Αρθρο του Ιωσήφ Χασσίδ στην «Κ»: Παράγοντες επιτυχίας πολιτικών brain gain

Αρθρο του Ιωσήφ Χασσίδ στην «Κ»: Παράγοντες επιτυχίας πολιτικών brain gain

Το φαινόμενο του brain drain (ροές ατόμων υψηλού εκπαιδευτικού επιπέδου και δεξιοτήτων, που μετακινούνται και εργάζονται εκτός της χώρας καταγωγής τους) είναι ιδιαίτερα εκτεταμένο διεθνώς, αλλά η έντασή του διαφέρει σημαντικά μεταξύ χωρών και περιφερειών

10' 39" χρόνος ανάγνωσης

Το φαινόμενο του brain drain (ροές ατόμων υψηλού εκπαιδευτικού επιπέδου και δεξιοτήτων, που μετακινούνται και εργάζονται εκτός της χώρας καταγωγής τους) είναι ιδιαίτερα εκτεταμένο διεθνώς, αλλά η έντασή του διαφέρει σημαντικά μεταξύ χωρών και περιφερειών. Το ενδιαφέρον των εξειδικευμένων φορέων και των κυβερνήσεων για σχεδιασμό και εφαρμογή πολιτικών που επιδιώκουν να προκαλέσουν αναστροφή των ροών αυτών (brain gain) είναι έντονο. Δεν στηρίζεται μόνο σε ζητήματα «εθνικού γοήτρου» ή δημογραφικής πολιτικής, αλλά σε πολύ συγκεκριμένους οικονομικούς και αναπτυξιακούς λόγους. Λόγω της σοβαρότητας των στόχων που επιδιώκονται, οι διαμορφωτές των σχετικών πολιτικών αναζητούν συνεχώς τρόπους βελτίωσης της αποτελεσματικότητας, αλλά κυρίως της αποδοτικότητας, των πολιτικών.

