Η έννοια της «Μεταπολίτευσης» συνιστά μια σπαζοκεφαλιά. Η δημόσια συζήτηση για το αν έχει «τελειώσει» (ή όχι) επανέρχεται συχνά, με τα γκολπόστ που οριοθετούν το γήπεδό της να μετακινούνται διαρκώς. Και ακόμη και αν μπορεί να υπάρξει –που δεν υπάρχει– μια συμφωνία στο «από τότε μέχρι τότε», η εικόνα περιπλέκεται περαιτέρω μέσα από το ερώτημα του περιεχομένου της. Σχηματικά, η Αριστερά την ταυτίζει με τις δυναμικές του εκδημοκρατισμού, η Δεξιά με την ευρωπαϊκή πορεία της χώρας και τις αποφάσεις πολιτικών προσωπικοτήτων. Η υπόθεση προφανώς δεν αφορά μόνο τους ιστορικούς και τους πολιτικούς επιστήμονες. Διαποτίζει και τον πολιτικό λόγο. Η αναζήτηση μιας νέας αρχής –μιας αποφασιστικής ρήξης με το παρελθόν– έχει τροφοδοτήσει, σε διαφορετικές στιγμές, τον οραματισμό μιας «νέας μεταπολίτευσης». Μιας εσωτερικής τομής, δηλαδή, στη συνέχεια της Τρίτης Ελληνικής Δημοκρατίας.
Δεν θα είμαι εξαντλητικός στη γενεαλογία της σχετικής συζήτησης. Θυμίζω όμως ότι τον Ιούλιο του 2014 ο τότε πρωθυπουργός υπέγραψε ένα άρθρο που δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα αυτή με τον τίτλο «Η Νέα Μεταπολίτευση έχει ήδη ξεκινήσει». Σε αυτό ο Αντώνης Σαμαράς διατύπωνε ένα σχήμα ιστορικής αναλογίας: το 1974 η κυβέρνηση της εθνικής ενότητας διασφάλισε την ομαλή μετάβαση από το ενδεχόμενο χάος στην πολιτική σταθερότητα· σαράντα χρόνια μετά, μια άλλη κυβέρνηση συνεργασίας –υπό τον ίδιο– είχε επιτύχει τη μετάβαση από την περιπέτεια της κρίσης σε μια νέα περίοδο σταθερότητας. Δεν περιορίστηκε όμως σε αυτό. Το ιστορικό σχήμα επικοινωνούσε με τον κυρίαρχο λόγο της εποχής που έβλεπε την πορεία της Δημοκρατίας από την «επιτυχία» στην «αποτυχία»: το 1974 η χώρα έμπαινε σε τροχιά ευημερίας που ακυρώθηκε από το «δίδυμο καρκίνωμα του λαϊκισμού και του κρατισμού», που με τη σειρά του οδήγησε στην οικονομική κρίση. Στο μυαλό του Αντώνη Σαμαρά, η «νέα μεταπολίτευση» έπιανε το νήμα της επιτυχίας που είχε κοπεί κάπου το 1981.
Η πρόσφατη πρόταση του Αλέξη Τσίπρα για μια «νέα μεταπολίτευση» έχει άλλο σημείο εισόδου: την αίσθηση πως βρισκόμαστε σε μια συνθήκη θεσμικού και κοινωνικού burnout. Το αποτέλεσμα είναι μια κρίση εμπιστοσύνης, που υπονομεύει την προσδοκία των πολιτών ότι τα πράγματα μπορούν να πάνε καλύτερα και καταλύει την πεποίθηση ότι δεσμευόμαστε –ανεξάρτητα από τις διαφορές μας– σε καταστατικές αρχές της πολιτείας μας. Δύσκολα θα διαφωνήσει κανείς, ακόμη και αν διαφωνεί με τον Τσίπρα για τον Χ ή τον Ψ λόγο. Αυτή είναι πάνω-κάτω η εικόνα. Το ερώτημα όμως είναι άλλης τάξης: το κατά πόσον η ριζική αλλαγή πολιτικής –το αναγκαίο «σοκ» για το οποίο έκανε λόγο– όντως συνιστά μια ποιοτική μεταβολή που να προσιδιάζει σε κάτι τόσο φιλόδοξο, με την έννοια της ιστορικής τομής, όπως η «νέα μεταπολίτευση». Θα το πω με ένα παράδειγμα. Η αύξηση των μισθών στον ιδιωτικό τομέα είναι ένα αναγκαίο μέτρο. Από μόνο του ή και ενισχυμένο με άλλες κρατικές παρεμβάσεις «από τα πάνω» δεν συνεπάγεται αυτομάτως μια διαδικασία ριζικών μετασχηματισμών στους χώρους εργασίας, ώστε αύριο να μπορεί ο ιστορικός να αναφωνήσει «α, τότε άλλαξαν όλα» – είτε θεωρεί ότι η αλλαγή ήταν προς το καλύτερο είτε προς το χειρότερο.
