Τι είχε πει ο Χέλμουτ Κολ στον Ευριπίδη Στυλιανίδη; Δυστυχώς η περιέλευσή του στην ύπτια ανθρωπότητα δεν θα μας επιτρέψει να μάθουμε αν ο πρώην καγκελάριος θυμόταν τη συνάντηση, όπως τη θυμήθηκε και την εξιστόρησε από το βήμα της Βουλής ο εισηγητής της πλειοψηφίας στη συνταγματική αναθεώρηση.

Αυτές οι παραπολιτικές παρεκκλίσεις ήταν και το πιο ενδιαφέρον μέρος της συζήτησης που, παρά τη σημασία της, δεν απασχόλησε ποτέ σοβαρά ούτε το Κοινοβούλιο ούτε την κοινωνία. Η Ν.Δ. κατηγορεί την αντιπολίτευση και κυρίως το ΠΑΣΟΚ ότι δεν έστερξε να δώσει συναίνεση ούτε καν για την αναθεώρηση εκείνων των άρθρων με την αλλαγή των οποίων συμφωνεί. Το ΠΑΣΟΚ απαντά ότι δεν μπορούσε να δώσει λευκή επιταγή στη Ν.Δ. για να αλλάξει μόνη της το Σύνταγμα στην επόμενη Βουλή (ομολογώντας έτσι σιωπηρά και το ποια είναι η δική του πρόγνωση για τη σύνθεσή της).
Δεν στάθμισε, όμως, μόνο η αξιωματική αντιπολίτευση την ψήφο της στη ζυγαριά της πολιτικής σκοπιμότητας. Η εργαλειοποίηση της διαδικασίας ομολογείται εμμέσως και από την απόσυρση του ασυμβίβαστου βουλευτή – υπουργού, που είχε επιστρατευτεί βιαστικά, σαν κυβερνητικός αντιπερισπασμός στον ΟΠΕΚΕΠΕ. Ακόμη και ο ορισμός του Στυλιανίδη στη θέση του εισηγητή ήταν προϊόν εσωκομματικού υπολογισμού από την πλευρά του Μαξίμου, που χρησιμοποίησε την αναθεώρηση σαν ευκαιρία παράπλευρου εσωκομματικού κατευνασμού. Ή μήπως δεν ήταν προϊόν προσωπικής στρατηγικής το μόνο «παρών» που έσπασε τη γραμμή της κυβερνητικής πλειοψηφίας (για τη θητεία του Προέδρου);
Εχει αποτύχει η συνταγματική αναθεώρηση;
Απότοκο βραχυπρόθεσμων επιδιώξεων ήταν και το ίδιο το περιεχόμενο της αναθεωρητικής πρότασης. Οποιος είχε την υπομονή να παρακολουθήσει τη σχετική επιτροπή της Βουλής, θα άκουσε τον εισηγητή Στυλιανίδη να εξηγεί ότι η Ν.Δ. εκόμισε «ταυτοτικές διατάξεις» που «διαμορφώνουν το Πολιτιστικό Σύνταγμα της Ελλάδας, προστατεύοντας τον σκληρό αξιακό πυρήνα της εθνικής και πολιτιστικής μας ταυτότητας». Εννοούσε τις προτάσεις για συνταγματική κατοχύρωση της προστασίας της ελληνικής γλώσσας και της ελληνικής σημαίας. Πρόκειται για προσθήκες χωρίς κανονιστικό νόημα – μόνο διακηρύξεις για την επούλωση των «ταυτοτικών» πληγών της Ν.Δ., που έχει ανάγκη να συσπειρώσει το παραδοσιακό της ακροατήριο ενόψει εκλογών.
Λένε ότι η αναθεώρηση απέτυχε. Ομως είναι νωρίς για να την κλάψουμε. Υπάρχει τουλάχιστον ένας κατασταλαγμένος κατάλογος αναθεωρητέων άρθρων, κάποια από τα οποία –το 16 για τα πανεπιστήμια, το 86 για την ποινική ευθύνη των υπουργών, το 90 για την επιλογή της ηγεσίας της Δικαιοσύνης– μπορούν ακόμη να αλλάξουν επί των κοινών τόπων που έχουν διαμορφώσει οι δυνάμεις του δημοκρατικού τόξου.
Το ερώτημα είναι αν αυτές οι δυνάμεις θα έχουν πλειοψηφία 180 στην επόμενη Βουλή. Αν θα είναι καν εφικτός ο διάλογος μεταξύ τους στο καμίνι μιας συγκυρίας όπου θα ψάχνουμε κυβέρνηση. Ποιος θα έχει τότε την πολυτέλεια να διυλίσει το Σύνταγμα;

