Από αυτή τη στήλη είχαμε εδώ και αρκετό καιρό προβεί στην εκτίμηση ότι ο κ. Σαμαράς θα προχωρούσε τελικά στην ίδρυση νέου κόμματος. Η πορεία των τελευταίων ετών –πριν καν τη διαγραφή του– προεξοφλούσε αυτή την εξέλιξη, καθώς η συνεχής κλιμάκωση της κριτικής του προς την κυβέρνηση είχε πάψει να αφορά επιμέρους επιλογές, αλλά είχε αποκτήσει συνολικό χαρακτήρα, από την οποία δεν εξαιρέθηκαν ούτε καν πρώην στενοί συνεργάτες του.
Το ερώτημα πλέον δεν είναι αν ο πρώην πρωθυπουργός θα κάνει κόμμα, αλλά αν αυτό μπορεί να αποκτήσει βιώσιμα χαρακτηριστικά ή αν θα πρόκειται για εγχείρημα μίας χρήσης.
Σήμερα κανείς δεν μπορεί να προεξοφλήσει ποια πολιτική δυναμική θα αναπτυχθεί. Για τη Ν.Δ. πάντως –παρά το ότι δημοσκοπικά, προσώρας τουλάχιστον, δεν καταγράφει μεγάλες απώλειες προς ένα κόμμα Σαμαρά– ο κίνδυνος δεν είναι καθόλου αμελητέος. Κατ’ αρχάς, γιατί υποχρεώνει τη Ν.Δ. σε έναν διμέτωπο αγώνα, όπου εκτός από την επικράτηση στον «κεντρώο» χώρο θα πρέπει να θωρακιστεί και στα «δεξιά» της. Δυσχεραίνει επίσης τον επαναπατρισμό δυσαρεστημένων ψηφοφόρων οι οποίοι αποκτούν μία ακόμη επιλογή, που για κάποιους μοιάζει ανέξοδη. Δεδομένο επίσης θα πρέπει να θεωρείται ότι ο κ. Σαμαράς θα ασκήσει πίεση σε πεδία που μέχρι σήμερα θεωρούνται προνομιακά για την κυβέρνηση, όπως η εξωτερική πολιτική και η άμυνα. Δημιουργεί δε μια εσωστρέφεια έπειτα από πολλά χρόνια απόλυτης εσωκομματικής ηρεμίας.
Η Ν.Δ. ορθώς επιχειρεί να υποβαθμίσει την πρωτοβουλία Σαμαρά. Στρατηγικά και τακτικά, μια μετωπική σύγκρουση ή η υπερβολική ενασχόληση με τον πρώην πρωθυπουργό θα του προσέφερε τη δημοσιότητα και τη σημασία που επιδιώκει. Ομως, είτε το επιθυμεί είτε όχι η κυβέρνηση, ο κ. Σαμαράς διαθέτει και το πολιτικό βάρος και τις προσβάσεις για να ακούγεται. Η πίεση που θα δεχτεί η Ν.Δ. μοιάζει αναπόφευκτη.
Αν, όμως, η Ν.Δ. έχει μπροστά της μια δύσκολη πολιτική άσκηση, ο ίδιος ο κ. Σαμαράς καλείται να απαντήσει σε ακόμη δυσκολότερα ερωτήματα. Για να αποκτήσει προοπτική το κόμμα του δεν αρκεί να εξηγήσει πού διαφωνεί με τη Ν.Δ., αλλά να πείσει για τη χρησιμότητά του και να τεκμηριώσει πειστικά τους λόγους που κατέστησαν τη δημιουργία του αναπόφευκτη. Με επιχειρήματα που οφείλουν να υπερβαίνουν τα όποια προσωπικά ζητήματα.
Αυτό δεν προδιαγράφεται τόσο εύκολο.
Είτε το επιθυμεί είτε όχι η κυβέρνηση, ο κ. Σαμαράς διαθέτει και το πολιτικό βάρος και τις προσβάσεις για να ακούγεται. Η πίεση που θα δεχτεί η Ν.Δ. μοιάζει αναπόφευκτη.
