«Κάθε καιρός κι ο Τρωικός του πόλεμος», αποφαίνεται η Μαρία Νεφέλη στο φερώνυμο έργο του Οδυσσέα Ελύτη, στην κατάληξη του ποιήματος «Ο Τρωικός πόλεμος». Το ελυτικό «οξύ κορίτσι», που αμφισβητεί και εναντιώνεται, έχει κατά νουν μάλλον τη σφαγή και τη λεηλασία μετά την εκπόρθηση του Ιλίου παρά τη δόξα και την αρετή των ηρώων. «Κάθε καιρός κι η Ελένη του», της απαντά ο Αντιφωνητής στο δικό του ποίημα, με τον αναπόφευκτο τίτλο «Η Ελένη».
Θα μπορούσαμε άραγε να εισβάλουμε απρόσκλητοι στον διάλογο που σκηνοθετεί ευφυώς ο Ελύτης για να πούμε «Κάθε καιρός κι ο Ομηρός» του; Πιθανόν. Αλλωστε δεν θα παραδοξολογούσαμε, ούτε καν θα πρωτοτυπούσαμε. Κάθε εποχή βλέπει στον Ομηρο ό,τι της επιτρέπουν να δει οι γνώσεις της (γραμματολογικές, ιστορικές, αρχαιολογικές, γεωγραφικές κ.ά.) και οι κυρίαρχες αντιλήψεις της για την τέχνη. Τον προσαρμόζουμε λοιπόν, άλλοτε σεβαστικά, άλλοτε βίαια, αυτός εντούτοις παραμένει ατάραχος. Και μέγας.
Εναν διαφορετικό Ομηρο ακούμε άλλωστε και μέσα από την εκάστοτε μετάφραση, γιατί και αυτή επικαθορίζεται από το γνωστικό και καλλιτεχνικό πεδίο του καιρού της. Δεν είναι ίδιος ο Ομηρος που ακούμε στη μετάφραση του Ιάκωβου Πολυλά ή του Αλέξανδρου Πάλλη με τον Ομηρο του μεταφραστικού ζεύγους Νίκος Καζαντζάκης – Ι. Θ. Κακριδής. Κι αυτός, με τη σειρά του, ως έμμετρος, δεν είναι ίδιος με τον Ομηρο του ελεύθερου στίχου, όπως αποδόθηκε κατ’ αρχάς από τον Δ. Ν. Μαρωνίτη, στη μεταφορά και των δύο επών στη νεοελληνική γλώσσα, και κατόπιν από τον Μανόλη Χατζηγιακουμή, που μετέφρασε την «Οδύσσεια». Οσες μεταφράσεις κι αν διαθέτουμε, δεν είναι ποτέ αρκετές. Οι πλέον δόκιμες κάθε εποχής, όσες αδιαφορούν για το παγιδευτικό ψευδοδίλημμα «φιλολογική ή λογοτεχνική μετάφραση;», είναι αυτές που θα προκαλέσουν τις αμέσως επόμενες, που ίσως αποδειχθούν καλύτερές τους.
Το Ομηρικό Ζήτημα είναι σχεδόν συνομήλικο των επών. Και δεν εξαντλείται στο αν είναι ένας ο ποιητής και των δύο επών ή υπήρξε κάποιος εξαίρετος τεχνίτης με το όνομα Ομηρος, εκεί στον 8ο αιώνα π.Χ., ο ποιητής της «Ιλιάδας», και ένας συνώνυμός του και πανάξιος συνεχιστής του, περίπου μια γενιά αργότερα, ο ποιητής της «Οδύσσειας». Οπως και να ‘χει, ο Ομηρος δεν είναι ένας απλός αοιδός, που αναμεταδίδει πιστά όσα είχε ήδη διαμορφώσει ο προ αυτού ανώνυμος ποιητικός λόγος, ούτε ένας απλός συρραφέας επεισοδιωδών αφηγήσεων. Πριν τα δημιουργήματά του διασκευαστούν αμέτρητες φορές και σε πολλές γλώσσες, για τις ανάγκες της λογοτεχνίας, του θεάτρου ή του κινηματογράφου, υπήρξε ο ίδιος ένας διασκευαστής και ανασυντάκτης της μυθολογικής παράδοσης, διδάσκοντας με το ελεύθερο πνεύμα του τους τραγωδούς, που διαχειρίστηκαν επίσης ελεύθερα και αυτοσχεδιαστικά τη μυθολογική ύλη που κληρονόμησαν.