Στο πλαίσιο των συνεχιζόμενων πρωτοβουλιών της ελληνικής κυβέρνησης για σχεδιασμό πολιτικής μέσω παροχής κινήτρων σε επιστήμονες της διασποράς να επιστρέψουν στην Ελλάδα, ανακοινώθηκε πρόσφατα ειδική ρύθμιση στο θέμα της φορολογίας εισοδήματος όσων επιστρέφουν στην Ελλάδα, μεταφέρουν εδώ τη φορολογική τους κατοικία και αναλαμβάνουν θέσεις εργασίας στο Δημόσιο («Καθημερινή», 6/5/2026). Η νέα ρύθμιση αφορά κυρίως καθηγητές πανεπιστημίων, γιατρούς και γενικότερα επιστήμονες, οι οποίοι, υπό ορισμένες προϋποθέσεις επιλεξιμότητας, θα απαλλάσσονται κατά 50% του ετήσιου φόρου εισοδήματος, για χρονικό διάστημα επτά ετών. Αποτελεί επέκταση αντίστοιχου «κινήτρου» που είχε νωρίτερα θεσπιστεί για όσους θα απασχολούντο στον ιδιωτικό τομέα. Ανεξάρτητα από τεχνικές «βελτιώσεις» που πιθανώς θα προκύψουν κατά τη διαδικασία τελικής επεξεργασίας και θεσμοθέτησης της σχετικής ρύθμισης (όπως π.χ. συμπληρωματικές προϋποθέσεις επιλεξιμότητας, διεύρυνση των τύπων «επιστροφής» που θα εξετάζονται, δυνατότητα μεταφοράς φορολογικού βάρους μεταξύ χρήσεων), σημειώνεται ότι, γενικά, αυτή εναρμονίζεται με εύρημα που προέκυψε από έρευνα του εγκατεστημένου στις ΗΠΑ ερευνητικού οργανισμού Deon Policy Institute, σε δείγμα 500 περίπου Ελλήνων επιστημόνων που υπηρετούν σε ένα μεγάλο αριθμό πανεπιστημίων σε διάφορες χώρες. Αναφορικά με επιμέρους παράγοντες που όσοι συμμετείχαν στην έρευνα υποστηρίζουν ότι θα ενθάρρυναν (ή, τουλάχιστον, δεν θα αποθάρρυναν) επιστροφή τους στην Ελλάδα, ένα ποσοστό 35% υπέδειξαν το επίπεδο μισθών ως τον κυριότερο παράγοντα αποθάρρυνσης αποφάσεων επιστροφής. Και, για τον λόγο αυτό, κατά 36% προτείνουν να αυξηθούν οι μισθοί στο ελληνικό Δημόσιο. Το ποσοστό αυτό είναι υψηλότερο εκείνων που προτείνουν «αύξηση της χρηματοδότησης για την έρευνα» (19%) ή «περισσότερη αξιοκρατία» (18%)! Από μόνα τους, τα ευρήματα αυτά και οι συνδεδεμένες προτάσεις εμφανίζουν, σε σύγκριση με αντίστοιχα ευρήματα ερευνών για άλλες χώρες, μια διαφοροποίηση της περίπτωσης των Ελλήνων επιστημόνων και του τρόπου διαμόρφωσης των αποφάσεών τους (θετικών ή αρνητικών) για το ενδεχόμενο επιστροφής τους – π.χ. διαφέρει η σειρά κατάταξης των παραγόντων αποθάρρυνσης της επιστροφής στη χώρα καταγωγής! Χωρίς να αγνοείται το αναμφισβήτητο γεγονός ότι αποφάσεις αυτού του τύπου αποτελούν συνήθως συνάρτηση των χαρακτηριστικών (προσωπικών, οικογενειακών, κοινωνικών, επαγγελματικών κ.ά.) κάθε «λήπτη απόφασης», απαιτείται προφανώς και διερεύνηση των λόγων (εννοιολογικών, μεθοδολογικών και άλλων) στους οποίους πιθανώς οφείλεται η «ιδιαιτερότητα» που επισημάνθηκε – το ιδιαίτερα δηλαδή αυξημένο ποσοστό που δηλώνουν ότι τα «χαμηλά επίπεδα μισθών» στον δημόσιο τομέα αποτελούν τον κυριότερο παράγοντα που αποθαρρύνει την επιστροφή στην Ελλάδα! Η διερεύνηση που προτείνεται θα μπορούσε π.χ. να βασιστεί σε εντοπισμό και επιλογή χωρών των οποίων οι πολιτικές προσέλκυσης επιστημόνων υπήρξαν αποδεδειγμένα επιτυχείς. Τα αποτελέσματα των διερευνήσεων θα μπορούσαν, στη συνέχεια, να λειτουργήσουν ως «πλαίσιο αναφοράς» το οποίο, έπειτα από αυτονόητες σκόπιμες προσαρμογές τους στις τοπικές συνθήκες, θα διευκόλυναν τη διαμόρφωση εθνικής στρατηγικής και μέτρων πολιτικής.

Μεταξύ των χωρών που αναφέρονται συχνά σε επισκοπήσεις της διεθνούς βιβλιογραφίας για τα συγκεκριμένα θέματα, ως ενδεικτικά παραδείγματα επιτυχούς αντιστροφής των ροών brain drain σε ροές brain gain, υψηλή συχνότητα αναφορών παρατηρείται για συγκεκριμένες χώρες, των οποίων διάφορες πτυχές των πολιτικών που εφαρμόζουν αναλύονται μεθοδικά και, εφόσον διαπιστωθεί ότι διαθέτουν επαρκή χαρακτηριστικά «μεταφερσιμότητας», προσφέρονται ως «πρότυπα» για περαιτέρω μελέτη, αξιολόγηση, παραδειγματισμό και, πιθανώς, μερική τουλάχιστον υιοθέτηση. Χαρακτηριστικά παραδείγματα τέτοιων χωρών είναι η Ταϊβάν, το Ισραήλ και, για τις σχετικά πρόσφατες 10ετίες, η Κίνα. Οι χώρες αυτές επιχείρησαν, με διαφορετικούς η κάθε μια τρόπους, ακόμα και με διαφορετικό πολιτισμικό υπόβαθρο, να μετατρέψουν τη διαρροή επιστημονικού δυναμικού σε αντίστροφη διαδικασία επαναπατρισμού και αξιοποίηση ανθρώπινου κεφαλαίου.

