμό με τη λήξη του Ταμείου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας και την αυξημένη γεωπολιτική αβεβαιότητα, καθιστούν αναγκαία την ανάδειξη νέων μοχλών ανάπτυξης.
Η βιωσιμότητα της οικονομικής προόδου προϋποθέτει, συνεπώς, τη συνέχιση συνετής δημοσιονομικής πολιτικής παράλληλα με την εμβάθυνση των διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων, κυρίως σε τομείς όπου η Ελλάδα υστερεί έναντι των εταίρων της στην Ε.Ε., αλλά οι οποίοι μπορούν να λειτουργήσουν ως κινητήριες δυνάμεις της μελλοντικής ανάπτυξης, τονίζεται.

