Το 2011, όταν αποφοιτούσε από τη Σχολή Πολιτικών Μηχανικών του Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου, η Ελλάδα περνούσε από τις Συμπληγάδες της οικονομικής κρίσης. «Εστελνα βιογραφικά σε τεχνικά γραφεία και μου πρότειναν είτε να εργαστώ αμισθί για ένα διάστημα –”και βλέπουμε”– είτε να ξεκινήσω με μισθό 300 ευρώ», λέει η Πατρίτσια Σταθάτου. Καθώς προσπαθούσε να βρει τη θέση της σε έναν επαγγελματικό χώρο που δεν φαινόταν να της δίνει καμία προοπτική, δύο μέντορες ήρθαν, τυχαία, στη ζωή της: η Βασιλική Τσουκαλά και ο Διονύσης Ασημακόπουλος, καθηγητές στο ΕΜΠ. Την έβαλαν στον δρόμο της έρευνας, ο οποίος με υποτροφία από το Ιδρυμα Μποδοσάκη –μία από τις τουλάχιστον 2.700 που έχει χορηγήσει από την ίδρυσή του– την έφερε στις ΗΠΑ· στη Βοστώνη και στο ΜΙΤ αρχικά, και στη συνέχεια στο Ινστιτούτο Τεχνολογίας της Τζόρτζια, στην Ατλάντα, όπου σήμερα είναι καθηγήτρια στη Σχολή Χημικών και Βιομοριακών Μηχανικών.
Στην Ελλάδα υπάρχει εξαιρετικό ανθρώπινο δυναμικό. Αυτό που λείπει, για να ανθήσει η έρευνα, είναι ένα πιο σταθερό και αξιοκρατικό περιβάλλον.
Η έρευνά της επικεντρώνεται στην ανάπτυξη, στην πειραματική αξιολόγηση και στην εκτίμηση καινοτόμων τεχνολογιών για εφαρμογές στην ενέργεια, στα υλικά και στο νερό, και συγκαταλέγεται στους ραγδαία ανερχόμενους επιστήμονες στην ανάλυση συστημάτων. Τι ακριβώς είναι αυτό; Τι σημαίνει να βλέπει τον κόσμο ως «σύστημα»; «Να καταλαβαίνω ότι τίποτα δεν λειτουργεί μεμονωμένα. Η ενέργεια, το νερό, τα υλικά, το περιβάλλον, η οικονομία και η ανθρώπινη συμπεριφορά είναι όλα αλληλένδετα. Μια τεχνολογία που φαίνεται θετική σε έναν τομέα μπορεί να δημιουργεί προβλήματα κάπου αλλού», εξηγεί η ίδια στην «Κ». «Στην έρευνά μου εξετάζω ολόκληρο τον κύκλο ζωής μιας τεχνολογίας ή ενός προϊόντος: από πού προέρχονται οι πρώτες ύλες που χρησιμοποιούν πόση ενέργεια, νερό, ποιους πόρους χρειάζονται, τι εκπομπές δημιουργούν, πόσο κοστίζουν, ποιες υποδομές απαιτούν και ποιες επιπτώσεις έχουν στο περιβάλλον και στην κοινωνία τόσο κατά την παραγωγή και τη χρήση τους όσο και μετά το τέλος της ζωής τους».
– Πώς θα περιγράφατε με απλά λόγια πώς αλλάζει σήμερα ο τρόπος που παράγουμε και χρησιμοποιούμε την ενέργεια;
– Προσπαθούμε να περάσουμε από ένα μοντέλο που βασιζόταν σχεδόν αποκλειστικά στα ορυκτά καύσιμα, σε ένα πιο αποκεντρωμένο και «έξυπνο» ενεργειακό σύστημα, που θα στηρίζεται ολοένα και περισσότερο σε ανανεώσιμες πηγές και άλλες χαμηλών εκπομπών τεχνολογίες, όπως η πυρηνική ενέργεια. Δεν αλλάζει όμως μόνο η τεχνολογία· αλλάζει και η φιλοσοφία με την οποία προσεγγίζουμε την παραγωγή και τη χρήση της ενέργειας: από τη λογική της αφθονίας και της εξάντλησης πεπερασμένων φυσικών πόρων, προς τη λογική της βιωσιμότητας, της μακροπρόθεσμης ανθεκτικότητας και της ενεργειακής ασφάλειας. Αυτή είναι η κατεύθυνση, αν και για να επιτευχθεί ως μετάβαση θα πάρει χρόνο.