Η ενδιαφέρουσα διαπίστωση που προκύπτει από συγκριτικές ανασκοπήσεις των χωρών αυτών, αλλά και γενικότερα, είναι ότι οι πλέον επιτυχημένες περιπτώσεις δεν οφείλουν την επιτυχία τους πρωτίστως σε μισθολογικά, φορολογικά ή άλλα οικονομικά κίνητρα. Αντίθετα, η επιτυχία τους βασίστηκε κυρίως στη δημιουργία ενός περιβάλλοντος στο οποίο οι επιστήμονες που επέστρεφαν θα μπορούσαν να εργαστούν παραγωγικά και να αξιοποιήσουν πλήρως τις γνώσεις και τις δεξιότητές τους. Η εξασφάλιση προϋποθέσεων «παραγωγικής απασχόλησής» τους και ουσιαστικής συμβολής στο έργο και στις επιδιώξεις του φορέα-εργοδότη τους από το Δημόσιο ή τον ιδιωτικό τομέα, αποτελεί ένα ιδιαίτερης σημασίας στοιχείο της πολιτικής. Για τον λόγο αυτό θα πρέπει να αποτελέσει αντικείμενο ιδιαίτερης φροντίδας κατά τον σχεδιασμό και την οργάνωση υλοποίησης της πολιτικής (βλ. και στη συνέχεια). Τα οικονομικά κίνητρα λειτούργησαν, κατά κανόνα, ως συμπληρωματικά και ενισχυτικά – όχι ως καθοριστικά μέσα πολιτικής. Τα κίνητρα αυτού του τύπου αποδίδουν περισσότερο όταν υπάρχουν ήδη ισχυροί θεσμοί που είναι σε θέση να αξιοποιήσουν το ανθρώπινο κεφάλαιο που, κατά περίπτωση, προσελκύεται. Υποστηρίζεται δηλαδή ότι τα χρήματα μπορούν να ενθαρρύνουν την επιστροφή, μόνο όμως οι θεσμοί είναι αυτοί που μπορούν να αξιοποιήσουν αποτελεσματικά όσους επιστρέφουν, να τους συγκρατήσουν και να τους διατηρήσουν, πιθανώς δίνοντάς τους και ευκαιρίες περαιτέρω ανάπτυξης!

Σημειώνεται ωστόσο ότι για ολοκληρωμένη παρουσίαση των συνθηκών μέσα στις οποίες σχεδιάζεται και υλοποιείται η σχετική πολιτική, θα πρέπει να αναφερθεί ότι, τόσο στην Ελλάδα, όσο και στις περισσότερες άλλες χώρες, διατυπώνονται και προβάλλονται, από διάφορες κοινωνικές και επαγγελματικές ομάδες, ενστάσεις για προτάσεις που αφορούν αυξημένες αποδοχές των επιστημόνων που επιστρέφουν και προσλαμβάνονται στο Δημόσιο, όπως έμμεσα υιοθετήθηκε με τη θέσπιση ειδικής μεταχείρισης των φορολογικών τους υποχρεώσεων.

Σχετικά, πάντως, με αυτού του τύπου τις ενστάσεις και την ιδιαιτερότητα που νωρίτερα επισημάνθηκε στα ευρήματα της έρευνας ως προς το τι εμφανίζεται ως κύριο προαπαιτούμενο παλιννόστησης (αύξηση μισθών) Ελλήνων επιστημόνων, σημειώνεται ότι η βασική ένσταση που προβάλλεται δεν αφορά συνήθως την επιδίωξη επιστροφής επιστημόνων αυτή καθαυτήν. Ειδικότερα, αμφισβητείται το κατά πόσον είναι δίκαιο και κοινωνικά αποδεκτό, προκειμένου να παρακινηθούν να επιστρέψουν ορισμένοι από εκείνους που έφυγαν, να τους παρέχονται, έπειτα από κάποιο χρονικό διάστημα, ειδικά οικονομικά κίνητρα, όταν όσοι συνάδελφοί τους παρέμειναν στη χώρα δεν απολαύουν αντίστοιχης μεταχείρισης!

