Κακώς οι μαθητές αποχαιρετώντας τα θρανία αγνοούν το πέρασμα της Βίλμα Ρούντολφ από τη Γη. Μαύρη Αμερικανίδα σε χρόνια πολύ σκοτεινά για το χρώμα της, είχε 21 αδέλφια. Δεν ήταν η φτώχεια το μοναδικό πρόβλημά της. Διαγνώσθηκε από νήπιο με πολιομυελίτιδα. Οι γιατροί έδιναν λίγες ελπίδες να περπατήσει. Αλλά η Βίλμα προικίστηκε με ένα χάρισμα –δώρο Θεού άραγε;– που παραλύει τη λογική. Η ψυχή της κινούσε όρη. Αρχισε να τρέχει σαν τον άνεμο. Η ψηλόλιγνη Βίλμα δεν ήταν ούτε 20 χρόνων όταν αγωνίστηκε στους Ολυμπιακούς Αγώνες της Ρώμης, το 1960. Χρυσό στα 100 και 200 μέτρα, χρυσό, χάρη σ’ αυτήν, η ομάδα σκυταλοδρομίας 4×100 των ΗΠΑ. Εκεί βαφτίστηκε από αναρίθμητους αναδόχους «μαύρη γαζέλα» κι έτσι πέρασε στην αιωνιότητα. Στους ίδιους Αγώνες ο Αιθίοπας Αμπέμπε Μπικίλα έγινε ο πρώτος μαύρος Αφρικανός που κέρδισε μαραθώνιο. Μάλιστα, επειδή τον στένευαν τα παπούτσια βρέθηκε στην αφετηρία ξυπόλυτος. Τα ειρωνικά βλέμματα και σχόλια των συναθλητών θα λύγιζαν τον καθένα. Ο γιος τού επίσης ξυπόλυτου βοσκού όμως δεν μάσησε και οι χλευαστές είδαν την πλάτη του. Ο Μπικίλα θριάμβευσε και στους Αγώνες του Τόκιο, 1964. Οι υπερόπτες ούτε εκεί τον υπολόγιζαν, αυτή τη φορά επειδή ο Αμπέμπε φορούσε παπούτσια.
Τα ρεκόρ έρχονται για να παρέρχονται. Ελάχιστοι αθλητές κατέκτησαν καθολική αναγνώριση, αντλώντας από το φιλοθεάμον κοινό αισθήματα δέους, πρωτίστως για τα ψυχικά τους αποθέματα. Ενας από αυτούς ήταν ο Οσκαρ Πιστόριους. Χτυπημένος εκ γενετής από μια σπανιότατη ανωμαλία, υπέστη ακρωτηριασμό των άκρων του, κάτω από τα γόνατα. Εντασσόμενος στην κατηγορία των ατόμων με ειδικές δεξιότητες, στηρίχθηκε κι αυτός στις αστείρευτες εσωτερικές του δυνάμεις. Με τεχνητά μέλη, έγινε ο πιο γρήγορος άνθρωπος χωρίς πόδια. Σαρώνοντας τα μετάλλια και στους καλούμενους Παραολυμπιακούς Αγώνες (Αθήνα 2004, Πεκίνο 2008) ο πάμπλουτος πια Νοτιοαφρικανός πραγματοποιεί το μεγάλο άλμα. Ωθούμενος και από την ετυμηγορία του Διεθνούς Αθλητικού Δικαστηρίου, δοκιμάζει τα όρια ευαισθησίας και αλτρουιστικής αντοχής των αρτιμελών αθλητών. Ετσι, στους Αγώνες του Λονδίνου (2012) φθάνει έως τον ημιτελικό των 200 μ. Για τους καλοπροαίρετους ήταν μια, σε υπέρτατο βαθμό, δικαίωση της ακούσιας ιδιαιτερότητας. Για τους καχύποπτους ο Οσκαρ χρησίμευσε ως επικοινωνιακή ατραξιόν, ένα είδωλο ισονομίας με τα ιερά τέρατα του στίβου. Η συνέχεια γνωστή. Ο Πιστόριους, ίνδαλμα ψυχικής ισχύος, ενίσχυσε με τραγικό τρόπο την άποψη ότι η κακιά ώρα ενοικεί στον καθένα. Παραλληλία: Από τη μία η δημοσίως διατρανωμένη συγκίνηση όλων μας από τη δύναμη ζωής ατόμων με ειδικές δεξιότητες κι από την άλλη πολλοί «από όλους μας» να οικτίρουν με καταιγιστική αδιακρισία και με γυάλινες ματιές άτομα με ειδικές δεξιότητες. Ανάπηροι και συνοδοί τους έχουν τεκμηριωμένη άποψη. Κατά συνθήκην ευαισθησία και υποκρισία ενοικούν στον καθένα.

