Ο Ομηρος, η Ελένη, ο Οδυσσέας

5' 24" χρόνος ανάγνωσης
Φόρτωση Text-to-Speech...

Για καμιά μορφή της αρχαιότητας, ιστορική ή μυθική, δεν κληρονομήσαμε μία και μόνη αφήγηση, ούτε μία και μόνη αξιολόγηση. Δίπλα σε όσες διηγήσεις επιβλήθηκαν σαν κανονικές, με τη ρυθμιστική διαμεσολάβηση συστημάτων ειδικευμένων στην κατασκευή δογμάτων και «αληθειών», έζησαν στη σκιά γουστόζικες αντισυμβατικές ιστοριούλες. Μια στο τόσο χαίρονταν το φως και ξανάπεφταν στην αφάνεια.

Μάθαμε, λ.χ., να τιμούμε την Πηνελόπη σαν σύζυγο που αντέταξε τον βράχο της πίστης της και την υφαντική πονηρία στους πολιορκητές της, μια «ετυμολογική/ερμηνευτική» παράδοση εντούτοις τη θέλει να δίνεται μία των ημερών, απαυδισμένη, εις πάντας τους μνηστήρας. Και εγεννήθη ο τραγόμορφος Παν. Για τον Οδυσσέα διδασκόμαστε πως ήταν γιος του Λαέρτη και της Αντίκλειας. Μόνο που ο κριτικότατος Ευριπίδης, αποφασισμένος «αναθεωρητής», επιμένει στην «Ιφιγένεια την εν Αυλίδι» να τον αποκαλεί «νόθα σπορά του Σίσυφου». Και τον εικονίζει σαν αρχομανή πρωτομάστορα των σκευωριών παρά σαν επιβιωτικά εφευρετικό και φιλάλληλα πανούργο.

Ποιος ο μύθος μέσα στον μύθο; Δύο από τους διασημότερους παμπόνηρους, ο Σίσυφος και ο Αυτόλυκος, γιος του παμπονηρότατου Ερμή και πατέρας της Αντίκλειας, βρέθηκαν αντίπαλοι. Ο Αυτόλυκος, εξοπλισμένος με τα πατρικά γονίδια της απάτης, βάλθηκε να αρπάζει γελάδια του Σίσυφου, που έβοσκαν μεταξύ Παρνασσού και Ισθμού. Τον μυρίστηκε ο Σίσυφος, όμως ο άρπαγας ξεγλιστρούσε συνεχώς. Τη λύση την έδωσε η γραφή, όπως λέει στα «Στρατηγήματα» ο Πολύαινος, Μακεδόνας ρήτορας του 2ου αιώνα μ.Χ.:

«Είδε κι απόειδε ο Σίσυφος να του κλέβει και να του ξανακλέβει τα βόδια ο Αυτόλυκος, ώσπου έλιωσε μολύβι, το έχυσε στην οπλή των ζωντανών του και πάνω του χάραξε γράμματα που σχημάτιζαν στο χώμα το αποτύπωμα: “Με έκλεψε ο Αυτόλυκος”. Ο κλέφτης κατάφερε να απομακρύνει τη νύχτα τα βόδια, ο Σίσυφος όμως την άλλη μέρα έδειξε στους γείτονές του γεωργούς τα ίχνη των βοδιών, που μαρτυρούσαν πως την κλοπή την είχε διαπράξει ο Αυτόλυκος».

Πώς θα αποκτούσε λοιπόν ο άρχοντας του Παρνασσού έναν εγγονό πρωταθλητή της πανουργίας; Μα αν έσμιγε λαθραία με την κόρη του την Αντίκλεια αυτός που είχε καταφέρει να τον νικήσει στην πονηριά: ο Σίσυφος. Και πήρε τα μέτρα του, διευκολύνοντας την ερωτική συνεύρεση των δύο νέων, με τη βασιλοπούλα μάλιστα να μην αντιλαμβάνεται καν ότι απιστεί στον μέλλοντα σύζυγό της. Τυπικά, πατέρας του πολυμήχανου Οδυσσέα ήταν ο Λαέρτης, άνθρωπος καλοσυνάτος. Γονιδιακά, ο Σίσυφος.

