Νέα στρατηγική, ίδιες αντιφάσεις

3' 54" χρόνος ανάγνωσης
Φόρτωση Text-to-Speech...

Δύο μήνες μετά την ανακοίνωση του νέου κόμματος του Αλέξη Τσίπρα, κάποια πράγματα μοιάζουν να ξεκαθαρίζουν.

Κατ’ αρχάς μοιάζει να πετυχαίνει τον πρώτο του στόχο, να σταθεροποιηθεί στη δεύτερη θέση. Η μάχη με το ΠΑΣΟΚ δεν έχει κριθεί, όλες όμως οι μετρήσεις συγκλίνουν στο ότι η ΕΛΑΣ, προς το παρόν τουλάχιστον, έχει ένα προβάδισμα. Αυτό είναι απολύτως κρίσιμο για τη συνέχεια, καθώς ο δεύτερος θα μπορεί να ελπίζει ότι θα γίνει εκείνος πόλος συσπείρωσης, ενώ ο τρίτος ότι απλώς ότι δεν θα φυλλορροήσει περαιτέρω.

Πρόβλημα, ωστόσο, για τον κ. Τσίπρα φαίνεται να είναι το χαμηλό «ταβάνι» της απήχησής του. Ολες οι εκτιμήσεις τον δείχνουν να κινείται περίπου στα ποσοστά που είχε καταγράψει στις εκλογές του 2023, τα οποία ίσως αρκούν για να κατοχυρώσει τη δεύτερη θέση, αλλά σίγουρα δεν αρκούν για μια πλήρη πολιτική ανατροπή. Η δημιουργία του νέου κόμματος μοιάζει περισσότερο να αναδιατάσσει τον χώρο της αντιπολίτευσης παρά το πολιτικό τοπίο συνολικά.

Αυτό βεβαίως ήταν εν πολλοίς αναμενόμενο. Ο κ. Τσίπρας βρίσκεται σχεδόν είκοσι χρόνια στην πρώτη γραμμή. Εχει υπάρξει πρωθυπουργός, έχει γνωρίσει μεγάλες νίκες και ήττες, έχει συνδεθεί με ορισμένες από τις πιο δραματικές στιγμές της σύγχρονης πολιτικής ζωής. Πολιτικοί με τέτοια διαδρομή δύσκολα εκπλήσσουν, είτε θετικά είτε αρνητικά, καθώς έχουν ήδη ισχυρά διαμορφωμένη εικόνα. Εξ ου και οι προσδοκίες από το περίφημο rebranding θα έπρεπε να είναι εξαρχής περιορισμένες, ειδικά όταν η περίοδος «απουσίας» του ήταν τόσο μικρή.

Ο κ. Τσίπρας φαίνεται, ωστόσο, να έχει διαβάσει σωστά κάτι που η υπόλοιπη αντιπολίτευση έδειξε να παραβλέπει. Οτι ένα σημαντικό και εκλογικά κρίσιμο τμήμα της κοινωνίας δεν αναζητάει κάποιον που θα καταγγέλλει νυχθημερόν τη Ν.Δ. και τον πρωθυπουργό, αλλά κάποιον που να μπορεί να εμφανιστεί ως εναλλακτική λύση διακυβέρνησης.

Ο κ. Τσίπρας επενδύει σε αυτό. Οι τόνοι που χρησιμοποιεί είναι αισθητά χαμηλότεροι από εκείνους του παρελθόντος και η εικόνα που επιδιώκει να εκπέμψει είναι περισσότερο ενός δυνητικού πρωθυπουργού παρά ενός ακόμα «οργισμένου» πολιτικού αρχηγού. Το γεγονός μάλιστα ότι βασικοί πολιτικοί του ανταγωνιστές εγκλωβίστηκαν σε μια υπέρμετρα καταγγελτική ρητορική τον ευνοεί, και αν αυτό δεν αλλάξει, η μάχη στο εσωτερικό της αντιπολίτευσης θα εξελίσσεται υπέρ του κ. Τσίπρα.

Την ώρα που ο κ. Τσίπρας ζητάει από τους πολίτες να επανα- ξιολογήσουν την περίοδο της διακυβέρνησής του, επιλέγει να αφήσει εκτός του νέου εγχειρήματος σχεδόν όλη την ομάδα με την οποία κυβέρνησε.

Σωστή μοιάζει επίσης η επιλογή του να αποφύγει τις συζητήσεις περί συγκλίσεων και των συνεργασιών, η οποία λειτούργησε επιζήμια για όσους ενεπλάκησαν σε αυτές το τελευταίο διάστημα. Η επιλογή του να διεκδικήσει εκείνος την πρωτοκαθεδρία του χώρου εκπέμπει δυναμισμό, μεγαλύτερη αυτοπεποίθηση και πιο καθαρά μηνύματα.

