Βασίλης Λεβέντης: Σφυρίγματα

2' 11" χρόνος ανάγνωσης
Φόρτωση Text-to-Speech...

Εχουν περάσει πάνω από τριάντα χρόνια. Ηταν μάλλον πριν από τις εκλογές του 1994. Το πλήθος που είχε συγκεντρωθεί για τον Λεβέντη στο κέντρο της Θεσσαλονίκης αποτελούνταν σχεδόν αποκλειστικά από εφήβους. Του άναβαν βεγγαλικά. Του φώναζαν συνθήματα, στην αρχή απευθυνόμενοι σε εκείνον: «Λεβέντη, αν δεν βγεις, να ‘πα να…». Στη συνέχεια, όμως, φώναζαν ξεκούδουνα: «ΠΑΟΚάρα γερά» και άλλα παρόμοια – σαν να μην ωρυόταν, σαν να μην ίδρωνε και ξε-ίδρωνε εκείνος στο μπαλκόνι. Πρέπει προς το τέλος να πέταξαν και κάτι αυγά, αλλά ο ομιλητής απτόητος καλούσε τον λαό «του» να απομονώσει τους «προβοκάτορες» και τους «εγκάθετους» του ΠΑΣΟΚ και της Νέας Δημοκρατίας – των «χούφταλων» Μητσοτάκη και Παπανδρέου που τον πολεμούσαν.

Βασίλης Λεβέντης: Σφυρίγματα-1

Εκείνος τότε ήταν νέος – σαράντα και κάτι. Αλλά νεαρή ήταν ακόμη και η μεταπολιτευτική δημοκρατία, που μόλις είχε ζήσει την πρώτη της μεγάλη διάψευση στον δρόμο προς την ωριμότητα – τους αλυσιδωτούς σεισμούς του 1989-1990. Η δίνη εκείνης της χρονιάς είχε συμπέσει με τη δημιουργία της ιδιωτικής τηλεόρασης – που τότε ακόμη την έλεγαν «ελεύθερη».

Στο περιθώριο του νεογέννητου μιντιακού περιβάλλοντος βρήκε έδαφος και φύτρωσε ο Λεβέντης, λανσάροντας μια άγουρη μορφή ασκηνοθέτητου σόου. Ο σκοπός ήταν βεβαίως σοβαρός: Ο πόλεμος κατά του απαξιωμένου δικομματισμού και των γερασμένων πατριαρχών που τον ενσάρκωναν. Ο κήρυκας όμως ήταν ένα διαπρύσιο παρατράγουδο. Ακαταπαύστως θυμωμένος, επιδιδόταν σε υβριστικές ολονυχτίες, ψεκάζοντας τον φακό –και το κοινό– με το σάλιο της αγανάκτησής του. Μαζί του ξαγρυπνούσε και το κοινό, όχι επειδή μοιραζόταν το δίκιο που τον έπνιγε. Ξαγρυπνούσαν γιατί γελούσαν και μπορούσαν να τον σαρκάζουν τηλεφωνικά – ή, όπως θα λέγαμε σήμερα, «διαδραστικά» και «αδιαμεσολάβητα».

Το πρώτο ασκηνοθέτητο σόου διαδραστικής εκτόνωσης.

Το ξενέρωμα της απομάγευσης των μεγάλων κομμάτων και των μεγάλων ηγετών γινόταν έτσι γέλιο εκτονωτικό. Η εκτόνωση τελεσφορούσε, επειδή η απομάγευση ήταν ακόμη ημιτελής. Η μεγάλη πλειοψηφία παρέμενε έστω και πολύ χαλαρότερα στοιχισμένη στις νεανικές της στρατεύσεις. Γι’ αυτό μπορούσε να γελάει με τις κατάρες. Γιατί ακόμη δεν τις συμμεριζόταν.

Ηρθε ο καιρός της χρεοκοπίας και τα γέλια κόπηκαν. Ο Λεβέντης δεν είχε αλλάξει. Είχε έρθει όμως τούμπα το σύμπαν. Το ιερό είχε γίνει κατάπτυστο. Και, κατά απόλυτη συμμετρία, το γελοίο φαινόταν πλέον σαν σοβαρό. Ο σαλός, που είχε υποστεί είκοσι χρόνια ανελέητο κανιβαλισμό, αξιωνόταν μια θέση στη Βουλή, περίπου σαν προφήτης, που «τα έλεγε από νωρίς». Είχε σαλέψει η πλατεία που τον αναγνώριζε.

Από την κοινοβουλευτική του σταδιοδρομία δεν θα άξιζε τίποτε να μνημονευθεί, παρά μόνον ότι πια οι δικοί του τρόποι, που άλλοτε ξεχώριζαν ως «ακραίοι», φαίνονταν κοινότοποι μέσα στο τοξικό καμίνι της Βουλής που τον περιέλαβε. Οι έφηβοι που σφύριζαν τότε στη Θεσσαλονίκη, έμελλε να αποχαιρετούν τώρα με τύψεις τον αντισυστημικό της αφέλειας. Τον πρώτο άδολο σιχτιροτέχνη.

comment-below Λάβετε μέρος στη συζήτηση 0 Εγγραφείτε για να διαβάσετε τα σχόλια ή
βρείτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει για να σχολιάσετε.
Για να σχολιάσετε, επιλέξτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει. Παρακαλούμε σχολιάστε με σεβασμό προς την δημοσιογραφική ομάδα και την κοινότητα της «Κ».
Σχολιάζοντας συμφωνείτε με τους όρους χρήσης.
Εγγραφή Συνδρομή

Editor’s Pick

ΤΙ ΔΙΑΒΑΖΟΥΝ ΟΙ ΣΥΝΔΡΟΜΗΤΕΣ

MHT