Στην πολιτική, η αντιπολίτευση διαθέτει δύο διαφορετικούς τρόπους να αμφισβητήσει μια κυβέρνηση. Ο πρώτος είναι η στοχευμένη κριτική: αυτό το νομοσχέδιο είναι λανθασμένο, ετούτη η απόφαση βλάπτει τους πολίτες, εκείνος ο υπουργός οφείλει να παραιτηθεί, ορισμένοι θεσμοί υπονομεύονται. Είναι μια κριτική συγκεκριμένη, που αναγνωρίζει τη δυνατότητα διόρθωσης και αφήνει χώρο για διάλογο και πολιτικές συναινέσεις. Ο δεύτερος τρόπος είναι η ολική απονομιμοποίηση: η αντιπολίτευση δεν αναδεικνύει επιμέρους σφάλματα, αλλά αμφισβητεί το ίδιο το δικαίωμα της κυβέρνησης να ασκεί εξουσία. Το φαινόμενο αυτό έχει τρία χαρακτηριστικά. Πρώτον, την καθολικότητα, αφού δεν υπάρχει τομέας στον οποίο η κυβέρνηση αναγνωρίζεται ότι έπραξε κάτι σωστά – τα πάντα παρουσιάζονται ως αποτυχία. Δεύτερον, την ηθικολογία, εφόσον η κυβέρνηση δεν εμφανίζεται απλώς ανίκανη, αλλά «κυνική», «διεφθαρμένη», «αυταρχική». Τρίτον, την απαίτηση άμεσης αποχώρησής της από την εξουσία, η οποία προβάλλεται ως πράξη εθνικής σωτηρίας.
Η ολική απονομιμοποίηση κρύβει, ωστόσο, μια παγίδα εξίσου λογική όσο και πολιτικά μοιραία. Αν πράγματι έχουν καταρρεύσει τα πάντα –οικονομία, θεσμοί, Δικαιοσύνη, κράτος δικαίου, διεθνείς σχέσεις–, τότε η αντιπολίτευση οφείλει να αντιπαραθέσει μια εξίσου ολική υπόσχεση: ότι θα τα αλλάξει όλα. Μια τέτοια υπόσχεση όμως είναι εκ φύσεως αδύνατον να εκπληρωθεί μέσα σε μια κανονική δημοκρατία, ακριβώς επειδή οι δημοκρατικοί θεσμοί δεν επιτρέπουν τόσο απόλυτες ανατροπές. Ετσι, η κυβέρνηση που προκύπτει έπειτα από ολική απονομιμοποίηση της προηγούμενης είναι καταδικασμένη να διαψεύσει τις ίδιες τις προσδοκίες που καλλιέργησε, ενώ το κόστος της διάψευσης το επωμίζεται πρωτίστως η χώρα, όχι κατ’ ανάγκην όσοι διατύπωσαν τις αδύνατες υποσχέσεις. Η ιστορία της Μεταπολίτευσης έχει ήδη δείξει αυτή την παγίδα δύο φορές.
Το 1981, η τότε Νέα Δημοκρατία βρέθηκε αντιμέτωπη με μια αντιπολίτευση που εφάρμοζε ακριβώς αυτή τη στρατηγική. Ο Ανδρέας Παπανδρέου κατήγγελλε ένα ολόκληρο σύστημα –το «ντόπιο κατεστημένο», τα «ξένα μονοπώλια», το «συνδικάτο ΝΑΤΟ – ΕΟΚ»– που είχε θέσει τη χώρα «υπό κατοχή», οικονομική, πολιτική, πολιτισμική. Πίσω από το αφήγημα αυτό βρισκόταν η πρόταση της «Αλλαγής», δηλαδή του σοσιαλιστικού μετασχηματισμού της κοινωνίας, και η ελληνική κοινωνία, μετά επτά χρόνια Ν.Δ. και με μια πρόσφατη δικτατορία στη μνήμη της, την αγκάλιασε. Η παγίδα δεν άργησε να φανεί. Η ολική απονομιμοποίηση είχε γεννήσει υπερβολικές προσδοκίες και το πρόγραμμα της νέας κυβέρνησης αποδείχθηκε ασύμβατο με την πραγματικότητα. Οι δαπάνες εκτινάχθηκαν, ο πληθωρισμός ανέβηκε, το χρέος σωρεύτηκε. Η δεκαετία του ’80 έμεινε στην ιστορία ως «χαμένη δεκαετία», η περίοδος κατά την οποία η Ελλάδα υστέρησε αισθητά απέναντι στους Ευρωπαίους εταίρους της – ένα χάσμα που διατηρείται ακόμη μέχρι σήμερα.
