Η εικόνα που περιγράφουν οι δημοσκοπήσεις είναι πολύ καθαρή. Η Ν.Δ. είναι σε κάμψη και η πολιτική κυριαρχία που χαρακτήριζε την πρώτη θητεία της δεν υφίσταται πια. Διατηρεί ωστόσο ευρύ προβάδισμα έναντι των αντιπάλων της, ενώ υπάρχουν και τομείς που η εικόνα της είναι ισχυρή. Υπάρχει φθορά, δεν υπάρχει όμως κατάρρευση ή εικόνα παραίτησης. Αντιθέτως, σε περιόδους κρίσεων ή πολιτικής κινητικότητας, η Ν.Δ. δείχνει κάποια αντανακλαστικά συσπείρωσης, έστω και μικρής.
Το ερώτημα σήμερα δεν είναι αν η Ν.Δ. έχει χάσει έδαφος, αλλά αν έχει σφυγμό. Αν έχει περιθώρια ουσιαστικής ανάκαμψης, ώστε ακόμη κι αν δεν κερδίσει την αυτοδυναμία, να είναι πρωταγωνίστρια των μετεκλογικών εξελίξεων.
Από τα αίτια φθοράς της Ν.Δ. ξεχωρίζουν τρία: Η ακρίβεια, που υπονομεύει το κεντρικό αφήγημα της κυβέρνησης. Η (σημαντική) δημοσιονομική βελτίωση δεν λέει πολλά στους πολίτες, που δυσκολεύονται στην καθημερινότητά τους. Η κόπωση, έπειτα από επτά χρόνια στην εξουσία. Ειδικά σήμερα, που η πολιτική φθορά επέρχεται ταχύτερα, όπως διαπιστώνουμε σε όλο τον δυτικό κόσμο. Τα ζητήματα διαφάνειας και θεσμικής λειτουργίας που επιβάρυναν την εικόνα της κυβέρνησης. Ανεξάρτητα από την ουσία κάθε υπόθεσης, το σωρευτικό τους αποτύπωμα έχει πλήξει τη Ν.Δ.
Αν και η φθορά της Ν.Δ. είναι οριζόντια, σε κάποιες κοινωνικές ομάδες είναι εντονότερη. Οι αγρότες, λόγω των καθυστερήσεων στις καταβολές και στους αυστηρότερους ελέγχους των επιδοτήσεων μετά το σκάνδαλο του ΟΠΕΚΕΠΕ και οι ελεύθεροι επαγγελματίες, κάποιοι εκ των οποίων ξεβολεύτηκαν από τα μέτρα περιορισμού φοροδιαφυγής και εισφοροδιαφυγής, είναι δύο από αυτές. Μόνιμο μοιάζει πλέον το πρόβλημα στις νεότερες ηλικίες, καθώς η Ν.Δ., όπως και όλα τα παραδοσιακά κόμματα της Ευρώπης, έχει μειωμένη επιρροή στις ηλικίες που μεγάλωσαν μέσα σε ένα περιβάλλον μειωμένης πολιτικής εμπιστοσύνης και αλλεπάλληλων κρίσεων. Ευδιάκριτο είναι πλέον το πρόβλημα στη Βόρεια Ελλάδα, για λόγους που σχετίζονται όχι μόνο με τις οικονομικές συνθήκες της περιοχής, αλλά και με κάποια ιδιαίτερα πολιτισμικά χαρακτηριστικά της συγκεκριμένης περιφέρειας. Ενώ παραμένει υπό διερεύνηση πόσο θα πλήξει τη Ν.Δ. το επικείμενο κόμμα Σαμαρά.
