«Οταν μια γυναίκα εγκυμονεί, δεν έχει απλώς μεγάλη, ολοστρόγγυλη κοιλιά. Στον εγκέφαλό της συμβαίνουν φυσιολογικές, πολύ σημαντικές αλλαγές, που σκοπό έχουν να τη βοηθήσουν να φέρει εις πέρας τα σύνθετα καθήκοντα της μητρότητας. Πρέπει να το γνωρίζουν αυτό οι γυναίκες, γιατί είναι ανακουφιστικό, σε μια περίοδο που πολλά τις αγχώνουν ή τις τρομάζουν», λέει στην «Κ», στην άλλη άκρη της τηλεφωνικής γραμμής από τη Γαλλία όπου ζει και εργάζεται, η Τζόντι Πάβλουσκι. Η διακεκριμένη Καναδή νευροεπιστήμων, ψυχοθεραπεύτρια και ερευνήτρια εδώ και χρόνια έχει επικεντρώσει το ερευνητικό έργο της στις αλλαγές που συμβαίνουν στον ανθρώπινο εγκέφαλο κατά την εγκυμοσύνη και τη μητρότητα, καθώς και στην περιγεννητική ψυχική υγεία. Το βιβλίο της «Ο εγκέφαλος της μαμάς», που μόλις κυκλοφόρησε από τις Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης σε μετάφραση Κατερίνας Γούλα, «κατορθώνει να γεφυρώσει το χάσμα μεταξύ επιστημονικής έρευνας και καθημερινής εμπειρίας και προάγει τη γονεϊκότητα ως εμπειρία που αφήνει νευροβιολογικό αποτύπωμα και αναδεικνύει την πλαστικότητα του εγκεφάλου, αλλάζοντας τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε την οικογένεια και την ανατροφή των παιδιών», όπως επισημαίνει η Χριστίνα Δάλλα, καθηγήτρια Φαρμακολογίας στην Ιατρική Σχολή του ΕΚΠΑ και επιστημονική υπεύθυνη της έκδοσης.
– Πώς ορίζεται επιστημονικά ο «εγκέφαλος της μαμάς»;
– Είναι αυτό που συμβαίνει στον εγκέφαλο μιας γυναίκας κατά τη μετάβαση στη μητρότητα. Η έρευνα σε αυτόν τον τομέα τα τελευταία 50 χρόνια εστιάζει στην κατανόηση του πώς οι αλλαγές στα επίπεδα ορμονών, στην πυκνότητα των υποδοχέων, στα χαρακτηριστικά των νευρώνων και σε διάφορους άλλους μοριακούς μηχανισμούς διαμορφώνουν την ικανότητά της να αναπτύξει μητρική φροντίδα.

– Με ποιον τρόπο αλλάζει ο εγκέφαλος μιας γυναίκας που γίνεται μητέρα;
– Αναδιοργανώνεται και μετασχηματίζεται. Πιθανότατα έχετε ακούσει ότι συρρικνώνεται, μικραίνει. Είναι αλήθεια. Παρατηρείται μείωση στο συνολικό μέγεθός του κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης, της τάξης του ~5% στη χρονική περίοδο από τη σύλληψη μέχρι τον τοκετό. Δεν πρόκειται για τεράστια αλλαγή, είναι όμως σημαντική. Εχει διαπιστωθεί επίσης ότι πρέπει να περάσουν τουλάχιστον 20 εβδομάδες μετά τον τοκετό για να ανακτήσει ο εγκέφαλος το μέγεθος που είχε πριν από τη σύλληψη, αν και κάποιες περιοχές του που παρουσιάζουν μείωση του όγκου τους παραμένουν μικρότερες έως και για έξι χρόνια. Αυτή η συρρίκνωση, όμως, δεν είναι κατ’ ανάγκην κάτι κακό, δεν σημαίνει δυσλειτουργία. Συνοδεύεται από αύξηση της ευαισθησίας των εγκεφαλικών περιοχών στα ερεθίσματα του βρέφους και ενίσχυση συγκεκριμένων δεξιοτήτων. Εχετε ακούσει το ρητό «τα ακριβά αρώματα μπαίνουν σε μικρά μπουκαλάκια»; Ισχύει και για τον μητρικό εγκέφαλο. Είναι σαν δυναμίτης σε μικρή συσκευασία! Το να είσαι μητέρα είναι μια πρόκληση, η οποία ωστόσο δεν οφείλεται στο ότι ο εγκέφαλός σου γίνεται μικρότερος, αλλά κυρίως σε μια σειρά από κοινωνικά εμπόδια. Ζούμε, εξάλλου, σε μια πατριαρχική κοινωνία και μολονότι τα πράγματα αλλάζουν για τις γυναίκες, δεν αλλάζουν αρκετά γρήγορα.
– Επηρεάζονται και οι μη βιολογικές μητέρες;
– Ναι. Οι λειτουργικές αλλαγές του εγκεφάλου –η έντονη δραστηριότητα ως απάντηση στα ερεθίσματα του βρέφους, δηλαδή– είναι παρόμοιες σε βιολογικούς γονείς και υιοθετούντες. Η γονεϊκότητα βασίζεται κυρίως στην εμπειρία και στη μάθηση – και, φυσικά, στην αγάπη και στην ευθύνη. Βέβαια, οι γυναίκες που γεννούν ίσως διαθέτουν ένα μικρό πλεονέκτημα, καθώς ωφελούνται από ορισμένους επιπλέον μήνες προετοιμασίας (όσο κυοφορούν). Συν τοις άλλοις, κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης, του τοκετού και της λοχείας υφίστανται ορμονικές αλλαγές που τις προετοιμάζουν, έτσι ώστε να «μάθουν» γρήγορα πώς να γίνουν μητέρες. Ομως, όλοι οι άνθρωποι μπορούν να γίνουν γονείς και το να είσαι μητέρα δεν ορίζεται αποκλειστικά από το αν έχεις γεννήσει.
