Δεν παρακολούθησα το πρόσφατο ντοκιμαντέρ της Ελένης Βαρβιτσιώτη και της Βικτωρίας Δενδρινού «Στο Χιλιοστό» τον καιρό που προβαλλόταν στον ΣΚΑΙ για δύο λόγους. Πρώτον, δίσταζα, εξαιτίας του θέματος. Το καλοκαίρι του 2015 για πολλούς από εμάς, που το ζήσαμε από κοντά και σε φάσεις ζωής κρίσιμες, είναι ένα μεγάλο τραύμα και μια οδυνηρή ανάμνηση. Δεν είναι εύκολο πράγμα να τα θυμάσαι και να τα αναμοχλεύεις αυτά. Είχα ήδη διαβάσει το βιβλίο των δύο δημοσιογράφων «Η Τελευταία Μπλόφα» που είχε κυκλοφορήσει το 2019, και ήταν ένα ανάγνωσμα συναρπαστικό αλλά ζόρικο. Ηταν το τραύμα φρέσκο. Σήμερα έχουμε άλλες τραγωδίες, κρίσεις και κινδύνους να απειλούν τις ζωές μας και τον κόσμο -γιατί να προσθέτουμε και τα παλιά; Αυτό ήταν το ένα. Το δεύτερο ήταν ότι έχω χάσει την ικανότητα να παρακολουθώ προϊόντα πολιτισμού με τον παραδοσιακό χρονισμό της τηλεόρασης, βλέποντας ένα επεισόδιο, και μετά περιμένοντας μια ολόκληρη εβδομάδα για να δω τι γίνεται παρακάτω. Τα νέτφλιξ του κόσμου μας έχουν αλλοτριώσει εντελώς, και θέλουμε τα πάντα αυτή τη στιγμή, αμέσως, επί τόπου. Οπότε συνήθως αφήνω σειρές να ολοκληρώνονται, και μετά τις παρακολουθώ μονοκοπανιά, «on demand», όποτε θέλω εγώ, όπως οι αλγόριθμοι και οι ολιγάρχες του διαδικτύου με έχουν πείσει ότι μου αξίζει.
Για να μη σας τα πολυλογώ, σε μια στιγμή αδυναμίας, κι αφού η προβολή όλων των επεισοδίων στην τηλεόραση του ΣΚΑΙ είχε ολοκληρωθεί, το πήρα απόφαση και το ξεκίνησα. Ήταν μια απόφαση που αποδείχτηκε σωστή.
Οσο δύσκολες και τραυματικές κι αν ήταν οι στιγμές που ζήσαμε το 2015, όταν η χώρα μας, μετά από χρόνια κρίσης και θυσίες, έφτασε στο χείλος της καταστροφής, πρέπει να αποδεχτούμε πως είναι ωστόσο μια περίοδος η οποία δεν πρέπει να θαφτεί στη λήθη, να χωθεί κάτω κάποιο χαλί, να ξεχαστεί, να κάνουμε ότι δεν συνέβη. Το έχουμε κάνει αυτό το λάθος σε αυτή τη χώρα στο παρελθόν με διάφορα άλλα πράγματα. Ο πόλεμος του 1897 μου έρχεται στο μυαλό. Τα διδάγματα και τα συμπεράσματα του 2015, ωστόσο, είναι και εξαιρετικά επίκαιρα. Οι δυναμικές της κοινωνίας και οι παθογένειες του πολιτικού μας συστήματος, είναι ακόμα παρούσες. Ακόμα και κάποια από τα ίδια πρόσωπα παίζουν ακόμα ρόλο εδώ. Οπότε έχει αξία να τα υπενθυμίζουμε τα γεγονότα αυτά πότε πότε, ειδικά τώρα, που έχει περάσει μια δεκαετία, και μπορούμε να τα δούμε πιο ψύχραιμα και αποστασιοποιημένα, για να θυμηθούμε όσα μάθαμε τότε και, ίσως, για να αποφύγουμε τα ίδια λάθη στις νέες κρίσεις που ζούμε ήδη, και στις άλλες, τις μεγαλύτερες, που όλα δείχνουν ότι έρχονται.
