Σε έναν φανταστικό διάλογο ανάμεσα στον Μίλο Ράου και στον Ρομέο Καστελούτσι θα ανακαλύπταμε συγγένειες, που, στην πραγματικότητα, δεν υπάρχουν. Ανάμεσα στον 49χρονο Ελβετό και στον 66χρονο Ιταλό μεσολαβεί σκηνικό και σκηνοθετικό κενό που δεν γεφυρώνεται. Διαφέρουν επί της ουσίας. Να, όμως, που κάποτε οι συνδέσεις προκύπτουν απρόβλεπτα. Η αναφορά που επιχειρούμε είναι, ούτως ή άλλως, αυθαίρετη. Το 2022 ο διεθνής της θεατρικής αβάν-γκαρντ, λάτρης της εικαστικότητας και της αλληγορίας, Καστελούτσι, είχε παρουσιάσει στη Στέγη το «Bros», δηλώνοντας ότι: «Το θέατρο είναι το μόνο μέρος όπου η χρήση της βίας μπορεί να είναι θεραπευτική. Το αίμα της σκηνής μάς απελευθερώνει από το πραγματικό αίμα».
Την περασμένη εβδομάδα, στην Πειραιώς 260, παρακολουθήσαμε την παράσταση του Ράου «Medea’s children». Εκπρόσωπος αυτού που αποκαλούμε «docu theatre» (θέατρο ντοκουμέντο, που βασίζεται σε πραγματικά γεγονότα και τεκμήρια), ο Ράου βρίσκεται στην πρώτη γραμμή της ευρωπαϊκής θεατρικής πρωτοπορίας. Με πρωταγωνιστές έξι παιδιά, προσεγγίζει την ευριπίδεια τραγωδία μέσω μιας, διαβόητης, πραγματικής ιστορίας: το 2007 Βελγίδα δολοφονεί εν ψυχρώ τα πέντε παιδιά της, το ένα μετά το άλλο, κόβοντας τον λαιμό τους με μαχαίρι. Η ανατριχιαστική λεπτομέρεια έχει σημασία. Τα παιδιά, αναλαμβάνοντας τον ρόλο και των θυμάτων και των ενηλίκων, αναπαριστούν τα γεγονότα. Παράλληλα αναφέρονται και στη «Μήδεια» του Ευριπίδη. Τα πολλά επίπεδα της παράστασης –μαζί και προβολή σε οθόνη– υπηρετούνται υποδειγματικά από τα παιδιά εφήβους. Το αίμα, στο τελευταίο μέρος της παράστασης, ρέει άφθονο, σαν σε σπλάτερ, οι ανήλικοι ήρωες σκουπίζουν τα χέρια τους πριν πάρουν θέση στις καρέκλες τους με μέτωπο στο κοινό. Η ευριπίδεια Μήδεια και η Βελγίδα παιδοκτόνος δεν «διασταυρώνονται» πειστικά, όμως δεν είναι αυτό το θέμα μας. Ας περιοριστούμε στη «θεραπευτική» ή όχι χρήση της βίας στο θέατρο. Εξαρτάται, είναι η απάντηση. Εξαρτάται από τη δραματουργική επιλογή, την ανασκαφή κάτω από την επιφάνεια. Πόσο ο σκηνοθέτης έχει να πει κάτι πέρα από την αναπαραγωγή της. Ο Ράου, σύμφωνα με τις δηλώσεις του, ήθελε να «φανερώσει» τα παιδιά που –όχι μόνο στην ελληνική τραγωδία– δεν έχουν φωνή ούτε στον θάνατό τους. Να τους δώσει φωνή, να περιγράψουν αυτό που βιώνουν πότε με τα λόγια ενός άλλου πότε με τα δικά τους.
«Η ζωή είναι παράλογη και το μόνο σπίτι μας είναι η αγάπη», λένε τα «Παιδιά της Μήδειας». Για να φτάσουμε εκεί, όμως, αν φτάσουμε, ο δρόμος είναι αχανής και αχαρτογράφητος.
Δύσκολο το εγχείρημα. «Κάθε γενιά ερμηνεύει το τραγικό με τον δικό της τρόπο», όπως διατυπώνεται στην παράσταση. Και είναι σωστή η διαπίστωση. Τα σημερινά παιδιά, καμιά φορά, υφίστανται την ωμότερη μορφή βίας, «στο σαλόνι του σπιτιού τους», μέσα στην οικογένεια. Ο Καστελούτσι, το 2009, εμπνεόμενος από τη «Θεία Κωμωδία» του Δάντη, είχε μεταφέρει το «Καθαρτήριο» στη hi tech κουζίνα και στο μεγαλοαστικό σαλόνι μιας τριμελούς ευκατάστατης οικογένειας. Μια σειρά από αποτρόπαιες πράξεις –όπως ο βιασμός του γιου από τον ίδιο του τον πατέρα– υπονόμευαν τη φαινομενική ευτυχία. Οι αντιδράσεις των θεατών τότε, όπως και τώρα στον Ράου, ήταν μεικτές. Από την ενόχληση στη συγκίνηση. Με ενδιάμεσο σταθμό την απορία ή την αδιαφορία. Να συνυπολογίσουμε ότι από το 2009 μέχρι σήμερα έχει επέλθει σχεδόν κορεσμός (μήπως και απάθεια;) στη σκηνική αναπαράσταση της βίας.
Πάντα θα υπάρχουν, βέβαια, πτυχές που δεν έχουν προσεγγιστεί ή φωτιστεί. Σκοτάδια ακατανόητα και ακατανόμαστα. Η ψηλάφησή τους είναι μέρος της θεατρικής «θεραπείας». «Η ζωή είναι παράλογη και το μόνο σπίτι μας είναι η αγάπη», λένε τα «Παιδιά της Μήδειας». Για να φτάσουμε εκεί, όμως, αν φτάσουμε, ο δρόμος είναι αχανής και αχαρτογράφητος.