Οι λειτουργικές αλλαγές του εγκεφάλου είναι παρόμοιες σε βιολογικούς γονείς και υιοθετούντες. Η γονεϊκότητα βασίζεται κυρίως στην εμπειρία, στη μάθηση, στην αγάπη και στην ευθύνη.
– Στο βιβλίο σας αναφέρεστε και στο πώς βιώνουν οι γυναίκες μια πιθανή απώλεια κύησης.
– Ναι, γιατί μία από τις δυσκολότερες και πιο επώδυνες πτυχές της διαχείρισης μιας αποβολής είναι το ταμπού που την περιβάλλει. Σπάνια μια γυναίκα θα μιλήσει γι’ αυτό και αν το κάνει, σίγουρα κάποιος θα βρεθεί να της πει: «Μπορείς σύντομα να ξαναπροσπαθήσεις». Οι γυναίκες υποφέρουν βουβά. Δεν έχουν καν τη δυνατότητα να πενθήσουν τα μωρά τους που γεννήθηκαν νεκρά. Συνήθως δεν γίνεται κηδεία και το σώμα τους, για πολλές εβδομάδες, τους θυμίζει την «αποτυχημένη» εγκυμοσύνη. Ισως είναι ένα θέμα υπερβολικά επώδυνο για να το θίξουμε· ίσως απλώς δεν ξέρουμε τι να πούμε. Ξέρουμε, πάντως, ότι πρέπει κανείς να έχει τον χρόνο να πενθήσει για κάθε απώλεια. Είναι αναγκαίο για να τη «μεταβολίσει» και να την ξεπεράσει. Σύμφωνα με πρόσφατη έρευνα, τον πρώτο μήνα έπειτα από μια αποβολή το 29% των γυναικών βρισκόταν σε κατάσταση έντονου μετατραυματικού στρες, ενώ εννέα μήνες αργότερα το 18% παρουσίαζε ακόμη συμπτώματα.
– Ταμπού παραμένει και η επιλόχειος κατάθλιψη;
– Ο δρ Ζακ Νταγιάν, ο πρώτος ψυχίατρος με ειδίκευση στην περιγεννητική περίοδο στη Γαλλία, ξεκινάει το βιβλίο του «Η μελαγχολία της μητρότητας» με το εξής: «Η εγκυμοσύνη και η μητρότητα είναι συχνά προνομιακές περίοδοι πληρότητας και χαράς. Ωστόσο, η εξιδανίκευσή τους από την κοινωνία ενδέχεται να οδηγήσει σε άρνηση των δυσκολιών, τις οποίες μπορεί να αντιμετωπίσει κάθε εγκυμονούσα ή λεχώνα». Αυτή είναι η πραγματικότητα. Αναμετριόμαστε όλες με το κοινωνικό αφήγημα της εξιδανικευμένης μητρότητας και τον μύθο της τέλειας μητέρας. Με την ευκαιρία θα ήθελα να αναφέρω ορισμένους παράγοντες κινδύνου για την ανάπτυξη επιλοχείου κατάθλιψης: το ιστορικό κατάθλιψης ή άγχους, το στρες, την ενδοοικογενειακή βία, την έλλειψη κοινωνικής υποστήριξης, το χαμηλό οικογενειακό εισόδημα, άλλα προβλήματα υγείας, τη διακοπή της αντικαταθλιπτικής αγωγής, καθώς και συγκεκριμένους βιολογικούς παράγοντες. Χρειάζεται περισσότερη έρευνα για το «νοητικό φορτίο» της μητρότητας και την επίδρασή του στην ψυχική υγεία.

– Πώς ξεκίνησε το ενδιαφέρον σας για τον εγκέφαλο των μητέρων;
– Ανέκαθεν με ενδιέφερε πώς λειτουργούν οι άνθρωποι και τα ζώα, ιδιαίτερα οι μητέρες και τα μωρά. Μεγάλωσα σε ένα μικρό αγρόκτημα όπου εκτρέφαμε πολλά είδη ζώων –εγώ λάτρευα τα κουνέλια μου, ενώ η μητέρα μου είχε αδυναμία στις κότες της– και αυτές οι εμπειρίες με επηρέασαν καθοριστικά. Αργότερα, μέσα από την επιστημονική μου διαδρομή άρχισα να εστιάζω στη σχέση εγκεφάλου, συμπεριφοράς και ορμονών.
– Τελικά υπάρχει πράγματι το περίφημο «μητρικό φίλτρο»;
– Αν με αυτό εννοούμε ότι μια γυναίκα ξέρει ακριβώς τι πρέπει να κάνει όταν αποκτά ένα μωρό, όχι. Στην πραγματικότητα, δεν ξέρει. Οπως έχει εξηγήσει η δρ Αλισον Φλέμινγκ, πρωτοπόρος στο πεδίο της έρευνας για τον μητρικό εγκέφαλο, όλα εξαρτώνται από την εμπειρία που αποκτά και την αλληλεπίδραση με το παιδί της. Υπάρχουν πολλοί τρόποι με τους οποίους μια γυναίκα παρέχει μητρική φροντίδα. Οταν γεννάει, δεν πατιέται αυτόματα κάποιος διακόπτης ώστε να μαθαίνει μεμιάς τα πάντα. Η μητρότητα είναι μια διαρκής διαδικασία δοκιμής και λάθους.

