Ποιος ήταν ο Βασίλης Φεύγας πριν τον συστήσει στο μεγάλο κοινό η «επιστολή Φεύγα»; Τον έβρισκες κάτω από πεύκα, έρημο, να αναπέμπει το μήνυμά του, υπό τους ήχους των τζιτζικιών, προς το κοινό της Αιτωλοακαρνανίας. Ενα χρόνο τώρα, έχει γεμίσει πινέζες ο λογαριασμός του στο Ινσταγκραμ. Φεύγας στα Κλεισορρεύματα. Φεύγας στην Κομποθέκλα, στο Περδικάκι, στην Κατούνα, στο Παλιάμπελο. Είχε γεμίσει και «αποστάγματα ζωής», όπως είναι ο καθωσπρέπει όρος για τις αυτοματοποιημένες σπουδαιοκλισεδιές που κρεμιούνται στα δίκτυα. Φεύγας πλάτη, ανεβαίνει σκαλοπάτια και το μότο λέει «κάθε μεγάλη διαδρομή ξεκινά με το επόμενο βήμα». Φεύγας αγναντεύει τον Αμβρακικό – «Ο τόπος. Δεν τον βλέπεις μόνο. Τον κουβαλάς».

Δεν χρειάζεται να είναι κανείς υπεύθυνος Στρατηγικού Σχεδιασμού και Επικοινωνίας του κυβερνώντος κόμματος, όπως ο προαλειφόμενος για υποψήφιος βουλευτής στην Αιτωλοακαρνανία. Αρκεί να έχει δουλέψει καφενειακώς τη στρατηγική στη φεύγα, για να έχει εμπεδώσει τον αδήριτο νόμο της εκλογικής επιτυχίας: Το τάβλι θέλει υπομονή και το κουκί κυνήγι.
Σε αυτό το κυνήγι, μια δημόσια επιστολή προς τον πρόεδρο του κόμματος είναι πιο αποτελεσματικό όπλο δημοσιότητας από τις καφενειακές σοφίες στα σόσιαλ μίντια. Απόδειξη, πόση προσοχή κατάφερε να δρέψει ο strategist με την επιστολή που ζητούσε από τον Μητσοτάκη να ξεψηφίσει τον νόμο για την ισότητα στον γάμο και να ξεδιαγράψει τον Αντώνη Σαμαρά.
Στρατηγική στο τάβλι, κουκί στην κάλπη.
Μπορεί να προσπεράσει κανείς την ουσία (τι θα σήμαινε η αποκαθήλωση ατομικών δικαιωμάτων από την ίδια την κοινοβουλευτική πλειοψηφία που μόλις τα αναγνώρισε· τι θα σήμαινε η ηθική και πολιτική αποκατάσταση ενός πρώην πρωθυπουργού που, μεταξύ άλλων, υποδείκνυε δημοσίως στον πρωθυπουργό την αποπομπή του υπουργού Εξωτερικών). Μπορεί να περιοριστεί κανείς μόνο στην εκλογική σκοπιμότητα: Θα ξανακέρδιζε η Ν.Δ. τους ψηφοφόρους εκείνους που εννοούν να την καταψηφίσουν για τον γάμο, αν επιχειρούσε άτακτη υποχώρηση; Ή μήπως θα έχανε κι εκείνους που συμφωνούσαν με την κίνηση, χωρίς να μεταπείσει με τον καιροσκοπικό ελιγμό τους δυσαρεστημένους; Θα απέδιδε ένα άνοιγμα στον Σαμαρά, που έχει ήδη οργανώσει το δικό του κέντρο ανοιχτής προστασίας για απόμαχους πολιτευτές; Ή θα νομιμοποιούσε απλώς τον ρεβανσισμό του;
Πέρα από τα πυροτεχνήματα προσωπικής καμπάνιας –που έχουν αρχίσει να καίνε το σοσιαλμιντιακό στερέωμα– ακούει κανείς, ιδιωτικά, τα στελέχη της Ν.Δ. να λένε ότι στο κόμμα έχουν κοστίσει όχι όσα της καταλογίζει η αντιπολίτευση, αλλά τρεις δικές της πρωτοβουλίες: Ο γάμος, η φορολόγηση των ελεύθερων επαγγελματιών και η (βεβιασμένη) αλλαγή στο σύστημα των αγροτικών επιδοτήσεων. Ποια, όμως, από αυτές τις όχι και τόσο δημοφιλείς πολιτικές, ήταν λάθος; Για ποια θα μπορούσε στα σοβαρά ένας πρωθυπουργός που έχτισε το brand του ως μεταρρυθμιστής, να εμφανιστεί προεκλογικώς μετανιωμένος; Να αυτοτραυματιστεί με προεκλογική κωλοτούμπα;