Δεκαετίες αργότερα, η ίδια παγίδα επαναλήφθηκε με ακόμα πιο οδυνηρές συνέπειες. Το 2015, ο Αλέξης Τσίπρας ανέβηκε στην εξουσία εν μέσω πραγματικής κρίσης, με τα παραδοσιακά κόμματα της Μεταπολίτευσης σε αποσύνθεση. Ο ίδιος και το κόμμα του δεν κριτίκαραν απλώς επιμέρους πολιτικές, αλλά κατήγγελλαν με έντονα ηθικολογική γλώσσα το «σύστημα» των ξένων δανειστών, της τρόικας και των εγχώριων μνημονιακών δυνάμεων, απαιτώντας ριζική ρήξη. Το κυβερνητικό τους «πρόγραμμα» όμως –αυξήσεις μισθών, επαναπρόσληψη απολυμένων, κατάργηση μνημονίων– στηριζόταν σε μια παραδοχή εξαρχής αδύνατη: ότι οι Ευρωπαίοι εταίροι θα δέχονταν ριζική αναδιαπραγμάτευση υπό την πίεση μιας νέας κυβέρνησης. Δεν δέχθηκαν. Το οικοδόμημα κατέρρευσε μέσα σε έξι μήνες, με τις τράπεζες κλειστές, τους κεφαλαιακούς ελέγχους και, τελικά, το τρίτο μνημόνιο. Η παγίδα λειτούργησε για δεύτερη φορά με τον ίδιο ακριβώς μηχανισμό. Η ολική απονομιμοποίηση γέννησε την υπόσχεση ολικής αλλαγής, η ολική αλλαγή αποδείχθηκε αδύνατη και το κόστος το πλήρωσε ξανά η χώρα.
Η ιστορία της Μεταπολίτευσης έχει δείξει επανειλημμένως ότι όταν η απονομιμοποίηση υπερβαίνει την πραγματικότητα και η υπόσχεση αλλαγής δεν έχει έρεισμα, το κόστος το πληρώνει η χώρα.
Τα κόμματα που απαρτίζουν τη σημερινή κατακερματισμένη αντιπολίτευση καταναλώνουν σταθερά την πολιτική τους ενέργεια σε μια νέα εκδοχή ολικής απονομιμοποίησης, που συγκεντρώνει και τα τρία χαρακτηριστικά του φαινομένου με αξιοσημείωτη πληρότητα. Ενας πολιτικός αρχηγός μιλάει για «καθεστώς που γίνεται ολοένα και περισσότερο αυταρχικό, κυνικό και σε σημαντικές πλευρές του κλεπτοκρατικό». Αλλο κόμμα χαρακτηρίζει τον πρωθυπουργό «αυταρχικό, απερχόμενο και απονομιμοποιημένο». Τρίτο κόμμα τον περιγράφει ως «μεγάλο απορρυθμιστή της Δικαιοσύνης και των θεσμών», υπεύθυνο για «θεσμική εκτροπή της χώρας». Οπως το 1981, όπως το 2015 – έτσι και σήμερα.
Το 1981, ωστόσο, η Ελλάδα φαινόταν πως είχε λίγα να χάσει (οι πολιτειακοί θεσμοί είχαν πλέον εδραιωθεί) και πολλά να ελπίζει. Το 2015 βρισκόταν ήδη στον πάτο, καθώς η κατρακύλα είχε ήδη συντελεστεί, και είχε ελάχιστα να χάσει. Σήμερα η εικόνα είναι αντίστροφη: η χώρα έχει να χάσει πολλά. Και αυτό ακριβώς μετατρέπει την παγίδα της ολικής απονομιμοποίησης χωρίς εναλλακτική πρόταση από πολιτικό λάθος σε εθνικό ρίσκο. Η ιστορία της Μεταπολίτευσης έχει δείξει επανειλημμένως ότι όταν η απονομιμοποίηση υπερβαίνει την πραγματικότητα και η υπόσχεση αλλαγής δεν έχει έρεισμα, το κόστος το πληρώνει η χώρα. Ο κίνδυνος είναι πως την επόμενη φορά το κόστος μπορεί να αποδειχθεί ακριβότερο από ποτέ.
*Ο κ. Τάκης Σ. Παππάς είναι πολιτικός επιστήμων και συγγραφέας.

