Η κυβέρνηση που χρειαζόμαστε

3' 57" χρόνος ανάγνωσης
Φόρτωση Text-to-Speech...

Για πολλές δεκαετίες στον δυτικό κόσμο, η κεντρική ερώτηση της πολιτικής ζωής ήταν απλή: Δεξιά ή Αριστερά; Το ερώτημα, όμως, δεν ήταν μόνο ιδεολογικό. Ηταν και οργανωτικό. Η ιδεολογία όριζε τις πολιτικές προτεραιότητες, οι προτεραιότητες διαμόρφωναν το κυβερνητικό πρόγραμμα, και το πρόγραμμα, εφαρμοσμένο πια σε εθνική κλίμακα, παρήγε το τελικό αποτέλεσμα. Στην Ελλάδα, το πιο καθαρό παράδειγμα τέτοιας διακυβέρνησης υπήρξε το ΠΑΣΟΚ της δεκαετίας του ’80. Εθνικοποιήσεις, ΕΣΥ, αγροτική πολιτική, εξωτερική πολιτική και διεθνείς σχέσεις – όλα απέρρεαν από μια ενιαία αρχή αριστερού κρατικιστικού λαϊκισμού. Η κυβέρνηση δεν χρειαζόταν να εξηγεί κάθε επιλογή ξεχωριστά: η αρχή ήταν γνωστή, η λογική ακολουθούσε.

Αυτός ο κόσμος δεν υπάρχει πλέον. Οχι επειδή κατέρρευσαν οι ιδεολογίες ή επειδή οι ψηφοφόροι έγιναν πιο κυνικοί, αλλά επειδή άλλαξε ριζικά η φύση των προβλημάτων που καλούνται να αντιμετωπίσουν οι κυβερνήσεις. Ο ιστορικός Ανταμ Τουζ έχει περιγράψει αυτή τη μετάβαση με την έννοια της «πολυκρίσης»: μια κατάσταση διαρκείας που δεν αποτελείται απλώς από μεμονωμένες κρίσεις, αλλά από κρίσεις που αλληλοτροφοδοτούνται, δημιουργώντας έτσι ένα σύστημα μεγάλης πολιτικής και κοινωνικής πίεσης. Οικονομική αστάθεια, κλιματική κρίση, γεωπολιτική αναδιάταξη, τεχνολογική ανατροπή, δημογραφική φθορά – δεν είναι πέντε χωριστά προβλήματα που περιμένουν τη σειρά τους για να επιλυθούν. Είναι ένα σύνθετο, διαρκώς μεταβαλλόμενο πρόβλημα, χωρίς μία αιτία και άρα χωρίς μία λύση.

Καμία αμιγώς ιδεολογική κυβέρνηση δεν μπορεί να ανταποκριθεί στις δυσκολίες μιας τέτοιας εποχής. Μπορεί μόνο να τις παρεξηγήσει ή να τις επιδεινώσει. Το πιο κοντινό μας παράδειγμα είναι το 2015. Η διαπραγμάτευση με τους πιστωτές, το τραπεζικό σύστημα στα όρια της κατάρρευσης, η έκρηξη του μεταναστευτικού, τα διπλωματικά αδιέξοδα και οι επώδυνες σχέσεις με τους εταίρους στην Ευρωπαϊκή Ενωση ήταν μερικές μόνο από τις κρίσιμες προκλήσεις που δεν χωρούσαν στο ιδεολογικό σχήμα της τότε κυβέρνησης. Οταν λοιπόν ήρθε η ώρα των μεγάλων αποφάσεων, η κυβέρνηση δεν διέθετε λειτουργικό κριτήριο, παρά μόνο μια γενική ιδεολογική πυξίδα. Το δημοψήφισμα και όσα ακολούθησαν υπήρξαν ακριβώς η στιγμή της μοιραίας σύγκρουσης ανάμεσα στην ταυτότητα της κυβέρνησης, όπως την προσδιόριζε η απλοϊκή ιδεολογία της, και στη διαχειριστική αναγκαιότητα που επέβαλλε η πολύπλοκη ιστορική συγκυρία.

Σε μια εποχή πολυκρίσης, οι κυβερνήσεις δεν κρίνονται πλέον πρωτίστως από την ιδεολογία που επικαλούνται, αλλά από τις λειτουργίες που μπορούν να επιτελέσουν. Μια σύγχρονη κυβέρνηση οφείλει να είναι ταυτόχρονα διαχειριστής απρόβλεπτων κρίσεων, μοχλός μετασχηματισμού στην τριπλή σχέση κράτους, κοινωνίας και αγοράς, εγγυητής εθνικής και κοινωνικής ασφάλειας, αρχιτέκτονας μιας καλύτερης καθημερινότητας για τον πολίτη, παράγοντας διεθνούς επανατοποθέτησης της χώρας σε όρους ισχύος, αξιοπιστίας και επιρροής, θεματοφύλακας πολιτικών αξιών και θεσμικών ισορροπιών. Η πολυκρίση, με άλλα λόγια, καθιστά αναγκαία την πολυλειτουργική κυβέρνηση.