Αναφορικά με την πρόταση του ιδιαίτερα σχετικά υψηλού ποσοστού Ελλήνων επιστημόνων που δήλωσαν ότι το χαμηλό επίπεδο των μισθών στο Δημόσιο αποτελεί, σε σύγκριση με άλλους παράγοντες που προβάλλονται από ανάλογες έρευνες σε άλλες χώρες, το κυριότερο αντικίνητρο για επιστροφή, σημειώνεται ότι η αναντιστοιχία στις κατατάξεις οφείλεται πιθανώς στον τρόπο με τον οποίο ορίζεται το περιεχόμενο του όρου «μισθός». Ειδικότερα, σε αντίθεση με το τι θεωρείται λογικό και σύνηθες στον ιδιωτικό τομέα, ελεύθερη διαπραγμάτευση των όρων πρόσληψης και μισθολογικές διαφοροποιήσεις, χωρίς πειστική επίκληση ουσιαστικών διαφορών σε αντικειμενικά ή ποιοτικά κριτήρια, δεν είναι εύκολο να εφαρμοστούν στο Δημόσιο, όπου τα κλιμάκια αμοιβών είναι συγκεκριμένα και μάλλον ανελαστικά. Ταυτόχρονα, στις περιπτώσεις αποχώρησης από συγκεκριμένη αγορά εργασίας (αυτή του εξωτερικού) και από οικείο και επαρκώς προβλέψιμο για το μέλλον εργασιακό περιβάλλον (π.χ. ασφαλιστικά – συνταξιοδοτικά δικαιώματα, ευκαιρίες παράλληλης απασχόλησης εκτός Δημοσίου, καθεστώς επιδομάτων, ευκαιρίες ανέλιξης κ.ά.), η επιστροφή και οργανική ένταξη σε μία άλλη αγορά (αυτή της Ελλάδας) συνεπάγεται ριζική μεταβολή των συνθηκών απασχόλησης και σημαντικό περιορισμό της προβλεψιμότητάς τους. Ως αποτέλεσμα, η έννοια και το περιεχόμενό του «μισθού» διευρύνονται, σε μια προσπάθεια να περιλάβουν όσο το δυνατόν περισσότερα από τα στοιχεία των οποίων η εξέλιξη δεν θα είναι πια εύκολα προβλέψιμη! Με αποδοχή της λογικής αυτής ερμηνείας του τι τελικά αφορά η «διεκδίκηση» υψηλότερου «μισθού» από το Δημόσιο, ίσως μπορεί να εξηγηθεί η ιδιαιτερότητα που νωρίτερα διαπιστώθηκε στα ευρήματα της έρευνας για τον παράγοντα που εμφανίζεται ως το κύριο αντικίνητρο παλιννόστησης.

Πάντως, παρά τις διαφορές που αναδεικνύονται από τις ανασκοπήσεις των πολιτικών brain gain, οι σχετικά πιο επιτυχημένες πολιτικές σε θέματα επαναπατρισμού επιστημόνων παρουσιάζουν ορισμένα βασικά κοινά χαρακτηριστικά, τα οποία σίγουρα αξίζει να εξεταστούν. Αναφερόμαστε κυρίως στα εξής:

1. Προτεραιότητα στην παραγωγικότητα – Οχι στα κίνητρα! Χρονικά, αλλά και από την άποψη του όγκου των πόρων που διατέθηκαν, οι πλέον επιτυχημένες χώρες πρώτα ενίσχυσαν και διασφάλισαν την ικανότητα των επιστημόνων που επιστρέφουν να παράγουν, σε συνεργασία με τοπικούς συναδέλφους και βασιζόμενοι στις τοπικές υποδομές, έργο υψηλής αξίας και μετά προσέφεραν οικονομικά κίνητρα. Αναφερθήκαμε νωρίτερα στην ανάγκη για «εξασφάλιση προϋποθέσεων» ώστε η «δυνητική παραγωγικότητα» όσων αποφασίζουν να επιστρέψουν, να εμφανιστεί και στην πράξη – να μετατραπεί σε «πραγματική»! Χωρίς δυνατότητα επέκτασης στο συγκεκριμένο θέμα στα περιορισμένα περιθώρια που το άρθρο προσφέρει, παραπέμπουμε σε σύγχρονες αντιλήψεις για την έννοια της παραγωγικότητας, όπως π.χ. «συλλογική» και «διαπροσωπική παραγωγικότητα». Η μεν πρώτη επισημαίνει την ανάγκη για ομαδική εργασία και αλληλοϋποστήριξη παραγωγικών ατόμων που οδηγεί σε ανάπτυξη συνεργειών, ενώ η δεύτερη εστιάζει στην ανάγκη για ανάπτυξη συμβατότητας στις μεταξύ των μελών των ομάδων συμπεριφορές και την καλλιέργεια σχέσεων (βλ. Χασσίδ, INSIDER, 26/5/2025).

Σε χώρες με επιτυχημένα προγράμματα επαναπατρισμού, τα οικονομικά κίνητρα λειτούργησαν, κατά κανόνα, ως συμπληρωματικά και ενισχυτικά – όχι ως καθοριστικά μέσα πολιτικής.

