Μαίρη Λίντα: Κοσμικόν

2' 12" χρόνος ανάγνωσης
Φόρτωση Text-to-Speech...

Η ταβέρνα είναι υπόγεια. Στο πλάνο βλέπουμε τα πόδια των θαμώνων που κατεβαίνουν τη σκάλα. Στα τραπέζια κάτι ξεκούμπωτοι φαντάροι. Θαμώνες μυστακοφόροι, βλοσυροί και κουτσαβάκια ευφρόσυνα, αγκαλιά με τις φιλεναδίτσες τους. Στο πάλκο μόνο άνδρες, καθιστοί. Στη μέση –σακάκι, γελεκάκι μάλλινο, κι όλο το μαλλί πίσω χτενισμένο– ο νεαρός Μανώλης Χιώτης, 27 χρόνων.

Μαίρη Λίντα: Κοσμικόν-1

Είναι 1948. Ο Εμφύλιος δεν έχει τελειώσει. Στην ταβέρνα –που έστησε ο Νίκος Τσιφόρος για την ταινία «Χαμένοι Αγγελοι»– καταδύεται ξαφνικά ένας αστυνόμος. Η γιορτή ξεκουρδίζεται. Ενας από τους θαμώνες πάει να κεράσει τον ένστολο ένα ποτηράκι. Αλλος έντρομος πάει να κρυφτεί πίσω από το καπέλο του. Δεν μιλάει κανείς.

«Μιλάει» μόνο ο Χιώτης στο μπουζούκι, που είναι ακόμη τρίχορδο. Παίζει και τραγουδάει ο ίδιος το «Εσύ είσαι η αιτία που υποφέρω». Δεν το παίζει όπως το έχουν ακούσει έκτοτε οι περισσότεροι. Είναι ακόμη ρεμπέτης που γράφει ρεμπέτικα, αν και ήδη με μια ελαφράδα που θα φανεί στο τέλος. Σε ένα γρήγορο σόλο που τρέχει ποταμηδόν προς ένα άλλο είδος τραγουδιού, που δεν χωράει πια σε αυτό το παλιό όργανο.

Το τραγούδι έγινε ξανά επιτυχία όταν το είπε η Μαίρη Λίντα. Δεν ήταν πλέον το ίδιο. Ο Χιώτης δεν του είχε αλλάξει μόνο τον ρυθμό. Είχε αλλάξει κυριολεκτικά και την ανατομία του ίδιου του οργάνου, προσθέτοντάς του ένα τέταρτο ζεύγος χορδών, για να έχει χώρο –και χρόνο– να απλώνει τις νότες που έρρεαν από τα δάχτυλά του. Για να μπορεί να συνομιλεί με την «ποπ» της εποχής.

Το υβριδικό λαϊκό της μεταπολεμικής ευφορίας.

Η Ελλάδα δεν ήθελε να ζει πια στα υπόγεια και να κρύβει το πρόσωπό της. Δεν ήταν η χώρα που απεικόνισε το ’48 ο Τσιφόρος. Ηθελε ειρήνη και κατανάλωση. Κοσμικά κέντρα, «κούρσες» και ηλεκτρικά ψυγεία. Ηθελε να γίνει Ευρώπη και Αμερική.

Τις προσδοκίες αυτής της χώρας αντανακλά και το υβρίδιο λαϊκού τραγουδιού που έπλασε τότε ο Χιώτης. Με νέα ρούχα και νέα μουσικά όπλα, βάζοντας πνευστά και κρουστά να απογειώσουν το μεταλλαγμένο του μπουζούκι, ο δεξιοτέχνης αναχώνευε τζαζ και λάτιν με τα συστατικά της μητρικής του «γλώσσας». Ορμούσε με αχαλίνωτη bravura σε όλα τα ξενικά είδη του συρμού, δηλαδή στα αγαθά που το ακροατήριό του βιαζόταν, με ίση λαιμαργία, να οικειοποιηθεί και να απολαύσει. Το μέτρο αυτής της εφόδου κρατούσε, με καθαρούς φθόγγους και πολλή γλύκα, η Μαίρη Λίντα.

Αν ακούσει κανείς τα ίδια κομμάτια σήμερα εκτελεσμένα από άλλους, κινδυνεύει να του φανούν οριεντάλ πιθηκισμοί αναφομοίωτων επιρροών. Ισως επειδή τα εκτελούν με πολύ σέβας, ενώ οι αυθεντικοί ερμηνευτές τους, ο Χιώτης και η Λίντα, τα έπαιζαν και ταυτόχρονα τα περιέπαιζαν με χάρη.

Η ισοβίως κοριτσίστικη φωνή που σίγησε προχθές ήταν η φωνή εκείνης της μεταπολεμικής ευφορίας. Η καρδερίνα ενός εκδυτικισμού που πετυχαίνει όταν αποδέχεται ότι είναι ατελής.

comment-below Λάβετε μέρος στη συζήτηση 0 Εγγραφείτε για να διαβάσετε τα σχόλια ή
βρείτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει για να σχολιάσετε.
Για να σχολιάσετε, επιλέξτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει. Παρακαλούμε σχολιάστε με σεβασμό προς την δημοσιογραφική ομάδα και την κοινότητα της «Κ».
Σχολιάζοντας συμφωνείτε με τους όρους χρήσης.
Εγγραφή Συνδρομή

Editor’s Pick

ΤΙ ΔΙΑΒΑΖΟΥΝ ΟΙ ΣΥΝΔΡΟΜΗΤΕΣ

MHT