Δεν είναι εποχή που τη νοσταλγείς. Τώρα, που συμπληρώνονται πια τριάντα χρόνια από τον θάνατο του Ανδρέα Παπανδρέου, ποιος θέλει να θυμάται εκείνη την τελευταία περίοδο της ζωής του;

Ιδίως το διάστημα από τις 20 Νοεμβρίου 1995, που εισήχθη στο Ωνάσειο, μέχρι τις 15 Ιανουαρίου 1996, που υπέβαλε την παραίτησή του από την πρωθυπουργία, η χώρα είχε περιπέσει σε μια αλλόκοτη ακυβερνησία – με την κοινή γνώμη καρφωμένη στα ιατρικά ανακοινωθέντα και τους διαδρομιστές να την κατευθύνουν με παραπολιτικές ακριτομυθίες. Ηταν σαν να εκπνέει μια βασιλεία, με την αυλή σε παραζάλη γύρω από τον μονάρχη που ψυχομαχούσε.
Πολλοί έλεγαν εκείνες τις ημέρες ότι το ΠΑΣΟΚ θα διαλυόταν. Οταν θα εξέλειπε εκείνος, θα σκόρπιζε και το κόμμα, που είχε συγκροτηθεί προσωποπαγώς. Κι όμως, όπως έμελλε να δείξει η αλλαγή στην πρωθυπουργία και το συνέδριο του ΠΑΣΟΚ λίγες ημέρες μετά τον θάνατo του ιδρυτή του, ο Παπανδρέου είχε φτιάξει ένα κόμμα με ρίζες. Ενα κόμμα που όχι μόνο μπόρεσε να μείνει ενωμένο –παρά τις αντιφάσεις του–, αλλά και να μετασχηματιστεί σε κάτι άλλο απ’ αυτό που ήταν τη δεκαετία του ’80.
Ξεχνάμε ότι ο μετασχηματισμός είχε ξεκινήσει από τον ίδιο τον Ανδρέα, που άλλαξε προσανατολισμό μετά την επάνοδό του στην εξουσία το 1993. Η συμφιλίωση με την Ευρώπη και την ελεύθερη αγορά (έστω κι αν οι ιδιωτικοποιήσεις βαπτίστηκαν πασοκιστί «μετοχοποιήσεις»), η αναγνώριση της ανάγκης περί «αφανισμού» του χρέους, ήταν παραδοχές του όψιμου Παπανδρέου. Με αυτόν τον τρόπο, ο Ανδρέας είχε ακουσίως ετοιμάσει το κόμμα για τον διάδοχό του. Η «ρήξη», που σηματοδοτούσε η εκλογή Σημίτη, ήταν σε μεγάλο βαθμό και συνέχεια.
Είναι άραγε εύκολο να μιμηθείς τον ιδρυτή του ΠΑΣΟΚ;
Οσοι προκαλούν σήμερα τη σύγκρισή τους μαζί του θα έπρεπε να αναλογιστούν ότι η διάλυση των δικών τους κομμάτων δεν είναι επίτευγμα, αλλά τεκμήριο της ρηχότητάς τους.
Οσοι λαμβάνουν τον Παπανδρέου ως υπόδειγμα προσπαθούν μάταια να τον μιμηθούν. Το δημαγωγικό του χάρισμα δεν αναπαράγεται. Οχι μόνο επειδή το ταλέντο δεν αντιγράφεται. Αλλά, κυρίως, επειδή η κοινωνία που κάποτε είχε ανάγκη να λατρεύει πατερούληδες έχει πια «αποφοιτήσει» από το μεταπολιτευτικό σανατόριο των ανεπεξέργαστων τραυμάτων, που την έκαναν να αναζητεί ασφάλεια στην πατριαρχική φτερούγα του «μεγάλου». Τέτοιες στρατεύσεις μπορεί να ευδοκιμούν σήμερα αλλού, αλλά εδώ μοιάζουν, ευτυχώς, ξεπερασμένες.
Ακόμη όμως κι αν έχει κανείς τη σαγήνη, δεν μπορεί να μιμηθεί τον Παπανδρέου. Το πρότυπο δεν ήταν ιστορικά μοναδικό χάρη μόνο στις «ποιμαντορικές» του δεξιότητες. Ηταν επειδή συνδύαζε τη γοητεία με τη βιβλιογραφία. Επειδή το μορφωτικό του υπόβαθρο του επέτρεπε να διαβάζει την οικονομία και τον κόσμο – του επέτρεπε να έχει επίγνωση των ορίων, των δικών του και της χώρας που κυβερνούσε.
Τη φωνή, εντάξει. Τη μαϊμουδίζεις εύκολα.