Η ανανέωση του μεταπολιτευτικού συμβολαίου απαιτεί κάτι παραπάνω από την αποκατάσταση των όποιων αδικιών: την ανανέωση των δομικών χαρακτηριστικών του. Εδώ, βρίσκεται ο κόμπος πάνω από τον οποίο πασχίζει η Αριστερά. Η παρακμή του μαζικού πολιτικού κόμματος, η υποχώρηση των κοινωνικών κινημάτων και η αδυναμία της να συνομιλήσει με το νέο τοπίο των πολιτισμικών και ταξικών συγκρούσεων καθιστά ασαφή την πρότασή της για την επανεκκίνηση της Δημοκρατίας. Την εξίσωση περιπλέκει περαιτέρω η εγγενής αμφιθυμία της έναντι του φορτίου της Μεταπολίτευσης: δεν μπορεί να την καταδικάσει –κάτι τέτοιο θα ήταν ανόητο–, την ίδια στιγμή που κατανοεί τα όρια –στα όρια της αφόρητης βαρεμάρας– του στερεότυπου λόγου για «κεκτημένα» που πια δεν σημαίνουν τίποτα για κανέναν. Αντιθέτως, η αναγεννημένη Ακροδεξιά –που εκπροσωπεί μια δύναμη αναθεώρησης της «στιγμής» του 1968 και του δημοκρατικού μοντέλου που αυτό παρήγαγε– δεν έχει τέτοια προβλήματα. Οι άνθρωποί της κατονομάζουν τι τους φταίει, μοιράζονται ένα κοινό λεξιλόγιο, περιγράφουν ένα ευρωπαϊκό ή εθνικό μέλλον με διαυγή τρόπο. Για αυτούς, η μεταπολιτευτική δημοκρατία είναι το συνώνυμο της καταστροφής της χώρας.
Η Αριστερά υστερεί σε αυτόν τον ανταγωνισμό. Γιατί, πέρα από όλα τα άλλα, η πρότασή της για μια νέα αρχή της Δημοκρατίας –για παράδειγμα στην εκδοχή της «νέας μεταπολίτευσης»– εμπεριέχει μια βαθιά αντίφαση ανάμεσα στην επίκληση της κοινωνικής συμμετοχής και στην πραγματικότητα της εξατομίκευσης του πολιτικού. Το «πόπολο» είναι επιφυλακτικό, απογοητευμένο και προς το παρόν η πολιτική του συμπεριφορά φαίνεται να καθορίζεται όχι από την προσδοκία, αλλά τη δυσφορία. Η Αριστερά μπορεί και να είναι ικανή να εκφράσει τμήμα αυτής με όρους εκλογικής εκπροσώπησης. Αλλά αυτό από μόνο του δεν αρκεί για να υπάρξει κυβερνητική μεταβολή και, την ίδια στιγμή, καμία κυβερνητική μεταβολή από μόνη της δεν μπορεί να πυροδοτήσει μια «νέα μεταπολίτευση».
*Ο κ. Κωστής Καρπόζηλος είναι επίκουρος καθηγητής Ιστορίας στο Πάντειο Πανεπιστήμιο.