Σύμφωνα όμως με όσα καταγράφει ο παραδοξογράφος Πτολεμαίος Χέννος, Αλεξανδρινός γραμματικός του 2ου αιώνα μ.Χ., ο Ομηρος δεν υπήρξε θύμα λογοκλοπής αλλά θύτης. Εκλεψε (ή μιμήθηκε) την ποίηση δύο γυναικών, η μία από τις οποίες μάλιστα ήταν η μοιραία Ελένη, κόρη του Μουσαίου του Αθηναίου.

Αν ο Αυτόλυκος «αμάρτησε για το εγγόνι του», κάποια άλλη «αντικανονική» διήγηση εμφανίζει τον Ομηρο να αμαρτάνει για τη δόξα. Στον ψευδοηροδότειο Βίο του Ομήρου, ο πατριάρχης της ποίησης, που «εβιότευε» (δηλ. βιοποριζόταν) στις μικρασιατικές πόλεις τραγουδώντας τα έπη του, πέφτει θύμα του λογοκλόπου Θεστορίδη, ενός κακόψυχου γραμματοδιδάσκαλου, που πέρασε στη Χίο παριστάνοντας τον επικό ποιητή με ξένα κόλλυβα και κλεμμένους στίχους. Τον κυνήγησε ο Ομηρος, περνώντας επίσης στη Χίο, για να ταυτιστεί έτσι η ζωή του με το νησί, όπου υπάρχει ακόμα η περίφημη Δασκαλόπετρα. Σύμφωνα όμως με όσα καταγράφει ο παραδοξογράφος Πτολεμαίος Χέννος, Αλεξανδρινός γραμματικός του 2ου αιώνα μ.Χ., ο Ομηρος δεν υπήρξε θύμα λογοκλοπής αλλά θύτης. Εκλεψε (ή μιμήθηκε) την ποίηση δύο γυναικών, η μία από τις οποίες μάλιστα ήταν η μοιραία Ελένη, «η τον Ιλιακόν συγγραψαμένη πόλεμον, Μουσαίου του Αθηναίου θυγάτηρ γενομένη· παρ’ ης και Ομηρον λέγεται λαβείν την υπόθεσιν». Η Ελένη δηλαδή, κόρη του Μουσαίου του Αθηναίου, συνέγραψε τον «Τρωικό πόλεμο» και από αυτήν λέγεται ότι πήρε την υπόθεση ο Oμηρος.

Στη δεύτερη παράδοξη ιστορία του Πτολεμαίου Χέννου, αντί τού «λέγεται» υπάρχει το ισοδύναμο «φασί»: «Κάποια Φαντασία από τη Μέμφιδα, θυγατέρα του Νίκαρχου, συνέγραψε πριν από τον Ομηρο τον “Τρωικό πόλεμο” καθώς και τη διήγηση της “Οδύσσειας”. Oπως λεγόταν, τα βιβλία της φυλάσσονταν στη Μέμφιδα. Πέρασε από εκεί ο Oμηρος, πήρε αντίγραφά τους από τον ιερογραμματέα Φανίτη και, βασισμένος σ’ αυτά, συνέγραψε τα δικά του».

Τον μύθο για την Ελένη τον μνημονεύει και ο Ισοκράτης, στο «Ελένης εγκώμιον»: «Κάποιοι Ομηρίδες λένε ότι μια νύχτα παρουσιάστηκε η Ελένη στον Ομηρο και τον πρόσταξε να συνθέσει ποίημα για όσους εκστράτευσαν κατά της Τροίας, γιατί ήθελε να καταστήσει τον θάνατό τους περισσότερο ζηλευτό από τη ζωή των απόλεμων. Και λένε μάλιστα πως η ομηρική ποίηση έγινε τόσο χαριτωμένη και τόσο ονομαστή στους πάντες μόνο κατά ένα μέρος χάρη στην τέχνη του Ομήρου, πρωτίστως δε χάρη στην ίδια την Ελένη».

