Δεν υπάρχει ισχυρότερο πειστήριο για την ελληνικότητα της «Οδύσσειας» του Νόλαν από το τέλος της. (Οποιος δεν έχει δει ακόμη την ταινία και φαντάζεται ότι τον περιμένει κανένα συνταρακτικό φινάλε, ας πηδήξει στη δεύτερη παράγραφο.) Υστερα από τόσα αίματα και θαλασσοδαρμούς, ο ηρωικός μπαμπάς και η τρισεύγενη μαμά αφήνουν το «μαγαζί» στον γιο, που έχει πια ψηθεί στη δουλειά, και πάνε κρουαζιέρα για να απολαύσουν τη συνταξιοδότησή τους. Μπορούσε να φανταστεί κανείς ελληνοπρεπέστερη κατάληξη, από την επίδειξη τέτοιας φροντίδας για το (ενήλικο) παιδί;
Η περιγραφή είναι βέβαια πολύ πεζή για να συλλάβει τις υψηλές αξιώσεις της υπερπαραγωγής του Νόλαν. Είναι όμως εξίσου επίπεδη με την καχυποψία εκείνων που άρχισαν να αναζητούν στο φιλμ ιερόσυλες παραχαράξεις του αυθεντικού έπους, προτού καν αρχίσει να προβάλλεται.
Κάθε απόπειρα ανάγνωσης ενός κειμένου 2.700 ετών είναι ήδη μια διασκευή. Δεν υπάρχει τρόπος να το προσπελάσεις, αν δεν του ασκήσεις ερμηνευτική βία. (Το ίδιο θα μπορούσε να ισχυριστεί κανείς για όλα τα έργα λόγου. Ούτε καν οι Γραφές, που θεωρούνται θεόπνευστες, δεν είναι στατικές. Τις τανύζουν –και τις παραβιάζουν με τις θεολογικές τους αυθαιρεσίες– πρώτοι οι κήρυκές τους.)
Ο Νόλαν διάβασε –δηλαδή ανέπλασε– τον Ομηρο σε δύο επίπεδα. Το πρώτο είναι η κινηματογραφική αναπαράσταση της μυθικής δράσης. Η άλωση της Τροίας όπως τη βίωσαν δι’ ακοής οι πορθητές της, πακτωμένοι μέσα στο κύτος του Δούρειου Ιππου· η ανθρωποφαγία στη σπηλιά του Πολύφημου· η Κίρκη σαν υπερφυσική μαμή, που εκμαιεύει κυριολεκτικά με τα χέρια την κτηνώδη φύση των συντρόφων μέσα από τα σπλάχνα τους. Σε αυτές τις σκηνές, ο μέγας εικονοποιός θριαμβεύει. Είναι τέτοια η ένταση της φαντασμαγορίας, που εξαντλεί τον θεατή. Δεν αντέχει, στο τέλος, άλλο καταιγισμό εικόνων. Το κουρασμένο βλέμμα του ζητάει Ιθάκη.
Αλλά ο μαέστρος δεν ήθελε να σταματήσει στο action movie. Ηθελε και δεύτερο επιπεδο. Ηθελε να δώσει και στον ήρωά του μια εσωτερικότητα. Γι’ αυτό δεν τον έπλασε μόνο σαν αρχαϊκό Batman, που εξολοθρεύει τους κακούς χωρίς να τον βρίσκουν ποτέ τα βέλη τους. Τον έκανε και μαλακοευαίσθητο, γεμάτο ενοχές για τα πολεμικά του κρίματα και οικουμενικές αγωνίες, για το πού πάει αυτός ο κόσμος. Ο Οδυσσέας του Νόλαν δεν είναι ο «πολύτροπος» άνθρωπος που προσπαθεί να πλοηγηθεί μέσα σε ένα ναρκοθετημένο σύμπαν, ξεγελώντας τις μνησίκακες υπερφυσικές δυνάμεις που το διευθύνουν. Είναι ένας τραυματισμένος ηθικολόγος, που πιστεύει ότι έρχεται η συντέλεια του κόσμου επειδή οι κακοί άνθρωποι παραβίασαν το φυσικό δίκαιο (τον «νόμο του Δία»). Ο αυθεντικός Οδυσσέας, βέβαια, κλαίει (όταν σμίγει ξανά με τον γιο του, τη γυναίκα του, τον πατέρα του) και πονάει από νοσταλγία. Αλλά δεν υποφέρει από πασιφιστικές τύψεις.
Ο Οδυσσέας του Νόλαν δεν είναι ούτε μόνο αρχαϊκός ούτε μόνο σύγχρονος. Είναι λίγο και από τα δύο. Αρχαϊκός, γιατί ακόμη πιστεύει σε κάποιον σιδηρούν νόμο της ιστορίας. Σύγχρονος, γιατί –σε αντίθεση με τον ομηρικό κόσμο– η μόνη θεϊκή παρουσία που του εμφανίζεται είναι μια Αθηνά σε ρόλο life coach – για να του γνέφει με κατανόηση κάθε φορά που τον πιάνουν τα κλάματα.
Ακόμη κι έτσι, η ταινία είναι δέλεαρ. Σε τραβάει ξανά μέσα στο έπος και σε καλεί να ξανασυστηθείς μαζί του. Αν τσιμπήσεις, μπορεί και να συνειδητοποιήσεις ότι η προνομιακή εγγύτητα του ελληνόφωνου αναγνώστη με αυτό το δυσπρόσιτο μνημείο του ανθρώπινου λόγου δεν είναι μόνο στη φαντασία των υπερασπιστών της λευκότητας της Ελένης.
Τι μας λέει ο ποιητής για την Ελένη; Λίγα πράγματα για την όψη της. Μόνο ότι ήταν τα χέρια της λευκά («λευκώλενος») και μακρύ το φόρεμά της («τανύπεπλος»). Ωραία τα μαλλιά της («ηΰκομος») και τα μαγουλάκια της («καλλιπάρηος»). Η ίδια η Ελένη όμως δεν μιλάει με πολιτική ορθότητα για τον εαυτό της στην Οδύσσεια. Εσείς οι Αχαιοί, λέει, για χάρη μου, μιας άθλιας σκύλας («εμείο κυνώπιδος είνεκ’») ανοίξατε άγριο πόλεμο. Μια «κυνώπις» έχει κυριολεκτικά τα μάτια ή την όψη της σκύλας. Αλλά ο Μαρωνίτης προτίμησε να μεταφράσει «σκύλα» σκέτο.
Και όταν ο Αχιλλέας, στην Ιλιάδα, βλαστημάει την τύχη του, που βρέθηκε στα ξένα να πολεμάει, χαρακτηρίζει την Ελένη «ριγεδανή». Του προκαλεί ρίγος. Να είναι μόνο από φρίκη; Ή μήπως από φρίκη και δέος μαζί, όπως σε κάθε φύσει αμφίσημο ρίγος; Και ποιος σημερινός αναγνώστης μπορεί να νιώσει την αμφισημία του ρίγους για την Ελένη, παρά μόνον εκείνος που έμαθε από τη μάνα του να ριγά σε αυτή τη γλώσσα;