Στο περιβάλλον που έχει διαμορφωθεί, η Ν.Δ. δύσκολα μπορεί να πετύχει μια νίκη προσδοκίας όπως το 2019 ή επιβράβευσης όπως το 2023. Μπορεί όμως να κερδίσει ξανά, στη λογική της ρεαλιστικής συγκατάβασης. Χωρίς να ενθουσιάζει, αλλά να προτιμηθεί σε σχέση με επιλογές που θεωρούνται ακόμη χειρότερες και σε συνθήκες κρίσιμες. Πώς μπορεί να το πετύχει;
Κατ’ αρχάς επικεντρώνοντας στο κοινό που μπορεί να την ακούσει. Ενα μέρος παλαιών ψηφοφόρων της την έχει εγκαταλείψει ανεπιστρεπτί. Υπάρχουν όμως πολλοί ψηφοφόροι που βρίσκονται στην «γκρίζα ζώνη» και την ακούν ακόμη. Μετριοπαθείς πολίτες που πιστεύουν ότι η κυβέρνηση δεν έκανε όσα θα ήθελαν, αλλά δεν μηδενίζουν όσα έχουν γίνει. Που την επικρίνουν για διάφορα θέματα, αλλά ενοχλούνται από την υπέρμετρη τοξικότητα στον δημόσιο λόγο. Που είναι ρεαλιστές σε σχέση με το πώς θα κυβερνηθεί η χώρα. Το κοινό αυτό δεν θα κινητοποιηθεί, όμως, μέσα από συνεχείς συγκρούσεις και αυτοαναφορικές κομπορρημοσύνες, αλλά με μετριοπαθή και μετρημένο λόγο που έχει και στοιχεία αυτοκριτικών παραδοχών. Αν το «σκληρό ροκ» δεν απέδωσε τα τελευταία χρόνια στην αντιπολίτευση, είναι βέβαιο ότι δεν θα αποδώσει ούτε στην κυβέρνηση.
Σημαντικό για τη Ν.Δ. είναι το αφήγημά της να έχει ενότητα και συνέχεια. Πού παρέλαβε τη χώρα και πού είναι σήμερα. Η παρουσία Τσίπρα βοηθάει πλέον σε αυτό. Και να πει πού θέλει να πάει. Μια κυβέρνηση πολλών ετών δεν αρκεί να υπερασπίζεται το έργο της, πρέπει να δημιουργεί και προσδοκίες για το αύριο. Στοχευμένες κινήσεις σε ομάδες ιδιαίτερου ενδιαφέροντος και στο σωστό πολιτικό χρόνο θα είναι χρήσιμες, αλλά δεν πρέπει να υπάρχει η ψευδαίσθηση ότι σημειακές παρεμβάσεις μπορούν να αντιστρέψουν ένα κλίμα οριζόντιας φθοράς.
Σημαντικός θα είναι επίσης ο ρόλος των προσώπων, ειδικά στην περιφέρεια. Η Ν.Δ. έχει πλούσιο δυναμικό, ιδίως στον χώρο της Αυτοδιοίκησης, με στελέχη ευρύτερης αποδοχής. Οσα περισσότερα αξιοποιήσει στα ψηφοδέλτιά της, τόσο μεγαλύτερο όφελος θα έχει.
Καθοριστικές θα είναι οι κινήσεις τακτικής την προεκλογική περίοδο, καθώς και η καμπάνια καθαυτή. Το ζήτημα της κυβερνησιμότητας υποτιμάται από το σύνολο των αντιπολιτευτικών κομμάτων μολονότι είναι βέβαιο ότι θα κυριαρχήσει την προεκλογική περίοδο. Αν η Ν.Δ. αξιοποιήσει το γεγονός ότι σημαντικό τμήμα ψηφοφόρων ανησυχεί στο ενδεχόμενο πολιτικής αστάθειας μπορεί να διεμβολίσει κόμματα που κινούνται σε μια λογική απόρριψης συνεργασιών.
Οι κρίσιμοι όροι για τη Ν.Δ. σήμερα είναι η στόχευση και το μέτρο. Να μιλήσει σε όσους μπορούν να την ακούσουν. Να πείσει ότι υπάρχουν πράγματα που πρέπει να διαφυλαχθούν και πράγματα που η ίδια μπορεί ακόμη να δώσει. Και όλα αυτά με σωστό ύφος. Αυτά θα κρίνουν πρωτίστως την επίδοσή της και λιγότερο οι αδυναμίες της αντιπολίτευσης ή διάφορες αποσπασματικές κινήσεις.
*O κ. Ευτύχης Βαρδουλάκης είναι σύμβουλος στρατηγικής και επικοινωνίας.