Ο πατριάρχης της ποίησης, που δημιούργησε ένα εντελώς ανθρωπομορφικό θεϊκό σύνολο, δεχόμενος γι’ αυτή του την επιλογή, αργότερα, τους μύδρους του Ξενοφάνη του Κολοφώνιου, διάλεξε με προσοχή ποιους ήρωες θα δοξάσει και ποιους θ’ αφήσει στην αφάνεια. Σε ποιους δηλαδή θα αρνηθεί και την παραμικρή αναφορά, αδιαφορώντας για το γεγονός ότι η θέση τους στον Τρωικό κύκλο ήταν ήδη διακριτή. Πίσω από την «Οδύσσεια» υπήρξε ένα αριστουργηματικά επεξεργασμένο ποιητικό σχέδιο, που δεν θα μπορούσε να ευοδωθεί αν δεν το είχε προοικονομήσει η «Ιλιάδα».
Το Ομηρικό Ζήτημα είναι σχεδόν συνομήλικο των επών. Και δεν εξαντλείται στο αν είναι ένας ο ποιητής και των δύο επών ή υπήρξε κάποιος εξαίρετος τεχνίτης με το όνομα Ομηρος, εκεί στον 8ο αιώνα π.Χ., ο ποιητής της «Ιλιάδας», και ένας συνώνυμός του και πανάξιος συνεχιστής του, περίπου μια γενιά αργότερα, ο ποιητής της «Οδύσσειας».
Καθένα από τα δύο έπη εκβάλλει στο άλλο και το προϋποθέτει. Αν, αίφνης, στη Νέκυια της «Οδύσσειας» ο Οδυσσέας συναντούσε στον Κάτω Κόσμο και την ψυχή του Παλαμήδη, και άκουγε το δίκαιο κατηγορώ του με σκυμμένη την εγωιστική κεφαλή του, θα ήταν σαν ο ποιητής της «Οδύσσειας» να ήθελε να υπονομεύσει και να ανατρέψει τον ποιητή της «Ιλιάδας». Για να μην αποκαλυφθούν όμως οι πομπές του Ιθακήσιου βασιλιά, ο ήρωας από το Ναύπλιο παραμένει ανονόμαστος και αφανής και στα δύο έπη. Επειδή και τα δύο τα οργανώνει η ίδια ποιητική διάνοια, άσχετα αν ενδέχεται να κατοίκησε σε δύο κεφαλές.
Οι ευφάνταστοι, ανεκδοτολογικού χαρακτήρα «Βίοι» του Ομήρου που μας παρέδωσε η αρχαιότητα, και μάλιστα ως ψευδεπίγραφα έργα του Ηροδότου ή του Πλουτάρχου, έχουν τη χάρη τους, σαν προ μυθιστορήματος μυθιστορήματα, δεν βοηθούν όμως στη διευκρίνιση του προσώπου του ποιητή, στην ταύτισή του. Το ίδιο συμβαίνει με τα επιγράμματα, είτε στον ίδιο τον Ομηρο αποδίδονται (τα λεγόμενα «ομηρικά»), χωρίς όμως στοιχεία που να υποστηρίζουν την πατρότητά τους αυτή, είτε σε άλλους ποιητές, μεταγενέστερους εκείνου που, όπως λέει ο Πλάτων στην «Πολιτεία», «την Ελλάδα πεπαίδευκε». Και η Ελλάδα τον λάτρεψε. Και οι πόλεις της ανταγωνίστηκαν, διεκδικώντας η καθεμιά για λογαριασμό της το κλέος πως υπήρξε γενέτειρά του.