Η ψυχραιμία και η αποστασιοποίηση είναι ένα από τα προσόντα του ντοκιμαντέρ. Ούτε υστερίες, ούτε δάχτυλα που κουνιούνται. Οι δημοσιογράφοι φιλοξένησαν δηλώσεις και τοποθετήσεις από τόσο πολλούς ανθρώπους που έπαιξαν ρόλο και έζησαν από μέσα τα γεγονότα της εποχής, που το εξάωρο έργο ξεφεύγει από τον απλό ορισμό του ντοκιμαντέρ. Αποτελεί ιστορικό τεκμήριο. Στο φακό μιλούν σχεδόν όλοι οι πρωταγωνιστές των γεγονότων της εποχής. Το μισό υπουργικό συμβούλιο της τότε κυβέρνησης, άλλοι πολιτικοί και εκπρόσωποι των ελληνικών θεσμών, και σχεδόν όλοι οι συμμετέχοντες στις διαπραγματεύσεις από τα μέλη της αξέχαστης «τρόικας» και άλλων ευρωπαϊκών κυβερνήσεων. Η παρέλαση των ονομάτων είναι εξίσου εντυπωσιακή με την ανοιχτότητα και την ευφράδεια τους. Απελευθερωμένοι από το χρόνο και την απεμπλοκή τους από τα κοινά, σήμερα τα λένε χύμα, έξω από τα δόντια, όπως τα ζήσανε και όπως τα θυμούνται, από τον Ζαν Κλοντ Γιούνκερ και τον Γέρουν Ντάισελμπλουμ μέχρι τον τότε πρωθυπουργό της Ιταλίας Ματέο Ρέντσι και τον διευθυντή του ΔΝΤ στην αρχή της κρίσης Ντομινίκ Στρος-Καν.
Είναι ενδιαφέρον, επίσης, ότι η παρουσίαση των γεγονότων δεν έχει κομματική ή αντιπολιτευτική χροιά. Ακόμα και τα μέλη της τότε κυβέρνησης που εξακολουθούν να δραστηριοποιούνται στο στίβο της πολιτικής σήμερα, τοποθετούνται στις περισσότερες περιπτώσεις με σοβαρότητα, χωρίς φανατισμούς, αποκαλύπτοντας πράγματα ουσιαστικά (αν και, πολλές φορές, χωρίς να ακριβώς να συνειδητοποιούν οι ίδιοι το πώς αποκαλύπτονται μέσα από αυτά που λένε). Όλες οι ομιλήτριες και οι ομιλητές χαρακτηρίζουν πρόσωπα και καταστάσεις με λεπτομέρεια και καθαρότητα και μέσα από την εξιστόρηση αναδεικνύεται ο τοξικός ρόλος συγκεκριμένων προσώπων, μεν, αλλά γίνεται σαφές ότι τα πράγματα δεν ήταν πάντα άσπρο-μαύρο, ότι η κατάσταση ήταν περίπλοκη και ότι ακόμα και κάποιοι από τους ανθρώπους που έκαναν μεγάλα (σχεδόν μοιραία) λάθη, είχαν και καλές προθέσεις, ή μπόρεσαν να αλλάξουν γνώμη, έστω και πολύ αργά. Από την έρευνα προκύπτουν, βασικά, μόνο τρεις «κακοί». Τρεις μορφές που εμφανίζονται να έχουν παίξει κυρίως αρνητικό ρόλο στην κορύφωση της ελληνικής κρίσης, οι άνθρωποι που έμοιαζαν να οδηγούν επίτηδες τα πράγματα στη ρήξη και την χώρα εκτός Ευρωπαϊκής Ένωσης. Μόνο ένας από τους τρεις ήταν Έλληνας. Οι άλλοι δύο, ασφαλώς, ήταν ο εμμονικός Υπουργός Οικονομικών της Γερμανίας Βόλφγκανγκ Σόιμπλε και ο απεσταλμένος του ΔΝΤ στην Ελλάδα Πόουλ Τόμσεν. Από την έρευνα προκύπτει ότι ο ρόλος και των δύο ήταν εξαιρετικά τοξικός, και οι συμμετέχοντες (Ελληνες και ξένοι) είναι αρκετά λάβροι εναντίον του δεύτερου, ειδικότερα. Συστήνω ανεπιφύλακτα να το αναζητήσετε ολόκληρο στην ιστοσελίδα του ΣΚΑΙ, και να το δείτε μονοκοπανιά (όπως μας έχουν πείσει ότι μας αξίζει), κάποιο νωχελικό καλοκαιρινό απόγευμα.
Μαζί με όλα τα άλλα, θα βρείτε εκεί και κάτι άλλο ενδιαφέρον, κάτι που στις δύσκολες ζωές μας λείπει και αξίζει να θυμόμαστε: ένα πρότυπο ευτυχίας.
