Σαρκασμός, εξυπνακισμός, θεατρινίστικη υπεροψία, είναι υλικά ενός κοκτέιλ υπονόμευσης που σερβίρουν όπου βρουν ακροατήριο τα μέλη μιας παρέας (τα στοιχεία ταυτότητάς της γνωστά στον υπογράφοντα). Αυτοί οι τύποι καραδοκούν. Επενδύοντας στο σοβαρό ύφος, με πειστική δόση μελαγχολίας, πλάθουν ψεύδη υψηλοφώνως συζητώντας με πάθος. Δείγμα: «Κυκλοφόρησε το βιβλίο του νομπελίστα Μάρκους Οπενχάιμερ “Παγκοσμιοποίηση και μισαλλοδοξία”. Τα εξηγεί όλα. Για αληθινά ψαγμένους». H μπαρουφολογία διεισδύει παντού: «Ετοιμάζουν νόμο για την υποχρεωτική στράτευση γυναικών στο πλαίσιο της ισότητας. Πάντως, ο Πάνος μού είπε ότι θα υπηρετούν λιγότερους μήνες». Κατά κανόνα αυτά τα στεριανά παραγάδια επιβραβεύονται με σχόλια απορίας και ενδιαφέροντος από τους πέριξ: «Ακουσες τους δίπλα; Λες;».
Στην παγίδα πέφτουν οι διψασμένοι για κάθε είδους πληροφόρηση, κυρίως οι επενδύοντες στον ξερολισμό, όσοι αγνοούν το ρήμα «αγνοώ». Συχνά είναι το περιτύλιγμα, από τα φαιδρά έως τα σοβαρά, που ντύνει και γδύνει τις αλήθειες και τα αβάσιμα. Οσοι δεν το διαβάσατε, μη το αμελήσετε. Το κείμενο του Παντελή Μπουκάλα (φύλλο Κυριακής 13/12 στην «Κ»), όπου περιγράφεται «το πείραμα της Ολλανδίας». Δύο κωμικοί –εξ ορισμού υποδεέστερης αποδοχής του ημέτερου Λάκη– κρατώντας τη Βίβλο, καμουφλάροντάς την με εξώφυλλο Κορανίου, βγήκαν στην αγορά. Διαβάζοντας στους περαστικούς «ακραία» χωρία από την Παλαιά και την Καινή Διαθήκη ζητούσαν τη γνώμη τους: «Φρίκη, αλλά δεν περιμέναμε κάτι καλύτερο από το Κοράνι». Ωστόσο μετά την αποκάλυψη της αλήθειας, και αυτό είναι δείγμα του Δυτικού πολιτισμού, και οι δύο συνέχιζαν χωρίς παρατράγουδα την ανάρμοστη φάρσα τους – περαιτέρω ύποπτη λόγω των ημερών.
«…Διότι υπώπτευεν, ήξευρε και ησθάνετο ότι ο Γιωργής έτρεφε παιδικόν αίσθημα προς την Αρχόντω… Τότε συνεκινήθη η γραία και εφοβήθη». Την πάτησα και ελπίζω, για ψυχολογικούς λόγους, να λαθέψουν και πολλοί άλλοι από την παλαιά φρουρά αναγνωστών. Θα στοιχημάτιζα-οίηση; – ότι το παραπάνω απόσπασμα είναι από διήγημα του Γεωργίου Βιζυηνού. Αμ δε. Οι αράδες ανήκουν στο «Ερως-Ηρως» του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη, κεντρικού φιλολογικού και ατμοσφαιρικού επισκέπτη των Αγιων ημερών. Δύσκολα θα βρείτε κάποιον, σοβαροφανών μη εξαιρουμένων, ειδικά Χριστούγεννα και Πάσχα, που να μη δηλώνει αφοσιωμένος φίλος των γραπτών του. Πλην εκπροσώπων των νεότερων γενιών που δεν ντρέπονται να πουν, ανακαλώντας την εμπειρία των θρανίων: δυσκολονόητα, πολλές άγνωστες λέξεις, βαρετά. Κι ο ίδιος ήταν μονήρης, «διά Χριστόν σαλός», απαράσκευος για τη ροή του κόσμου. Αντιγράφω από «Το σκοτεινό τρυγόνι» του Χριστόφορου Λιοντάκη. Οταν ο ευεργέτης Ανδρέας Συγγρός τον συναντά στον δρόμο, τον εκλαμβάνει για ζητιάνο και απορεί: «Για δείτε, εδώ στην Ελλάδα ως και οι επαίται, mon cher, φέρνουνε μπαστούνια». Ολο και σε κάποια κουβέντα για τον Παπαδιαμάντη θα πέσουμε…