«Ο Πίνδαρος», διαβάζουμε στον δεύτερο ψευδοπλουτάρχειο «Βίο», «θέλει τον Oμηρο από τη Χίο και από τη Σμύρνη, ο Σιμωνίδης από τη Χίο, ο Αντίμαχος και ο Νίκανδρος από την Κολοφώνα, ο φιλόσοφος Αριστοτέλης από την Iο, ο ιστορικός Eφορος από την Κύμη. Κάποιοι δεν παρέλειψαν να πουν ότι κατάγεται από τη Σαλαμίνα της Κύπρου, κι άλλοι από το Aργος, ο Αρίσταρχος δε και ο Διονύσιος ο Θράκας τον θεωρούν Αθηναίο».
Ηδη στο παραπάνω απόσπασμα οι πιθανές γενέτειρες είναι οχτώ, και θα φτάσουμε τις δεκαοχτώ αν προσθέσουμε όλες όσες έχουν προταθεί από ποιητές και γραμματικούς. Μολαταύτα, συνήθως γίνεται λόγος για εφτά, ίσως επειδή ο αριθμός αυτός έχει παλαιόθεν μαγικό φορτίο. Και ο Ιωάννης Τζέτζης, Βυζαντινός λόγιος και λογοτέχνης του 12ου αιώνα μ.Χ., για εφτά καταγωγές μιλάει εμμέτρως, καταγωγές που αφορούν τόσο την πατρίδα του Ομήρου όσο και τον πατέρα του:
«Ο Ομηρος ο πάνσοφος, η θάλασσα των λόγων,/ πλην γέμουσα του νέκταρος, ουχ αλμυρών υδάτων,/ επτά πατρίδων λέγεται τυγχάνειν αμφιβόλων,/ επτά πατέρων γέννημα, και τούτων αμφιβόλων·/ λέγεται γαρ εκ των Θηβών υπάρχειν της Αιγύπτου,/ ετέροις Βαβυλώνιος, Χίος δοκεί τοις άλλοις,/ Ιήτης, Κολοφώνιος, Σμυρναίος, Αθηναίος,/ συ δε Σμυρναίον γίνωσκε τον Ομηρον υπάρχειν·/ επτά πατέρας λέγουσιν πάλιν υπάρχειν τούτου·/ οι μεν γαρ τούτου λέγουσιν πατέρα Μενεμάχην,/ Αιγύπτιον τυγχάνοντα ιερογραμματέα·/ οι δε πάλιν Δαήμονα, τινές δε Μασσασώραν,/ ανθρώπους άμφω ζήσαντας εμπορικόν τον βίον·/ Τηλέμαχον και Θάμυριν άλλοι ληρούσι πάλιν,/ άλλοις δε Μαίονος υιός και Υρνηθούς καλείται·/ οι πλέονες δε Μέλητος φασί και Κρηθηΐδος».
Τι παρατηρούμε εδώ; Οτι εκτός από τις ελληνικές πόλεις που απαριθμούνται ως πιθανές γενέτειρες, γίνεται λόγος για έναν Ομηρο είτε Βαβυλώνιο είτε Αιγύπτιο. Πριν σπεύσουμε να κηρύξουμε «ανθέλληνα» τον Τζέτζη, όπως κήρυξε ο Πλούταρχος τον Ηρόδοτο, ας σκεφτούμε μια στιγμή ότι η αρχαιοελληνική κληρονομιά δεν ταυτίζεται οπωσδήποτε με τα «κανονικά» αφηγήματα της εκπαίδευσης. Η «ανεπίσημη» ή «περιθωριακή» αρχαία γραμματεία είναι γεμάτη απίστευτες ιστορίες και παράδοξα. Κάποια από αυτά, πάντα ομηρικά, θα δούμε την επόμενη Κυριακή.

