«Δεν προλαβαίνω». «Δεν αντέχω άλλο». «Νιώθω ότι αποτυγχάνω». «Δεν μπορώ να χαλαρώσω». Αν η ψυχολόγος – ψυχοθεραπεύτρια Ελενα Σολταρίδου έπρεπε να απαριθμήσει τις φράσεις που ακούγονται συχνότερα στο γραφείο της από τους ανθρώπους 35-50 ετών, αυτές θα ήταν οι παραπάνω. Αν μιλάμε για γυναίκες, θα πρόσθετε και άλλη μία: «Δεν θέλω να εξηγώ. Κουράστηκα να εξηγώ. Και να ζητώ τα αυτονόητα. Θα έπρεπε να τα καταλαβαίνει».
Μιλώντας στην «Κ» με αφορμή το νέο της βιβλίο «Ποιος αξίζει το άγχος μου;» (εκδόσεις Key Books), η Σολταρίδου περιγράφει μια γενιά που έχει μάθει να κουβαλά πολύ περισσότερα από όσα της αναλογούν. Δεν ανησυχεί μόνο για τη δική της ζωή, αλλά και για τη διάθεση των γονιών της, τις δυσκολίες των παιδιών της, τις επιλογές του συντρόφου της, τα προβλήματα φίλων ή συναδέλφων. «Πίσω από αυτή τη στάση δεν βρίσκεται πάντα η υπερβολική ανησυχία. Συχνά βρίσκεται η αγάπη και η ανάγκη σύνδεσης. Οταν όμως δεν υπάρχουν σαφή όρια, η φροντίδα μετατρέπεται εύκολα σε συναισθηματική υπερεμπλοκή, σε κόπωση. Ο άνθρωπος αρχίζει να ζει σαν να είναι υπεύθυνος για τη ζωή όλων γύρω του. Βλέπω συχνά ανθρώπους που γνωρίζουν με ακρίβεια τι χρειάζονται οι άλλοι, αλλά δυσκολεύονται να απαντήσουν στο τι χρειάζονται οι ίδιοι».
Εν πολλοίς, όμως, είναι στραβός και ο γιαλός. «Δεν αρκεί πλέον να ανταποκρίνεσαι στις απαιτήσεις της ζωής, συχνά νιώθεις ότι πρέπει να αποδεικνύεις διαρκώς ότι παραμένεις ανταγωνιστικός, επιτυχημένος και επαρκής. Να ανταποκρίνεσαι σε επαγγελματικές υποχρεώσεις και να προσπαθείς ταυτόχρονα να διατηρήσεις προσωπικό χρόνο και ισορροπία. Αυτή η ταυτόχρονη διαχείριση πολλών ρόλων δημιουργεί ένα αίσθημα μόνιμης επιβάρυνσης».
Σε όλα αυτά προστίθενται και τα πρότυπα με τα οποία μεγαλώσαμε. Η ίδια επιμένει ότι πολλές γυναίκες έχουν μάθει να συνδέουν την αξία τους με τον ρόλο της «καλής μητέρας», της «καλής συντρόφου» ή της «καλής κόρης», βάζοντας συχνά τις ανάγκες των άλλων πάνω από τις δικές τους.
Σύμφωνα με την κ. Σολταρίδου, η γενικευμένη κόπωση δεν αφορά μόνο τον όγκο των υποχρεώσεων, αλλά και τη δυσκολία να πούμε όσα πραγματικά νιώθουμε. «Νιώθουμε μόνιμα κρινόμενοι. Φοβόμαστε ότι θα μας απορρίψουν, ακόμη και οι δικοί μας άνθρωποι. Η έκφραση του συναισθήματος συνοδεύεται συχνά από ενοχές ή από την κατηγορία ότι γινόμαστε εγωιστές. Ετσι μπαίνουμε σε έναν φαύλο κύκλο και καταπιέζουμε όσα αισθανόμαστε. Το άγχος είναι η κορυφή του παγόβουνου, αυτό που προεξέχει από την επιφάνεια της θάλασσας. Το υπόλοιπο δεν το βλέπουμε, το αποφεύγουμε ή αναβάλλουμε να το δούμε, γιατί αν το κάνουμε θα κληθούμε να πάρουμε διάφορες αποφάσεις. Μας είναι πιο εύκολο να κλείνουμε τα μάτια».
Και, όπως υποστηρίζει, το τίμημα δεν είναι μόνο ψυχικό, αλλά και σωματικό. Η ίδια συνδέει την καταπίεση των συναισθημάτων με την αύξηση των ψυχοσωματικών συμπτωμάτων και πολλών αυτοάνοσων νοσημάτων που, όπως λέει, παρατηρείται τα τελευταία χρόνια, ιδιαίτερα στις γυναίκες. Φέρνει μάλιστα ένα πολύ σύγχρονο παράδειγμα από τις διαπροσωπικές σχέσεις: «Οι γυναίκες ζούμε με τον φόβο της έκφρασης και της επικοινωνίας των συναισθημάτων μας. Σου έχουν κάνει ghosting και gaslighting και φοβάσαι να στείλεις μήνυμα; Ή ζεις στο άγχος τού πώς θα ανταποκριθεί ο άλλος; Μπορεί σε τριάντα μέρες να εμφανίσεις αυξημένη αρτηριακή πίεση ή σύνδρομο ευερέθιστου εντέρου».
Το ζητούμενο όμως δεν είναι μόνο να υποχωρήσουν τα συμπτώματα. «Οι περισσότεροι άνθρωποι που περνούν την πόρτα ενός ψυχολόγου πιστεύουν ότι έρχονται για να μειώσουν το άγχος τους. Στην πραγματικότητα προσπαθούν να ξεκλειδώσουν τον εαυτό τους, να βρουν το θάρρος να επικοινωνήσουν». Οπως λέει η κ. Σολταρίδου, οι άνθρωποι είναι σαν ένα μπουκαλάκι νερό. «Γεμίζει από σταγονίτσες, τα ερεθίσματα της καθημερινότητας. Αν δεν το βοηθήσουμε να εκτονωθεί, να αδειάσει, θα ξεχειλίσει. Αυτό είναι το άγχος. Ανθρωποι που τα μπουκαλάκια τους έχουν ξεχειλίσει και ψάχνουν ανθρώπους να τους κατανοήσουν, να σπάσουν τον φαύλο κύκλο της σιωπής, να μειώσουν τη στάθμη».