– Ποιο πιστεύετε ότι είναι το μεγαλύτερο στοίχημα της ενεργειακής μετάβασης τα επόμενα χρόνια;
– Να βρούμε ένα συνδυασμό λύσεων που να πληρούν όλες τις προϋποθέσεις: να μειώνουν πραγματικά τις εκπομπές, να μπορούν να εφαρμοστούν σε μεγάλη κλίμακα, να είναι οικονομικά βιώσιμες και να μη δημιουργούν νέες ανισότητες ή νέες εξαρτήσεις. Κάτι τέτοιο είναι εξαιρετικά δύσκολο και αναπόφευκτα θα χρειαστούν δοκιμές. Από την άλλη, αυτό δεν πρέπει να μας πτοεί. Πολλές τεχνολογίες χρειάστηκαν δεκαετίες για να ξεπεράσουν σημαντικά εμπόδια. Τα ηλεκτρικά αυτοκίνητα, για παράδειγμα, δεν έγιναν από τη μια μέρα στην άλλη ανταγωνιστικά. Η εξέλιξή τους περιοριζόταν για χρόνια από τις μπαταρίες μολύβδου, που ήταν βαριές, είχαν μικρή αυτονομία και δημιουργούσαν περιβαλλοντικά ζητήματα. Χρειάστηκε σταδιακή πρόοδος για να φθάσουμε στις σημερινές τεχνολογίες, που εξακολουθούν να μην είναι τέλειες, όμως είναι πολύ πιο ώριμες και εφαρμόσιμες. Επομένως πρέπει να αφήνουμε χώρο σε «ατελείς» τεχνολογίες να βελτιώνονται με τον χρόνο.
– Γιατί είναι τόσο δύσκολο να ανακυκλώσουμε αποτελεσματικά τα πλαστικά σήμερα;
– Τα πλαστικά έχουν θεμελιώδεις διαφορές από άλλα υλικά στα οποία η ανακύκλωση είναι πιο επιτυχημένη, όπως το χαρτί ή τα μέταλλα. Κατ’ αρχάς, το πλαστικό δεν είναι ένα ενιαίο υλικό· υπάρχουν εκατοντάδες διαφορετικοί τύποι (και στην πράξη χιλιάδες παραλλαγές) με διαφορετική μοριακή δομή, πρόσθετα και ιδιότητες. Πολλά από αυτά δεν είναι συμβατά μεταξύ τους, με αποτέλεσμα, όταν αναμειγνύονται, να προκύπτουν υλικά χαμηλότερης ποιότητας και απόδοσης. Επίσης, η πιο διαδεδομένη σήμερα τεχνολογία ανακύκλωσης πλαστικών είναι η μηχανική ανακύκλωση, δηλαδή ο τεμαχισμός, η τήξη και η αναδιαμόρφωση των πλαστικών· και μπορεί να λειτουργήσει μόνο όταν έχουμε καθαρά και ομοιογενή ρεύματα πλαστικών απορριμμάτων, δηλαδή χωρίς πρόσθετα, χρώματα, πολυστρωματικά υλικά ή υπολείμματα τροφών. Ακόμη όμως και σε αυτό το ιδανικό σενάριο κάθε κύκλος ανακύκλωσης σπάει τις αλυσίδες του πολυμερούς σε μικρότερες, υποβαθμίζοντας σταδιακά τις ιδιότητες του υλικού. Το αποτέλεσμα είναι, έπειτα από διαδοχικούς κύκλους ανακύκλωσης, το υλικό να μην μπορεί πλέον να χρησιμοποιηθεί στην εφαρμογή που θέλουμε να αντικαταστήσει.