2. Ανάπτυξη ανταγωνιστικών πανεπιστημιακών ιδρυμάτων και ερευνητικών οργανισμών, με διεθνή προσανατολισμό και σε συνεχή λειτουργική σχέση με επιχειρήσεις. Θεσμοί αυτού του τύπου προβάλλονται από όσους εμφανίζονται να εξετάζουν ενδεχόμενο παλιννόστησης, όχι απλώς ως επιθυμητοί, αλλά ως προϋποθέσεις των αποφάσεών τους. Και προφανώς τοποθετούνται στον πυρήνα των επιτυχημένων brain gain πολιτικών.

3. Ανάπτυξη και διατήρηση σχέσεων με επιστήμονες της διασποράς και τις Ενώσεις τους. Οι δεσμοί με τους επιστήμονες του εξωτερικού διατηρούνται ενεργοί για πολλά χρόνια πριν την πιθανή επιστροφή τους, διαχέουν έγκυρη πληροφόρηση για τις πραγματικές ανάγκες, αναδεικνύουν δυνητικές ευκαιρίες στη χώρα προέλευσης και, κατά το δυνατόν, διευκολύνουν την προετοιμασία της παλιννόστησης. Με βάση τις σχέσεις αυτές, που καλλιεργούνται και συντηρούνται συστηματικά, πιθανώς μέσω ειδικά στελεχωμένων και οργανωμένων Γραφείων (κεντρικών και αποκεντρωμένων), εξασφαλίζεται όχι μόνο συστηματική παρακολούθηση τάσεων που αναπτύσσονται, αλλά θα είναι δυνατό να υποστηρίζονται σε θέματα π.χ. διοικητικών διαδικασιών κατά τη φάση προετοιμασίας της επιστροφής μεμονωμένων επιστημόνων ή ομάδων (βλ. ενδιαφέρον προηγούμενο, από τη 10ετία 1980, με Πρόγραμμα ΕΨΙΛΟΝ για παλιννοστούντες από Γερμανία, του τότε Ελληνικού Κέντρου Παραγωγικότητας – ΕΛΚΕΠΑ).

Και, το σημαντικότερο όλων:

4. Εμφαση στην ποιότητα όσων επιστρέφουν – Οχι στo πλήθος τους! Στόχος δεν είναι (ούτε βέβαια πρέπει να προβάλλεται ως «απόδειξη επιτυχίας της πολιτικής») η αύξηση του αριθμού των επιστροφών, αλλά η προσέλκυση επιστημόνων με υψηλή εξειδίκευση, με ανεπτυγμένη διεθνή δικτύωση και ενεργές συνεργασίες, με ηγετικές ικανότητες και εμπειρία στον συντονισμό της λειτουργίας ομάδων επιστημόνων και με αποδεδειγμένη δυνατότητα δημιουργίας πολλαπλασιαστικών επιδράσεων στην έρευνα και στην οικονομία. Τα χαρακτηριστικά αυτά, συνδυασμένα, εκτός από το ότι προδιαγράφουν στόχευση για προσέλκυση υψηλής ωριμότητας και ποιότητας επιστημόνων, συμβάλλουν στην εξασφάλιση αποδοτικότητας της πολιτικής! Σημειώνεται ότι μια πολιτική μπορεί μεν να είναι αποτελεσματική (effective) ως προς την αύξηση του αριθμού των επιστροφών, αλλά να μην είναι αποδοτική (efficient), ως προς τη χρήση δημόσιων πόρων και την ικανότητα παραγωγής βιώσιμων πολλαπλασιαστικών αποτελεσμάτων.

Για παράδειγμα, αν ένα «γενναιόδωρο» φορολογικό καθεστώς καταφέρει (υποθετικά ή πραγματικά) να προσελκύσει 1.000 επιστήμονες, από τους οποίους όμως: α) οι μισοί θα επέστρεφαν ούτως ή άλλως, β) οι περισσότεροι προβλέπεται ότι θα απασχοληθούν –στο Δημόσιο ή στον ιδιωτικό τομέα– σε θέσεις που, για διάφορους λόγους, δεν προσφέρουν δυνατότητες για πλήρη αξιοποίηση των δεξιοτήτων τους ή, τέλος (γ) η συμβολή τους στην παραγωγικότητα, στην καινοτομία και στα δημόσια έσοδα δεν καλύπτει την απώλεια φορολογικών εσόδων, τότε η πολιτική μπορεί μεν να χαρακτηρίζεται, με πολιτικούς όρους, ως «αποτελεσματική», αλλά όχι κατ’ ανάγκην και ως «αποδοτική», αν αξιολογηθεί με κοινωνικοοικονομικά και ευρύτερα αναπτυξιακά κριτήρια!