Κάπου εδώ, όμως, αρχίζουν να εμφανίζονται και κάποιες αντιφάσεις.

Κατ’ αρχάς, άλλο η ηγετικότητα και άλλο ο ηγεμονισμός. Η αίσθηση που διαμορφώνεται είναι ότι ο κ. Τσίπρας βασίζει το νέο του εγχείρημα σχεδόν αποκλειστικά γύρω από το πρόσωπό του – για το οποίο, ωστόσο, η κοινή γνώμη έχει ακόμα επιφυλάξεις. Τα στελέχη που βγάζει μπροστά είναι εν πολλοίς άγνωστα. Για τους δε παλαιούς συνεργάτες του, θέτει όρους που είτε μοιάζουν κάπως απαξιωτικοί είτε τους αποκλείει από το νέο σχήμα, παρά την παλαιότερη κοινή πορεία τους. Η επιλογή αυτή μπορεί να ενισχύει την κυριαρχία του στον χώρο, αποδυναμώνει ωστόσο την εικόνα ενός καλά οργανωμένου συλλογικού εγχειρήματος.

Εμπεριέχει επίσης μια αντίφαση, η οποία μέχρι στιγμής δεν έχει αναδειχθεί ιδιαίτερα. Την ώρα που ο κ. Τσίπρας ζητάει από τους πολίτες να επαναξιολογήσουν την περίοδο της διακυβέρνησής του, επιλέγει να αφήσει εκτός του νέου εγχειρήματος σχεδόν όλη την ομάδα με την οποία κυβέρνησε. Οταν αφήνεις εκτός τους υπουργούς Οικονομικών, Εξωτερικών, Παιδείας, Υγείας, Ανάπτυξης, Ενέργειας, και πολλούς ακόμα, πόσο πειστικό ακούγεται ότι η κυβέρνηση εκείνης της περιόδου υπήρξε επιτυχημένη; Και αν εκείνοι κρίνονται ακατάλληλοι για να επανέλθουν, πώς γίνεται ο επικεφαλής τής τότε κυβέρνησης να μένει εκτός κριτικής;

Η αντίφαση αυτή, όμως, προκαλεί και μια άλλη, σοβαρότερη, παρενέργεια. Υπογραμμίζει την κριτική που έχει ανά περιόδους ασκηθεί στον κ. Τσίπρα: ότι οι πολιτικές του επιλογές υπαγορεύονται περισσότερο από τη συγκυρία και λιγότερο από σταθερές πεποιθήσεις. Αναθερμαίνουν δηλαδή το πρόβλημα αξιοπιστίας που –δικαίως ή αδίκως– συνοδεύει τον κ. Τσίπρα από το 2015 και μετά και που ο ίδιος επιχειρεί με το «ριμπράντινγκ» να διαχειριστεί. Οταν δε η συμπεριφορά αυτή αφορά όχι (μόνο) τους αντιπάλους του αλλά και παλιούς συνεργάτες, την ώρα μάλιστα που με άλλους ισχυρούς παράγοντες της δημόσιας ζωής οι σχέσεις του εξομαλύνονται, οι όποιες επιφυλάξεις για την αξιοπιστία του δεν μειώνονται, αλλά αναζωπυρώνονται.

Η μετέπειτα πορεία του εγχειρήματος θα κριθεί εν πολλοίς από το πώς ο κ. Τσίπρας θα διαχειριστεί αυτές τις αντιφάσεις. Αλλά και από το αν το περίγραμμα της νέας (σωστής) στρατηγικής που μοιάζει να ακολουθεί θα εξελιχθεί σε κάτι πιο πλήρες και επεξεργασμένο, καθώς η γενική ιδέα δεν αρκεί.

O κ. Ευτύχης Βαρδουλάκης είναι σύμβουλος στρατηγικής και επικοινωνίας.

comment-below Λάβετε μέρος στη συζήτηση 0 Εγγραφείτε για να διαβάσετε τα σχόλια ή
βρείτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει για να σχολιάσετε.
Για να σχολιάσετε, επιλέξτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει. Παρακαλούμε σχολιάστε με σεβασμό προς την δημοσιογραφική ομάδα και την κοινότητα της «Κ».
Σχολιάζοντας συμφωνείτε με τους όρους χρήσης.
Εγγραφή Συνδρομή

Editor’s Pick

ΤΙ ΔΙΑΒΑΖΟΥΝ ΟΙ ΣΥΝΔΡΟΜΗΤΕΣ

MHT