Από την πτώση του Τείχους του Βερολίνου και έπειτα, η Αριστερά διεθνώς μετατοπίστηκε σταδιακά αλλά σταθερά από τα ζητήματα αναδιανομής προς τα ζητήματα αξιών. Η επικράτηση ενός καπιταλιστικού μοντέλου που έμοιαζε να μην έχει σοβαρό αντίπαλο περιόρισε τις οικονομικές διαφορές μεταξύ Κεντροδεξιάς και Κεντροαριστεράς. Ως εκ τούτου, η ιδεολογική διαφοροποίηση αναζητήθηκε σε ένα άλλο πεδίο: στα ζητήματα αξιών, τρόπου ζωής και γενικότερα στα δικαιώματα, στην αναγνώριση ταυτοτήτων και στις ατομικές ελευθερίες. Δεν είναι τυχαίο ότι ο πόλεμος που κήρυξε ο Ντόναλντ Τραμπ εναντίον της «woke ατζέντας» ταυτίστηκε στην πράξη με πόλεμο εναντίον της Αριστεράς, ακριβώς γιατί τα ζητήματα αυτά είχαν πλέον γίνει το βασικό σήμα κατατεθέν της. Με έναν τρόπο, η στροφή προς τις αξίες επέτρεψε επίσης στην κυβερνώσα Αριστερά να συνυπάρξει με το ολοένα ισχυρότερο consensus γύρω από την οικονομία της αγοράς, χωρίς να χρειάζεται να αμφισβητήσει ευθέως τις βασικές παραδοχές του.
Αυτό φαίνεται να αλλάζει. Από τον Ζοράν Μαμντάνι στη Νέα Υόρκη μέχρι τις κινητοποιήσεις για τη στέγαση σε πολλές ευρωπαϊκές πόλεις, η Αριστερά επαναφέρει στο προσκήνιο ζητήματα που αφορούν άμεσα την κατανομή των οικονομικών πόρων. Η συζήτηση για την προσιτή κατοικία, τα ενοίκια, το κόστος ζωής και για τις συνέπειες της τουριστικοποίησης επαναφέρουν τις προτεραιότητων με εμφανές ιδεολογικό πρόσχημα. Τι εξηγεί αυτήν τη στροφή;
Πιστεύω πως οι λόγοι είναι δύο. Ο πρώτος λόγος είναι ότι η μάχη των αξιών υπήρξε, σε σημαντικό βαθμό, επιτυχημένη. Στις περισσότερες μεταβιομηχανικές κοινωνίες της Δύσης, αιτήματα που πριν από λίγες δεκαετίες ανήκαν στην περιφέρεια της πολιτικής αντιπαράθεσης έχουν πλέον εισέλθει στο κυρίαρχο κοινωνικό και θεσμικό ρεύμα. Αυτό δεν σημαίνει ότι οι συγκρούσεις γύρω από τα δικαιώματα έχουν εξαφανιστεί. Σημαίνει όμως ότι πολλές από τις κατακτήσεις θεωρούνται πλέον αυτονόητες από μεγάλο μέρος της κοινωνίας. Ως αποτέλεσμα, τα προσδοκώμενα πολιτικά και εκλογικά κέρδη από την περαιτέρω μετατόπιση του status quo προς ακόμη πιο φιλελεύθερες κατευθύνσεις μειώνονται.
Κατά κάποιον τρόπο, παρατηρούμε μια αντίστροφη κίνηση από εκείνη που περιέγραψε ο Ινγκλεχαρτ πριν από μισό αιώνα. Η γενιά που μεγάλωσε μέσα στην οικονομική ασφάλεια της μεταπολεμικής περιόδου μπορούσε να στρέψει την προσοχή της σε μεταϋλικές αξίες, όπως η αυτοέκφραση και τα ατομικά δικαιώματα. Οι νεότερες γενιές, αντιθέτως, ενηλικιώνονται σε ένα περιβάλλον όπου οι ελευθερίες θεωρούνται δεδομένες, αλλά η οικονομική ασφάλεια όχι. Η πρόσβαση στη στέγη δυσκολεύει, η κοινωνική κινητικότητα επιβραδύνεται και η υπόσχεση ότι η εκπαίδευση αρκεί για μια καλύτερη ζωή μοιάζει ολοένα λιγότερο πειστική. Η πυραμίδα του Μάσλοου γύρισε ανάποδα.
Ο δεύτερος λόγος είναι πως ακριβώς επειδή η Αριστερά τις τελευταίες δεκαετίες μπολιάστηκε πάνω στη μάχη των δικαιωμάτων, ανακύκλωσε το πολιτικό της αλλά και το εκλογικό της προσωπικό με τρόπο που διευκόλυνε την επιστροφή στην «πρώτη διάσταση». Τα παιδιά των εργατικών στρωμάτων και των μεταναστών απέκτησαν πρόσβαση στην ανώτερη εκπαίδευση, έγιναν επαγγελματίες της μεσαίας τάξης και παρέμειναν συχνά στην Αριστερά λόγω οικογενειακής και πολιτισμικής ταύτισης. Μαζί τους έφεραν νέες προτεραιότητες, περισσότερο συνδεδεμένες με ζητήματα αναγνώρισης και δικαιωμάτων, παρά με τις παραδοσιακές διεκδικήσεις της εργατικής τάξης. Σήμερα, όμως, τα δικά τους παιδιά μεγαλώνουν σε διαφορετικές συνθήκες. Κληρονομούν τις αξίες των γονιών τους, αλλά όχι απαραίτητα την οικονομική τους αισιοδοξία. Βλέπουν την κατοικία να γίνεται απρόσιτη, την εργασιακή ασφάλεια να υποχωρεί και την κοινωνική άνοδο να μην είναι πλέον δεδομένη. Μέσα από αυτές τις εμπειρίες επαναφέρουν στο επίκεντρο τα ζητήματα της οικονομικής ανισότητας και της αναδιανομής, ζητώντας από την Αριστερά μια νέα αφήγηση για το πώς μπορεί να βελτιωθεί η καθημερινή ζωή.
Ακόμη και αν διαφέρουν ως προς το περιεχόμενο αυτές οι δύο μεγάλες μετατοπίσεις έχουν κάτι κοινό – τον μηχανισμό που τις παράγει. Οπως χρειάστηκε μια γενεακή διαδοχή για να ανεβούν οι ελευθερίες στην κορυφή της πολιτικής ατζέντας, έτσι μια νέα γενεακή διαδοχή φαίνεται να επαναφέρει στο προσκήνιο το παλιό αίτημα για οικονομική ασφάλεια και κοινωνική προστασία. Από το ψωμί στις ελευθερίες. Και από τις ελευθερίες ξανά στο ψωμί.
*O κ. Ηλίας Ντίνας είναι καθηγητής Πολιτικής Επιστήμης και κάτοχος της ελβετικής έδρας στο Ευρωπαϊκό Πανεπιστημιακό Ινστιτούτο της Φλωρεντίας.