Αμφισβητείται το κατά πόσον είναι δίκαιο και κοινωνικά αποδεκτό, να παρέχονται σε όσους επιστρέφουν οικονομικά κίνητρα, όταν όσοι συνάδελφοί τους παρέμειναν στη χώρα δεν απολαύουν αντίστοιχης μεταχείρισης.

Μπορεί δηλαδή να βρεθούμε μπροστά σε μια κατάσταση όπου μια χώρα, ενώ διαθέτει πόρους και επιδιώκει την επιστροφή επιστημόνων από το εξωτερικό, διατηρεί ταυτόχρονα θεσμούς και πρακτικές που δεν προάγουν την αξιοκρατία και την αξιοποίηση του ανθρώπινου δυναμικού, ούτε αυτού που επέστρεψε ή προετοιμάζεται να επιστρέψει, ούτε αυτού που παρέμεινε και είναι ήδη διαθέσιμο! Εύλογα τότε τίθεται το ερώτημα για το κατά πόσο η πολιτική brain gain αποτελεί πράγματι, όπως θα έπρεπε, τμήμα μιας ευρύτερης συνεκτικής στρατηγικής αξιοποίησης ανθρώπινου κεφαλαίου ή μήπως πρόκειται για μια αποσπασματική παρέμβαση, με συμβολικό κυρίως χαρακτήρα; Το ερώτημα βέβαια θα μπορούσε να απαντηθεί με σχεδιασμό και εφαρμογή (σε εθνικό ή, καλύτερα ακόμα, σε διακρατικό επίπεδο) συστηματικών αξιολογήσεων των σχετικών πολιτικών; Οπως δυστυχώς διαπιστώνεται, τέτοιου είδους αξιολογήσεις είναι πολύ λιγότερες από όσες θα περίμενε κανείς! Στην πραγματικότητα, οι περισσότερες χώρες γνωρίζουν σχετικά καλά πόσοι επιστήμονες επέστρεψαν, αλλά πολύ λιγότερο καλά, ποιες ήταν οι πραγματικές δυνατότητές τους για ουσιαστική συμβολή τους και, ακόμα λιγότερο, κατά πόσον η επιστροφή τους παρήγαγε τελικά όφελος αντίστοιχο εκείνου που αναμενόταν και οπωσδήποτε μεγαλύτερο από το κόστος των πόρων που διατέθηκαν.

Η προώθηση των διαδικασιών αξιολόγησης, όπως ενδεικτικά τις περιγράψαμε εδώ, αλλά και των άλλων ενεργειών που αναφέρθηκαν και αναλύθηκαν, θεωρούμε ότι θα δώσουν μια πρώτης τάξεως ευκαιρία για επανατοποθετήσεις για τα περισσότερα από τα κρίσιμα στοιχεία της πολιτικής brain gain της χώρας μας. Ταυτόχρονα θα συμβάλουν στην προώθηση της προσπάθειας για μετατόπιση των σχετικών συζητήσεων, από την «ποσοτική λογική» της, μέσω οικονομικών κινήτρων, επιδίωξης επιστροφών επιστημόνων, στη λογική της τόνωσης της εθνικής παραγωγικότητας μέσω ολοκληρωμένης ενίσχυσης και αξιοποίησης του ανθρώπινου κεφαλαίου.

*Ο κ. Ιωσήφ Χασσίδ είναι ομότιμος καθηγητής του Πανεπιστημίου Πειραιώς.

comment-below Λάβετε μέρος στη συζήτηση 0 Εγγραφείτε για να διαβάσετε τα σχόλια ή
βρείτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει για να σχολιάσετε.
Για να σχολιάσετε, επιλέξτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει. Παρακαλούμε σχολιάστε με σεβασμό προς την δημοσιογραφική ομάδα και την κοινότητα της «Κ».
Σχολιάζοντας συμφωνείτε με τους όρους χρήσης.
Εγγραφή Συνδρομή

Editor’s Pick

ΤΙ ΔΙΑΒΑΖΟΥΝ ΟΙ ΣΥΝΔΡΟΜΗΤΕΣ

MHT