Η επιστροφή του Αλέξη Τσίπρα δημιουργεί για τη Ν.Δ. μια ευνοϊκή αλλά και μια κάπως ιδιαίτερη πολιτική συνθήκη. Ευνοϊκή, γιατί επαναφέρει στο προσκήνιο ένα πεδίο σύγκρισης, το οποίο η κυβερνητική παράταξη δεν είχε μετά τις εκλογές του 2023 και την είσοδο του ΣΥΡΙΖΑ σε μια αυτοκαταστροφική περιδίνηση.
Η σύγκριση αυτή μάλιστα εξακολουθεί να ωφελεί τη Ν.Δ., καθώς παρά τη σημαντική φθορά της, η συνολική αποτίμηση των δύο κυβερνητικών περιόδων παραμένει θετική για τη Ν.Δ. (έστω και με μικρότερη διαφορά από ό,τι λίγα χρόνια πριν), ενώ ο Κυριάκος Μητσοτάκης διατηρεί προβάδισμα έναντι του Αλέξη Τσίπρα σε μια σειρά από ποιοτικούς δείκτες.
Αποτελεί, όμως, και μια παγίδα για τη Ν.Δ. Να την εγκλωβίσει στο να αντιπαρατίθεται με κάτι που δεν υπάρχει πια και που δεν αποτελεί φόβητρο, στον βαθμό τουλάχιστον που αποτελούσε παλαιότερα: τον Τσίπρα του 2015.
Εδώ και αρκετό καιρό ο πρώην πρωθυπουργός επιχειρεί να επανατοποθετηθεί στο πολιτικό τοπίο. Oχι πάντοτε επιτυχημένα, ούτε πάντα με συνέπεια. Σε κάθε περίπτωση όμως μακριά από τη ρητορική του 2015.
Ο κ. Τσίπρας επιδιώκει να προβληθεί ως ένας πιο ώριμος, πιο θεσμικός και πιο έμπειρος πλέον πολιτικός, επενδύοντας στο σημαντικότερο πλεονέκτημά του σε σχέση με τους υπόλοιπους πολιτικούς της αντιπολίτευσης, την πρωθυπουργική του εικόνα. Και επιχειρώντας παράλληλα να αναδειχθεί σε μια εναλλακτική κυβερνητική λύση, ανάγκη που η οργισμένη αντιπολίτευση δεν μπορεί να καλύψει.
Αυτό φυσικά δεν σημαίνει ότι τα όσα συνέβησαν το 2015 έχουν χάσει τη σημασία τους. Για τη χώρα αποτελούν ένα συλλογικό τραύμα. Για τον ίδιο τον Αλέξη Τσίπρα ήταν η περίοδος που σηματοδότησε όσο καμία άλλη την προσωπική του διαδρομή. Η πτήση στα τυφλά, η δραματική σύγκρουση με τους ευρωπαϊκούς θεσμούς, οι κλειστές τράπεζες, το δημοψήφισμα, η τελική αναδίπλωση, παραμένουν στοιχεία που καθορίζουν ακόμα την πολιτική του διαδρομή. Τίποτα από όσα προηγήθηκαν και ακολούθησαν δεν τον έχει καθορίσει όσο εκείνο το διάστημα. Εξ ου και η απόπειρα του προσωπικού του «rebranding» ξεκίνησε με την απόπειρα αναθεώρησης της περιόδου εκείνης μέσω του βιβλίου του.
Η Ν.Δ. έχει φυσικά κάθε λόγο να υπενθυμίζει όλα όσα συνέβησαν. Οχι μόνο γιατί αποτελούν μέρος της πρόσφατης πολιτικής ιστορίας της χώρας, αλλά γιατί υπογραμμίζουν το έλλειμμα πολιτικής αξιοπιστίας που έκτοτε –καλώς ή κακώς– βαραίνει τον κ. Τσίπρα.
Επιπλέον, τα γεγονότα εκείνης της περιόδου δεν σχετίζονται μόνο με τη Ν.Δ. και τα ανά περιόδους κόμματα του κ. Τσίπρα. Αφορούν και το ΠΑΣΟΚ, που ήταν το κόμμα που λοιδορήθηκε περισσότερο την «αντιμνημονιακή» περίοδο, αλλά και το κυοφορούμενο κόμμα Σαμαρά. Οσο και αν το μένος του σήμερα στρέφεται πρωτίστως κατά της Ν.Δ., η λογική στοιχειώδους αυτοπροστασίας του επιβάλλει να διαφοροποιείται στρατηγικά από τον μεγαλύτερο πολέμιο της πρωθυπουργίας του.
Για να έχει η Ν.Δ. κέρδη από μια συζήτηση για τα όσα συνέβησαν επί Τσίπρα –και ιδίως τα γεγονότα του 2015– πρέπει αυτή να αφορά το πραγματικό επίδικο.
Σήμερα κανένας –ούτε οι αυστηρότεροι επικριτές του κ. Τσίπρα– δεν θεωρούν πιθανό ότι μια νέα κυβέρνησή του θα οδηγήσει ξανά τα πράγματα σε οριακή κατάσταση, σε μια τυφλή σύγκρουση με την Ευρώπη και αμφισβήτηση του γεωπολιτικού προσανατολισμού μας. Μια πολιτική αντιπαράθεση που θα επικέντρωνε στο τι συνέβη τότε, θα θύμιζε περισσότερο ανακύκλωση του παρελθόντος παρά συζήτηση για το σήμερα.
Το ζητούμενο, επομένως, δεν είναι τόσο η υπενθύμιση των γεγονότων καθαυτών, αλλά η υπενθύμιση των συνθηκών και των πολιτικών λογικών που τα προκάλεσαν. Η ευκολία των υποσχέσεων. Η προχειρότητα των λύσεων. Η υποτίμηση των πραγματικών συσχετισμών. Οι ευκαιριακές συμμαχίες. Οι τακτικισμοί χωρίς στρατηγικό σχεδιασμό. Ο τυφλός φανατισμός και η τοξικότητα ως στοιχεία που στρεβλώνουν το τι πραγματικά συμβαίνει και διακυβεύεται.
Το μείζον είναι τι αποκαλύπτει εκείνη η περίοδος για τον τρόπο άσκησης της εξουσίας. Υπό την έννοια αυτή η Ν.Δ. δεν χρειάζεται να αποδομήσει τα πεπραγμένα του κ. Τσίπρα –που έχουν εξάλλου κριθεί σε τρεις εκλογές– αλλά να εστιάσει στα όποια στοιχεία πολιτικής θεωρεί ότι παραμένουν απαράλλακτα ή επαναλαμβάνονται και πώς οι λογικές αυτές θα μπορούσαν να αποδειχθούν επιζήμιες και στο μέλλον. Και να αντιδιαστείλει όλα αυτά με τα δικά της πεπραγμένα και χαρακτηριστικά.
Για να αποδώσει βέβαια η στρατηγική αυτή, υπάρχει μια βασική προϋπόθεση. Η δική της εικόνα να παραμένει, συγκριτικά τουλάχιστον, καλύτερη από εκείνη του κ. Τσίπρα και του κόμματός του. Αν αυτή η προϋπόθεση συντρέχει, η συζήτηση για τα διδάγματα του παρελθόντος θα εξακολουθεί να αποτελεί πλεονέκτημα. Αν η δική της εικόνα αποδυναμωθεί περαιτέρω, καμία παραπομπή στο παρελθόν δεν θα είναι αποδοτική.
*O κ. Ευτύχης Βαρδουλάκης είναι σύμβουλος στρατηγικής και επικοινωνίας.