«Πεντάλεκτρος» μυθολογήθηκε η Ελένη. Σύζυγοί της ο Θησέας (ο πρώτος απαγωγέας της, όταν ήταν κοριτσάκι άπραγο), ο Μενέλαος, ο Πάρης, ο αδελφός του ο Δηίφοβος και, μεταθανάτια, ο Αχιλλέας. «Πώς θα μπορούσε ο Ομηρος να ιδεί / τον γυρισμό τους, τα μακρά γαμήλια χρόνια; / Δεν θα σας πει πώς η λευκή Ελένη το ‘να παιδί / γεννάει πίσω απ’ τ’ άλλο, μια στρίγγλα γίνεται / στεγνή από αρετή. Κι ο Μενέλαος ο τολμηρός / ένας πολυλογάς που κούρσευε Τροίες εκατό / σε γεύμα και δείπνο ανάμεσα. Κι όσο πιο κουφός αυτός / τόσο στρίγγλιζ’ η χρυσή φωνή της. Και γέρασαν κι οι δυο», γράφει στο γυμνά ρεαλιστικό ποίημα «Μενέλαος και Ελένη (ΙΙ)» ο Ρούπερτ Μπρουκ (1887-1915), που πέθανε κατά τον Α΄ Παγκόσμιο, από τσίμπημα μολυσμένου κουνουπιού σε γαλλικό πλωτό νοσοκομείο αγκυροβολημένο στη Σκύρο, όπου και ενταφιάστηκε (βλ. «Rupert Brooke, ένας Αγγλος ποιητής στην Σκύρο», μτφρ. Κώστας Ιωάννου, Πνευματικό Κέντρο Δήμου Σκύρου, 1998). Σε μία από τις λογοτεχνικά απαιτητικότερες και ευτυχέστερες αναπραγματεύσεις του μεταοδυσσειακού Οδυσσέα πάντως, στη μονόσιγμη «Οδύσεια» του Νίκου Καζαντζάκη, ο πορθητής της Τροίας, αφού ξεπάστρεψε τους μνηστήρες, «πλαντούσε μέσα στο μικρό του νησί· δε χωρούσε πια στη γυναίκα, στο γιο, στους παλιούς θεούς του, στην πατρίδα». Αποφάσισε λοιπόν ν’ αρμενίσει στο «στερνό του, το αγύριστο ταξίδι», όπως γράφει ο ποιητής. Για να γνωρίσει κι άλλων ανθρώπων τον «νόον» και όχι υπακούοντας στη συμβουλή του Τειρεσία, στην ομηρική Νέκυια, να φορτωθεί ένα κουπί, να βγει στον κόσμο και να ξαναστήσει τη ζωή του εκεί όπου οι ντόπιοι, που δεν ξέρουν από θάλασσα, θα περάσουν το κουπί για λιχνιστήρι.

Διάλεξε συντρόφους, «ψυχές γενναίες και λεύτερες», και ξανοίχτηκε στο πέλαγο. Στη Σπάρτη γλίτωσε τον Μενέλαο από τη λαϊκή ανταρσία και κατόπιν «άρπαξε την Ελένη, που πλαντούσε κι αυτή μέσα στη νέα ασήμαντη καθημερινή ζωή, κι έφυγε μαζί της». Δεν μάκρυνε όμως ο κοινός βίος τους. Στον επόμενο σταθμό, στην παρακμιακή Κρήτη, «οι βάρβαροι κι οι σκλάβοι, έχοντας τώρα το νέο όπλο, το Σίδερο, συνωμοτούν να ρίξουν το γερο-βασιλιά Ιδομενέα, κι ο Οδυσσέας γίνεται αρχηγός τους». Εξολοθρεύουν τον βασιλιά και τους «σαπημένους αρχόντους», η Ελένη όμως «δένει έρωτα μ’ ένα ξανθό βάρβαρο» κι ο Οδυσσέας απλώνει πάλι πανιά. Εις τους αιώνας των αιώνων.

comment-below Λάβετε μέρος στη συζήτηση 0 Εγγραφείτε για να διαβάσετε τα σχόλια ή
βρείτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει για να σχολιάσετε.
Για να σχολιάσετε, επιλέξτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει. Παρακαλούμε σχολιάστε με σεβασμό προς την δημοσιογραφική ομάδα και την κοινότητα της «Κ».
Σχολιάζοντας συμφωνείτε με τους όρους χρήσης.
Εγγραφή Συνδρομή

Editor’s Pick

ΤΙ ΔΙΑΒΑΖΟΥΝ ΟΙ ΣΥΝΔΡΟΜΗΤΕΣ

MHT