Νομίζω ότι δεν έχει υπάρξει πιο ευτυχισμένος άνθρωπος στην ιστορία του ανθρώπινου είδους από τον τότε υπουργό οικονομικών της Ελλάδας, Γιάνη Βαρουφάκη. Εύχομαι σε όλες και όλους που διαβάζετε τα λόγια αυτά, να μπορέσετε κάποτε να αγγίξετε έστω και φευγαλέα τα επίπεδα χαράς και έκστασης στα οποία εμφανώς βρισκόταν ο κ. Βαρουφάκης κάθε που στρέφονταν κατά πάνω του οι κάμερες, μετά από άλλη μια επεισοδιακή συνεδρίαση του Εurogroup. Εκείνη την περίοδο, έμοιαζε ο πιο ευτυχισμένος άνθρωπος του κόσμου.
Να πούμε εδώ ότι το ντοκιμαντέρ δεν επιτίθεται στον κ. Βαρουφάκη. Οι δημοσιογράφοι δεν εκφράζουν άποψη ούτε καθοδηγούν τον θεατή με μοντάζ, μουσικές ή άλλες τεχνικές. Αφήνουν μόνο τα γυμνά αποσπάσματα από τα βίντεο (και τις κρυφές ηχογραφήσεις που, παράτυπα, έκανε ο ίδιος ο Υπουργός στις κλειστές συνεδριάσεις) να πουν την ιστορία. Αυτοί που επιτίθενται στον κ. Βαρουφάκη είναι οι συνεντευξιαζόμενοι. Πρέπει να πούμε εδώ ότι οι άνθρωποι που έχουν θητεύσει στην πολιτική ή σε θεσμούς και φορείς, όταν τους καλούν σε εκπομπές ιστορικού ενδιαφέροντος, μιλάνε με γλώσσα μετρημένη και σοβαρή. Τους έχουν καλέσει για την εγκυρότητα και τις γνώσεις τους, οπότε σχεδόν πάντα μιλούν με νηφαλιότητα και ψυχραιμία. Κανένας από όσους μιλάνε για το Γιάνη Βαρουφάκη σε αυτό το ντοκιμαντέρ δεν είναι ψύχραιμος. Οι φράσεις που ακούγονται είναι ανοίκειες, οι χαρακτηρισμοί ξεφεύγουν από τα όρια της αστικής ευγένειας. Εντεκα χρόνια μετά, οι άνθρωποι που αναγκάστηκαν να υποστούν το Βαρουφάκη σε εκείνες τις δύσκολες ημέρες, είναι ακόμα έξαλλοι. Και αυτό δεν περιλαμβάνει μόνο τους ξένους, ασφαλώς. Και οι Έλληνες (και οι τότε σύντροφοι του) έξαλλοι μοιάζουν.
Ο ίδιος, όμως, βγαίνοντας από εκείνες τις επεισοδιακές συνεδριάσεις, έμοιαζε εκστατικός. Στα πολλά, αξέχαστα πλάνα, η χαρά και η αυταρέσκεια ξεχείλιζαν. Εμοιαζε ένας άνθρωπος που έχει φτάσει σε κάποιο ζενίθ, σε κάποια επίπεδα νιρβάνας απροσπέλαστα σε εμάς, τους απλούς Homo sapiens (με την εξαίρεση ίσως κάποιων μοναχών στο Θιβέτ). Είχε φτάσει εκεί όπου του άξιζε να βρίσκεται, με τις αρμοδιότητες που του άρμοζαν, με όλα τα προνόμια και τη διεθνή αναγνώριση που δικαιούταν, με την Ελλάδα, την Ευρώπη, τον κόσμο ολόκληρο να κρέμονται από τα χείλη Του.
Το καλύτερο στιγμιότυπο του ντοκιμαντέρ είναι ένα τέτοιο απόσπασμα από τηλεοπτικό ρεπορτάζ, μετά από μια ακόμα κρίσιμη συνεδρίαση. Ο κ. Βαρουφάκης έχει βγει, έχει πει δυο στομφώδεις ατάκες στις κάμερες (που το δίχως άλλο θα γραφτούν στην Ιστορία), και προχωρά καμαρωτός, με το Μπέρμπερη κασκόλ του ν’ ανεμίζει και με έναν ικανοποιητικό αριθμό παρατρεχάμενων να τον ακολουθεί, προς το παρκαρισμένο αυτοκίνητο που τον περιμένει. Μόλις φτάνει δίπλα στο αυτοκίνητο, σταματά. Για λίγα δευτερόλεπτα, μένει ακίνητος. Δεν κάνει τίποτε. Δεν βλέπουμε το πρόσωπο του, αλλά είναι βέβαιο ότι χαμογελά. Γιατί σταμάτησε;
Η πόρτα του αυτοκινήτου ήταν κλειστή. Σταμάτησε χαμογελώντας, ο ευτυχέστερος άνθρωπος του κόσμου, περιμένοντας αυτό που πάντα δικαιούταν, κι επιτέλους είχε.
Κάποιος άλλος να του ανοίξει την πόρτα.