Πόσο πειστική είναι, π.χ., η κριτική για την αξιοποίηση στελεχών προερχόμενων από το ΠΑΣΟΚ, όταν ο ίδιος ο κ. Σαμαράς κυβέρνησε σε συνεργασία με το ΠΑΣΟΚ, συμβάλλοντας έτσι στην πολιτική ώσμωση των δύο κομμάτων, που οδήγησε στη συνέχεια σε μετακινήσεις στελεχών αλλά και ψηφοφόρων –κυρίως αυτών– μεταξύ τους;
Πόσο συνεπές ακούγεται ότι αν χρειαστεί να συμμετάσχει σε κυβέρνηση συνεργασίας θα βάλει βέτο να μην είναι πρωθυπουργός ο κ. Μητσοτάκης, όταν ο ίδιος ο κ. Σαμαράς έγινε πρωθυπουργός ακριβώς στη λογική ότι επικεφαλής της κυβέρνησης συνεργασίας πρέπει να είναι ο αρχηγός του μεγαλύτερου κόμματος;
Υπάρχει ένα ακόμη βασικό και αναπόφευκτο για εκείνον ερώτημα: Αν ο κ. Μητσοτάκης, για τον οποιοδήποτε λόγο, αποχωρούσε από την ηγεσία της Ν.Δ. και τον διαδεχόταν ένα πρωτοκλασάτο στέλεχος που δεν έχει διαφοροποιηθεί σε κανένα από τα θέματα που επικαλείται σήμερα ο κ. Σαμαράς, θα εξακολουθούσαν να υπάρχουν λόγοι ύπαρξης του νέου κόμματος ή όχι; Αν απαντήσει ναι, η ρήξη με τη Ν.Δ. αποπροσωποποιείται και οι δεσμοί κόβονται πλήρως. Αν απαντήσει όχι, επιβεβαιώνει το προσωπικό υπόβαθρο της σύγκρουσης και ότι πρόκειται για κόμμα μίας χρήσης.
Ο κ. Σαμαράς έχει δείξει επανειλημμένα στην πολιτική του διαδρομή ότι περνάει εύκολα από τη διαφωνία στην ανεξέλεγκτη σύγκρουση. Στις αρχές της δεκαετίας του ’90, λόγω του Μακεδονικού, οδηγήθηκε σε επιλογές που έβλαψαν και την παράταξή του και τον ίδιο. Δύο δεκαετίες αργότερα, η (ενδεχομένως εύλογη) κριτική του στο πρώτο μνημόνιο τον οδήγησε να αυτοπροσδιοριστεί ως «αρχιτέκτονας του αντιμνημονίου», νομιμοποιώντας διαιρετικές τομές, που αργότερα δυσκολεύτηκε και ο ίδιος να διαχειριστεί είτε ως πρόεδρος της Ν.Δ. είτε ως πρωθυπουργός. Σήμερα οι διαφωνίες του –θεμιτές ή μη– με τη Νέα Δημοκρατία τον οδηγούν σε μία ακόμη μετωπική σύγκρουση.
Η κρίσιμη διαφορά είναι ότι αυτή τη φορά δύσκολα θα έχει τον χρόνο να αναθεωρήσει ή να διαχειριστεί τις επιλογές του, όπως συνέβη στις δύο προηγούμενες μεγάλες καμπές της πολιτικής του διαδρομής. Αν η χρησιμότητα του κόμματος δεν τεκμηριωθεί και αν δημιουργηθεί η αίσθηση ότι η βασική αποστολή του είναι απλώς να λειτουργήσει ως καταλύτης εξελίξεων στη Ν.Δ., θα μοιάζει με έναν πολιτικό «καμικάζι», που αποφασίζει να αυτοανατιναχθεί προκειμένου να προκαλέσει ζημιά στον αντίπαλό του. Και αυτό δεν θα κρίνει μόνο την τύχη του κόμματος του κ. Σαμαρά, αλλά την ίδια την πολιτική υστεροφημία του.
*O κ. Ευτύχης Βαρδουλάκης είναι σύμβουλος στρατηγικής και επικοινωνίας.