Οικονομική αστάθεια, κλιματική κρίση, γεωπολιτική αναδιάταξη, τεχνολογική ανατροπή, δημογραφική φθορά. Οταν καλείσαι να κινηθείς ταυτόχρονα σε πολλά διαφορετικά επίπεδα, δεν υπάρχει ένα ιδεολογικό κλειδί που να τα ανοίγει όλα.

Ετούτο είναι δύσκολο εγχείρημα – δυσκολότερο, σίγουρα, από εκείνο που αναλαμβάνει μια ιδεολογική κυβέρνηση. Εκείνη διαθέτει ένα κεντρικό ερμηνευτικό σχήμα μέσα από το οποίο εξηγεί τον κόσμο, αναγνωρίζει φίλους και αντιπάλους, ιεραρχεί τα προβλήματα και επιλέγει λύσεις που επιβεβαιώνουν την ίδια της την ταυτότητα. Η πολυλειτουργική κυβέρνηση, αντίθετα, δεν έχει αυτή την άνεση. Οταν καλείσαι να κινηθείς ταυτόχρονα σε πέντε, οκτώ, δέκα διαφορετικά επίπεδα, δεν υπάρχει ένα ιδεολογικό κλειδί που να τα ανοίγει όλα. Κάθε λειτουργία έχει τη δική της λογική, τα δικά της χρονοδιαγράμματα, τα δικά της κοινά. Και κάποιες φορές αντιφάσκουν: αυτό που απαιτεί η οικονομική συγκυρία συγκρούεται με εκείνο που χρειάζεται η κοινωνική συνοχή, αυτό που επιβάλλει η γεωπολιτική στιγμή δεν συμβαδίζει με εκείνο που ψήφισαν οι πολίτες. Εδώ απουσιάζει το ιδεολογικό «άλλοθι» – η δυνατότητα να πεις «το κάνουμε επειδή έτσι ορίζουν οι αρχές μας». Η πολυλειτουργική κυβέρνηση είναι υποχρεωμένη να δρα αφού πρώτα αναγνωρίσει την πολυπλοκότητα. Πρέπει να συνδυάζει ταχύτητα και θεσμικότητα, ασφάλεια και ελευθερία, ανάπτυξη και συνοχή, διεθνή αξιοπιστία και εσωτερική νομιμοποίηση. Δεν αρκεί να ξέρει πού θέλει να φτάσει. Πρέπει και να μπορεί να διανύσει τον δρόμο που οδηγεί μέχρι εκεί.

Τίποτα από αυτά δεν σημαίνει ότι η πολιτική έγινε τεχνική υπόθεση ειδικών ή ότι η ιδεολογία έπαψε να έχει ρόλο. Η πολυλειτουργική κυβέρνηση έχει αξίες – απλώς δεν τις χρησιμοποιεί ως άλλοθι για την αδυναμία της να αποδώσει. Αυτό όμως αλλάζει το ερώτημα που θέτουμε στις εκλογές. Δίπλα στο παλιό «δεξιά ή αριστερά», ανακύπτει ένα νέο, πιο απαιτητικό ερώτημα: Ποιος μπορεί; Ποια κυβέρνηση έχει την ικανότητα να κινείται σε πολλά επίπεδα ταυτόχρονα, να μη χάνει την κατεύθυνσή της όταν οι κρίσεις συσσωρεύονται, να μιλάει σε πολίτες και κοινωνικές ομάδες που δεν έχουν πλέον μία ταυτότητα αλλά πολλές;

Η μετάβαση από τις ιδεολογικές στις πολυλειτουργικές κυβερνήσεις δεν είναι επιλογή. Είναι η αναγκαία προσαρμογή σε έναν κόσμο που έγινε μόνιμα σύνθετος. Και, όπως διδάσκει η εμπειρία της τελευταίας δεκαπενταετίας στην Ελλάδα και αλλού, οι κυβερνήσεις που αρνούνται την προσαρμογή δεν αποτυγχάνουν μόνο αυτές. Παρασύρουν μαζί και τις χώρες τους.

*Ο κ. Τάκης Σ. Παππάς είναι πολιτικός επιστήμονας και συγγραφέας.

comment-below Λάβετε μέρος στη συζήτηση 0 Εγγραφείτε για να διαβάσετε τα σχόλια ή
βρείτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει για να σχολιάσετε.
Για να σχολιάσετε, επιλέξτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει. Παρακαλούμε σχολιάστε με σεβασμό προς την δημοσιογραφική ομάδα και την κοινότητα της «Κ».
Σχολιάζοντας συμφωνείτε με τους όρους χρήσης.
Εγγραφή Συνδρομή

Editor’s Pick

ΤΙ ΔΙΑΒΑΖΟΥΝ ΟΙ ΣΥΝΔΡΟΜΗΤΕΣ

MHT