– Υπάρχει τρόπος να σταματήσουμε τη ρύπανση από πλαστικά ή απλώς να τη μειώσουμε; Ποιο είναι το μεγαλύτερο εμπόδιο;
– Υπάρχει τρόπος να μειωθεί δραστικά. Είμαι αισιόδοξη για τον ρόλο που μπορεί να παίξει η χημική ανακύκλωση: είναι ένας όρος-ομπρέλα, που περιλαμβάνει πολλές διαφορετικές τεχνολογίες με κοινό στόχο να διασπάσουν τα πλαστικά στα βασικά δομικά συστατικά τους. Αλλά δεν μου αρέσει η λογική της ενοχοποίησης του πολίτη –να του χρεώνουμε την πλαστική σακούλα ή να του ζητάμε να αντικαταστήσει το πλαστικό καλαμάκι–, όταν οι εναλλακτικές που του δίνουμε δεν λειτουργούν το ίδιο καλά και σε ορισμένες περιπτώσεις μπορεί να έχουν μεγαλύτερο περιβαλλοντικό αποτύπωμα. Εχουμε γεμίσει την καθημερινότητά μας με πλαστικό, ένα υλικό εξαιρετικά χρήσιμο, ευέλικτο και φθηνό, που βρίσκεται παντού εδώ και δεκαετίες. Δεν μπορούμε ξαφνικά να ζητάμε από τους ανθρώπους να αλλάξουν συμπεριφορά χωρίς να τους δίνουμε πραγματικά ισοδύναμες εναλλακτικές.
– Τι μπορεί να κάνει η τεχνολογία για να εξασφαλίσει αρκετό και καθαρό νερό για όλους;
– Να συμβάλει σε πολλά επίπεδα: καλύτερο καθαρισμό νερού, αφαλάτωση με χαμηλότερο ενεργειακό κόστος, επαναχρησιμοποίηση λυμάτων και πιο αποδοτική διαχείριση των υδάτινων πόρων. Τα τελευταία χρόνια υπάρχει επίσης πολύ μεγάλη ερευνητική προσπάθεια γύρω από τους μικρορύπους και τους νέους ρύπους ανησυχίας (contaminants of emerging concern), όπως λέγονται: δηλαδή φαρμακευτικές ουσίες, μικροπλαστικά ή PFAS (παντοτινά χημικά), τα οποία οι συμβατικές τεχνολογίες επεξεργασίας νερού δεν μπορούν πάντα να απομακρύνουν αποτελεσματικά. Γι’ αυτό αναπτύσσονται καινοτόμοι τεχνολογίες καθαρισμού και διαχωρισμού – πιο αποτελεσματικές, πιο οικονομικές, πιο φιλικές προς το περιβάλλον. Πιστεύω ότι τα επόμενα χρόνια θα δούμε πολύ σημαντική πρόοδο σε αυτόν τον τομέα.
– Στο χάος της χρηματοδότησης που υπάρχει για την ελληνική έρευνα, είχατε την τύχη να εξασφαλίσετε υποτροφία από το Ιδρυμα Μποδοσάκη. Αλλοι νέοι επιστήμονες δεν είναι το ίδιο τυχεροί. Τι λείπει, τελικά, από την Ελλάδα: τα χρήματα ή η αξιοκρατία;
– Η υποτροφία του Ιδρύματος Μποδοσάκη, το οποίο πίστεψε σε εμένα και επένδυσε στις δυνατότητές μου σε μια κρίσιμη στιγμή της πορείας μου, χωρίς υπερβολή, μου άλλαξε τη ζωή. Στην Ελλάδα υπάρχει εξαιρετικό ανθρώπινο δυναμικό. Αυτό που λείπει, για να ανθήσει η έρευνα, είναι ένα πιο σταθερό και αξιοκρατικό περιβάλλον που να επιτρέπει στους νέους ερευνητές να χτίσουν μακροπρόθεσμα την πορεία τους χωρίς συνεχή αβεβαιότητα. Τα χρήματα είναι σημαντικά, όμως εξίσου σημαντικές είναι οι δομές, η συνέχεια και οι πραγματικές ευκαιρίες εξέλιξης.

